Η βασική αντίθεση στη σοσιαλιστική κοινωνία (Μέρος α')

Δημοσιεύθηκε: 7/11/2017

του Δημήτρη Καλτσώνη

 

περ. Μαρξιστική Σκέψη, τ. 24/2017, σελ. 205-219

 

Η μαρξιστική θεωρία μας έδωσε το βασικό στοιχείο ερμηνείας της κοινωνικής εξέλιξης. Είναι η αντίθεση – διαλεκτική σχέση ανάμεσα στις παραγωγικές δυνάμεις και στις σχέσεις παραγωγής που κινεί την εξέλιξη. Η βασική αυτή αντίθεση δεν είναι η μόνη. Είναι όμως η καθοριστική σε όλη την πορεία της ανθρωπότητας. Αν θέλουμε επομένως να αναλύσουμε και κατανοήσουμε τις κοινωνίες που προέκυψαν από τις επαναστάσεις του 20ού αιώνα -και πρωτίστως την επανάσταση του Οκτωβρίου 1917 στη Ρωσία- πρέπει να ξεκινήσουμε από αυτό ακριβώς το σημείο.

 

Το ίδιο ισχύει και αν θέλουμε να κατανοήσουμε την εξέλιξή τους, δηλαδή την καπιταλιστική παλινόρθωση.            Έχουν γραφτεί πολλά σε σχέση με το θέμα αυτό. Άλλοι αναζητούν τα αίτια στην οικονομία, άλλοι στην πολιτική, στην ιδεολογία, σε ένα σύνθετο πλέγμα ή σε έναν ή δυο μόνο παράγοντες. Για να είμαστε συνεπείς με την επιστημονική, μαρξιστική μεθοδολογία θα πρέπει να εντοπίσουμε τη βασική αντίθεση και να προσδιορίσουμε στη συνέχεια τη σχέση της με τις υπόλοιπες αντιθέσεις. Επομένως, πρέπει οπωσδήποτε να ξεκινήσουμε από τη σχέση παραγωγικών δυνάμεων – παραγωγικών σχέσεων.

 

 

            Παραγωγικές δυνάμεις και καταμερισμός εργασίας

 

Η εξέλιξη των παραγωγικών δυνάμεων, πρωτίστως των εργαλείων, της εργασιακής εμπειρίας και της γνώσης του ανθρώπου είναι που ώθησε τις πρωτόγονες κοινωνίες στον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας και έτσι στην αύξηση των παραγωγικών δυνατοτήτων και στη δημιουργία πλεονάσματος. Ο κοινωνικός καταμερισμός της εργασίας (μαζί με τη δημιουργία πλεονάσματος και άρα την δυνατότητα εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης του άλλου) οδήγησε με τη σειρά του στην εμφάνιση της ατομικής ιδιοκτησίας και στη συνέχεια στη διάσπαση της κοινωνίας σε ανταγωνιστικές τάξεις. Με αυτό τον τρόπο η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων οδήγησε σε νέες παραγωγικές σχέσεις, ποιοτικά διαφορετικές από εκείνες που υπήρχαν στις πρωτόγονες κοινότητες[1]. Η ανάλυση αυτή των θεμελιωτών του μαρξισμού έχει πολλαπλά επιβεβαιωθεί από τα μεταγενέστερα ιστορικά και ανθρωπολογικά ευρήματα.

 

Το κρίσιμο ζήτημα που αξίζει της προσοχής μας εδώ είναι ότι ο κοινωνικός καταμερισμός της εργασίας (άλλοι διευθύνουν, άλλοι ασχολούνται με τον ένα τομέα της παραγωγής, άλλοι με τον άλλο κλπ) ήταν το στοιχείο εκείνο που οδήγησε στην εμφάνιση της ατομικής ιδιοκτησίας και των τάξεων. Οι κοινωνικές τάξεις αποτελούν την ολοκληρωμένη, ποιοτικά διαφορετική, έκφραση του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας. Γι' αυτό, στις αναλύσεις των θεμελιωτών του μαρξισμού προβλέπεται με θεωρητική συνέπεια ότι στον κομμουνιστικό τρόπο παραγωγής που θα αντικαταστήσει τον καπιταλιστικό θα εξαλειφθούν όχι μόνο οι κοινωνικές τάξεις αλλά και ο κοινωνικός καταμερισμός της εργασίας.

 

Προϋπόθεση για να μπορέσει να συμβεί αυτό είναι η άνοδος των παραγωγικών δυνάμεων σε τέτοιο επίπεδο ώστε να μπορούν να ικανοποιούνται οι ανάγκες των ανθρώπων και βέβαια η δημιουργία αντίστοιχου επιπέδου συνείδησης. Βλέπουμε λοιπόν ότι η πλήρης εξάλειψη των τάξεων δεν μπορεί παρά να οδηγεί στην ιστορική συνέχεια στην εξάλειψη της “υποδουλωτικής υποταγής των ατόμων στον καταμερισμό της εργασίας[2]. Αυτό σημαίνει ότι, στην αντίληψη του Μαρξ ο τεχνικός καταμερισμός της εργασίας θα εξακολουθεί να υπάρχει στην κομμουνιστική κοινωνία αλλά θα εξαλειφθεί ο κοινωνικός καταμερισμός. Με τα λόγια του Λένιν (σε σχέση με τον καταμερισμό σε διοικούντες και διοικούμενους): “στο σοσιαλισμό θα διοικούν όλοι με τη σειρά και θα συνηθίσουν γρήγορα να μη διοικεί κανένας[3].

Ο κοινωνικός καταμερισμός (και κυρίως ο διαχωρισμός σε διοικούντες και διοικούμενους) είναι στοιχείο, που μπορεί μαζί με άλλα, να οδηγήσει στην επανεμφάνιση των τάξεων. Αυτό φαίνεται πολύ καθαρά ιδίως στις επισημάνσεις των θεμελιωτών του μαρξισμού, οι οποίοι μελετώντας την εμπειρία της Κομμούνας του Παρισιού διέκριναν ότι υπάρχει ο κίνδυνος η εργατική τάξη να ξαναχάσει την εξουσία μετά τη σοσιαλιστική επανάσταση αν επικρατήσουν τα “ειδικά συμφέροντα” των οργάνων της κρατικής εξουσίας. Δηλαδή, αν επικρατήσουν τα ειδικά συμφέροντα εκείνων που στον καταμερισμό εργασίας ασχολούνται σε μόνιμη – επαγγελματική βάση με τα κοινά[4].

 

 

            Η επανάσταση και οι παραγωγικές σχέσεις

 

Η σοσιαλιστική επανάσταση δημιουργεί τις προϋποθέσεις –και μόνο τις προϋποθέσεις- για την απελευθέρωση των παραγωγικών δυνάμεων από τα δεσμά της κεφαλαιοκρατικής ιδιοκτησίας. Δημιουργεί τους όρους για να αντιστοιχηθεί ο κοινωνικός χαρακτήρας της παραγωγής με τον κοινωνικό τρόπο ιδιοποίησης του κοινωνικού προϊόντος.

 

Η συγκρότηση των νέων σχέσεων παραγωγής δεν είναι μιας ημέρας πράξη αλλά αποτελεί μια διαδικασία που ξεκινά με την πρώτη, αποφασιστική πράξη, που είναι η επανάσταση και η κατάργηση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας στα βασικά μέσα παραγωγής. Η δημιουργία των νέων σχέσεων παραγωγής ξεκινά με την εγκαθίδρυση της κρατικής ιδιοκτησίας (του νέου κράτους που προκύπτει από την επανάσταση). Ολοκληρώνεται, όταν η κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής γίνεται όχι μόνο τυπική (μέσω της κρατικής ιδιοκτησίας) αλλά και ουσιαστική, άμεση, όταν δηλαδή η κοινωνία πράγματι συμμετέχει ολόκληρη στον έλεγχο της όλης παραγωγικής δραστηριότητας.

 

Η ιστορική εμπειρία επιβεβαίωσε ότι η έναρξη οικοδόμησης των νέων σχέσεων παραγωγής απελευθέρωσε το παραγωγικό δυναμικό των χωρών, όπου επικράτησε η επανάσταση. Είναι γνωστό το άλμα που πραγματοποίησε η ΕΣΣΔ, η Κίνα αλλά και οι άλλες χώρες, τα πρώτα χρόνια, από την βαθιά καθυστέρηση και υπανάπτυξη στις σύγχρονες παραγωγικές δομές.

 

Αυτό το άλμα της πρώτης περιόδου οφειλόταν ακριβώς στις νέες παραγωγικές σχέσεις, οι οποίες κατέστησαν εφικτή τη σχεδιασμένη ανάπτυξη, την ανάπτυξη του ενδιαφέροντος των εργαζομένων για την εργασία και τα αποτελέσματά της. Ο Λένιν υπογράμμιζε ότι το δυνατό σημείο των νέων σχέσεων παραγωγής μπορεί να είναι η τεράστια άνοδος της παραγωγικότητας της εργασίας η οποία μπορεί να ξεπεράσει κατά πολύ την αντίστοιχη στον καπιταλισμό: “Ο καπιταλισμός μπορεί να νικηθεί τελειωτικά και θα νικηθεί τελειωτικά, γιατί ο σοσιαλισμός δημιουργεί μια νέα, πολύ πιο ανώτερη παραγωγικότητα της εργασίας[5]. Η άνοδος της παραγωγικότητας της εργασίας μπορεί να βασιστεί στο ενδιαφέρον των εργαζομένων για την εργασία τους και στην αίσθηση ότι είναι κύριοι των μέσων παραγωγής και της οικονομίας.

 

Η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων θα έπρεπε να αντεπιδράσει στις παραγωγικές σχέσεις. Πώς; Δίνοντας τη δυνατότητα για τη μετάβαση σε μια βαθμίδα όπου η κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής θα γινόταν λιγότερο τυπική και περισσότερο ουσιαστική από ό,τι στην αρχή της μετεπαναστατικής περιόδου. Δηλαδή, η άνοδος των παραγωγικών δυνάμεων και άρα η δυνατότητα για υψηλότερο επίπεδο ζωής των εργαζομένων, υψηλότερο μορφωτικό και πολιτιστικό επίπεδο, περισσότερο και δημιουργικότερο ελεύθερο χρόνο, θα έδιναν την ευχέρεια για πιο ουσιαστική συμμετοχή στη διοίκηση του κράτους και της οικονομίας.

 

Για την ακρίβεια, αυτή η δυνατότητα θα μπορούσε να μετατραπεί σε πραγματικότητα με την προϋπόθεση της συνειδητής αναπροσαρμογής των παραγωγικών σχέσεων σε αυτή την κατεύθυνση. Τι θα σήμαινε αυτό; Ακόμη πιο πλατιά και ουσιαστική συμμετοχή στις αποφάσεις, ακόμη πιο ουσιαστική δημοκρατία. Αυτό όμως δεν συνέβη τελικά. Έγινε το αντίθετο. Τόσο στη Σοβιετική Ένωση όσο και στις άλλες πρώην σοσιαλιστικές χώρες οι νέες σχέσεις παραγωγής σταδιακά αποδομήθηκαν, άρχισε να καθυστερεί η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και τελικά σημειώθηκε η καπιταλιστική παλινόρθωση.

           

 

            Η βασική αντίθεση

 

Για να εξηγηθεί αυτή η εμπειρία πρέπει να σκεφτούμε την αντίθεση παραγωγικών δυνάμεων και παραγωγικών σχέσεων στο επίπεδο της κοινωνίας και της ταξικής της διάρθρωσης. Η αντίθεση αυτή, στο πλαίσιο του καπιταλισμού σημαίνει ότι η βασική κοινωνική αντίθεση είναι αυτή της αστικής τάξης με την εργατική.

 

Τι αντίστοιχα σημαίνει για τη μετεπαναστατική κοινωνία; Οι παραγωγικές σχέσεις αλλάζουν ριζικά καθώς εξαλείφεται η αστική τάξη. Βέβαια και αυτό δεν γίνεται παρά βαθμιαία. Αν όμως εξαλείφονται οι τάξεις (αρχικά η αστική), δεν εξαλείφεται ο κοινωνικός καταμερισμός της εργασίας. Και το κομβικό σημείο στον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας είναι ο διαχωρισμός ανάμεσα στη διευθυντική και στην εκτελεστική εργασία, ανάμεσα στους διοικούντες και στους διοικούμενους. Η αντίθεση εργατικής και αστικής τάξης καταργείται και δίνει τη θέση της σε μια άλλη αντίθεση που μένει να ξεπεραστεί.

 

Όπως αναφέρθηκε, η διευθυντική εργασία ιστορικά είναι καρπός της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Αποτέλεσε πρόοδο αλλά και ένα βήμα πριν τη διάσπαση της κοινωνίας σε τάξεις. Η διευθυντική εργασία μας απασχολεί εδώ όχι στο κατώτερο επίπεδό της, εκείνο της μονάδας παραγωγής, ή του κλάδου παραγωγής, αλλά στο επίπεδο της πανεθνικής διεύθυνσης της εργασίας και εν γένει της κοινωνίας.

 

Ο διαχωρισμός αυτός υπάρχει βέβαια σε όλες τις ταξικές κοινωνίες. Προσδιορίζεται, χρωματίζεται από την βασική ταξική αντίθεση. Η διευθυντική εργασία στο σύνολο της κοινωνίας ή με άλλα λόγια η κορυφή της κρατικής γραφειοκρατίας ασκείται από την άρχουσα τάξη ή από εντεταλμένους της ή από πρόσωπα που εντάσσονται σε αυτήν ή την προσεγγίζουν.

 

Η οικοδόμηση των νέων παραγωγικών σχέσεων μετά τη σοσιαλιστική επανάσταση απαιτεί ένα νέο χειρισμό του θέματος. Δεν αρκεί η διευθυντική εργασία να ασκείται από μέλη της εργατικής τάξης ή από εντεταλμένα και ελεγχόμενα πρόσωπα από αυτήν. Δεν αρκεί το ανώτατο διευθυντικό στρώμα, η κορυφή της κρατικής γραφειοκρατίας να αποτελείται από προερχόμενους από την εργατική τάξη.

 

Μπορεί αυτό να αρκεί για την πρώτη φάση οικοδόμησης του νέου κοινωνικού συστήματος αλλά σίγουρα δεν αρκεί για τη συνέχεια. Η ίδια η φύση των νέων παραγωγικών σχέσεων απαιτεί την ολόπλευρη συμμετοχή της εργατικής τάξης στη διαχείριση των υποθέσεών της. Το κομβικό ζήτημα για την οικοδόμηση των κομμουνιστικών παραγωγικών σχέσεων είναι η βαθμιαία ανάπτυξη, ποσοτική και ποιοτική, της  συμμετοχής του λαού στην διοίκηση της παραγωγής και γενικά όλων των κοινωνικών υποθέσεων. Τα μεγέθη στο ζήτημα αυτό δεν είναι μια για πάντα δεδομένα. 

 

Γιατί όμως είναι αναπόφευκτη για ένα ιστορικό διάστημα η ύπαρξη ξεχωριστού στρώματος διαχειριστών της πολιτικής και της οικονομίας; Πρωτίστως γιατί οι παραγωγικές δυνάμεις δεν είναι τόσο αναπτυγμένες ώστε όλοι να μπορούν να ασχολούνται με όλα και να εναλλάσσονται στις διαφορετικές εργασίες, μαζί και στις διευθυντικές. Άρα, μοιραία χρειάζονται ακόμη επαγγελματίες πολιτικοί. Ταυτόχρονα, το επίπεδο γνώσης, μόρφωσης, εμπειριών, πολιτικής και κοινωνικής συνείδησης των εργαζομένων διαφέρει. Άρα διαφέρουν και οι δυνατότητες ή και η διάθεση συμμετοχής στα κοινά.

 

Η οικοδόμηση των νέων κοινωνικών σχέσεων απαιτεί τη βαθμιαία υπέρβαση αυτών των περιορισμών και εμποδίων. Θα πρέπει και η μαγείρισσα να μάθει να διοικεί και να διοικεί πράγματι το κράτος. Στην προσπάθεια υπέρβασης των περιορισμών αλλά και δημιουργίας των προϋποθέσεων για το μέλλον, οι σοσιαλιστικές επαναστάσεις και οι θεωρητικοί του μαρξισμού ανέδειξαν τη σημασία της νέου τύπου, της επαναστατικής δημοκρατίας που πρέπει να διέπεται από πέντε βασικές αρχές:

1.Αιρετότητα όλων των υπεύθυνων στελεχών του κράτους, έτσι ώστε η εργατική τάξη και ο λαός να επιλέγουν αυτοί και μόνον αυτοί σε ποιον θα εμπιστεύονται τα καθήκοντα αυτά.

 

2.Ανακλητότητα ανά πάσα στιγμή, έτσι ώστε η εργατική τάξη και ο λαός να μπορούν να ανακαλούν όποιον δεν στάθηκε στο ύψος της εμπιστοσύνης τους, ακριβώς όπως ο καπιταλιστής απολύει οποτεδήποτε το διαχειριστή του που αποδείχθηκε αντιπαραγωγικός, ανίκανος ή κλέφτης.

 

3.Εναλλαγή προσώπων στις υπεύθυνες θέσεις έτσι ώστε να μην δημιουργούνται “αυθεντίες”, “αναντικατάστατοι” αλλά, αντιθέτως, να γνωρίζουν ολοένα και περισσότεροι στην πράξη τα καθήκοντα της διοίκησης του κράτους.

 

4.Έλεγχος από τα κάτω, διαρκής και αποτελεσματικός. Αυτό προϋποθέτει ελευθερία συζήτησης και κριτικής, ουσιαστική πληροφόρηση και γνώση, κατάργηση των “στεγανών”, των δήθεν κρατικών μυστικών.

 

5.Κατάργηση κάθε προνομίου για τους επαγγελματίες πολιτικούς και αμοιβή των κρατικών στελεχών με ένα συνηθισμένο εργατικό μισθό έτσι ώστε να περιοριστεί η θεσιθηρία και ο καριερισμός. Στο ζήτημα ειδικά αυτό έδιναν μεγάλη σημασία οι Μαρξ, Ένγκελς και Λένιν[6].

 

Τα μέτρα αυτά αποτελούν ένα αποτελεσματικό μέσο για τον περιορισμό των αρνητικών επιδράσεων του καταμερισμού της εργασίας, ειδικότερα του διαχωρισμού σε διοικούντες και διοικούμενους. Η επαναστατική δημοκρατία αποτελεί συστατικό στοιχείο των νέων παραγωγικών σχέσεων και όχι μόνο του εποικοδομήματος. Σοσιαλιστικές σχέσεις παραγωγής δεν σημαίνει μόνο κρατική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής αλλά και δημοκρατική συμμετοχή του λαού.

Η επαναστατική δημοκρατία μπορεί σε μια ιστορική προοπτική να οδηγήσει στην εξάλειψη του καταμερισμού. Χρειάζεται όμως, όπως προαναφέρθηκε, μαζί η ανύψωση των παραγωγικών δυνάμεων και του επιπέδου ζωής, του επιπέδου γνώσης του λαού και άλλοι παράγοντες. Κατά συνέπεια, η σταθεροποίηση και ανάπτυξη της επαναστατικής δημοκρατίας είναι μοχλός για την προώθηση της κοινωνικής ανάπτυξης και για την επίλυση της εναπομείνασας βασικής αντίθεσης ανάμεσα στους διοικούντες και στους διοικούμενους.

 

Όπως σημείωνε ο Λένιν, “βαδίζοντας πάνω σ' αυτό το δρόμο (δηλ. στην εφαρμογή των μέτρων της επαναστατικής δημοκρατίας τύπου Κομμούνας - σημ. δική μου) θα φτάσουμε στην πλήρη καταστροφή της γραφειοκρατίας”, σε συνθήκες τέτοιες “που θα επιτρέπουν σε όλους δίχως εξαίρεση να εκπληρώνουν τις “κρατικές λειτουργίες”, κι αυτό θα οδηγήσει στην ολοκληρωτική απονέκρωση κάθε κράτους γενικά (σημ.: τα τονισμένα του Λένιν)”[7].

 

 

Η δυνατότητα μετατροπής της αντίθεσης σε ανταγωνιστική

 

Ο καταμερισμός της εργασίας αντικειμενικά επιβάλλει μια σχετική αυτοτέλεια της διευθυντικής εργασίας. Αυτό ισχύει και για τις ταξικές κοινωνίες και για τις σοσιαλιστικές. Αυτή η σχετική αυτοτέλεια μπορεί να είναι ανεκτή ή και επιθυμητή στην καπιταλιστική κοινωνία.

 

Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο για τη σοσιαλιστική. Η φύση της δεύτερης είναι εντελώς διαφορετική. Απαιτεί τη διαρκή πορεία μπροστά, προς την εξάλειψη του διαχωρισμού. Επομένως, κάθε διόγκωση της αυτοτέλειας συνιστά κίνδυνο για την πορεία προς την πλήρη εξάλειψη του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας, υπονομεύει την πορεία προς την ολοένα και πληρέστερη συμμετοχή των εργαζομένων.

 

Όπως ειπώθηκε, η διευθυντική εργασία δεν είναι περιττή στη σοσιαλιστική κοινωνία. Το αντίθετο έχει αποδειχθεί τόσο θεωρητικά από τους κλασικούς όσο και με βάση την ιστορική πείρα[8]. Η σοσιαλιστική κοινωνία έχει ανάγκη από διαχειριστές. Σημαίνει όμως ότι ο ρόλος τους στη σοσιαλιστική κοινωνία πρέπει να είναι υπό μετασχηματισμό και, εν τέλει, ιστορικά, προοπτικά, υπό εξάλειψη.

 

Έτσι, λοιπόν, στη σοσιαλιστική κοινωνία, μετά την εξάλειψη της αντίθεσης αστικής τάξης και εργατικής, η επόμενη σημαντική αντίθεση που απομένει να επιλυθεί είναι εκείνη ανάμεσα στην εργατική τάξη και στους διαχειριστές της οικονομίας και του κράτους της.

 

Η σχετική αυτοτέλεια της ηγετικής κρατικής γραφειοκρατίας διευρύνεται όταν: 1.δεν λειτουργεί σωστά η επαναστατική δημοκρατία, δεν τηρούνται κατά βάση οι προαναφερθείσες αρχές και, κατά συνέπεια, οι πολιτικές και οικονομικές αποφάσεις λαμβάνονται τελικά από αυτήν χωρίς την ουσιαστική συμμετοχή των εργαζομένων, 2.το ηγετικό διευθυντικό στρώμα τείνει να καρπώνεται μεγαλύτερο μερίδιο του κοινωνικού προϊόντος από εκείνο που αντιστοιχεί στην παρεχόμενη εργασία του. Αναφέρομαι βεβαίως, στα μισθολογικά και άλλα προνόμια (νόμιμα ή παράνομα δεν έχει τόσο σημασία) που σταδιακά συσσώρευσαν τα διευθυντικά στρώματα των σοσιαλιστικών κρατών. Στις περιπτώσεις αυτές η αντίθεση τείνει να γίνει ανταγωνιστική και όπως θα δούμε, υπό προϋποθέσεις, γίνεται ανταγωνιστική.

 

 

Η σοβιετική και άλλη εμπειρία

 

Στην Σοβιετική Ένωση και στα άλλα πρώην σοσιαλιστικά κράτη παρατηρήθηκαν και βαθμιαία επικράτησαν ακριβώς αυτά τα φαινόμενα. Αποδυναμώθηκαν οι δημοκρατικοί θεσμοί της άμεσης και της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Οι συνελεύσεις, οι εκλογικές διαδικασίες, οι αρχές της αιρετότητας, του ελέγχου του λαού στους αντιπροσώπους του, της ανακλητότητας κατέληξαν σε σημαντικό βαθμό τυπικές και χωρίς πραγματικό περιεχόμενο, έχασαν τη δυναμική τους. Κατέληξαν να είναι τυπικές διαδικασίες, συνήθως υπαγορευμένες από το κυβερνητικό κομμουνιστικό κόμμα.

 

Αυτό δεν ίσχυε σε όλα τα σοσιαλιστικά κράτη με τον ίδιο τρόπο και στον ίδιο βαθμό. Ούτε σε όλες τις περιόδους της ύπαρξής τους ίσχυε με τον ίδιο τρόπο και βαθμό. Ωστόσο, αποτέλεσε κοινό χαρακτηριστικό, κοινή λίγο -πολύ τάση.

 

Για παράδειγμα, επικράτησε η πρακτική της μοναδικής υποψηφιότητας στις εκλογικές διαδικασίες[9]. Αυτό σήμαινε ότι το κομμουνιστικό κόμμα πρότεινε έναν υποψήφιο άμεσα ή μέσω ενός συνδικαλιστικού ή άλλου φορέα. Οι εκλογείς δεν είχαν τη δυνατότητα να επιλέξουν κάποιον άλλο, παρά μόνο να τον εγκρίνουν ή να τον απορρίψουν. Αυτό ίσχυε ακόμη και στα κράτη εκείνα στα οποία επιτρεπόταν από το νόμο η  ύπαρξη πολλαπλών υποψηφιοτήτων. Με αυτό τον τρόπο, τα επαναστατικά κόμματα έχασαν το δυναμισμό τους και τη σχέση τους με το λαό που είχε σφυρηλατηθεί στις επαναστατικές συνθήκες. Η εκλογική διαδικασία κατέληξε προσχηματική. Η συζήτηση και ο έλεγχος των αντιπροσώπων ατόνησαν ή κατέληξε απολύτως φορμαλιστικός.

 

Είναι χαρακτηριστικό ότι οι ίδιοι οι σοβιετικοί ηγέτες έκαναν λόγο, ήδη το 1937, για εκφυλιστικά φαινόμενα βάσει των οποίων οι δημοκρατικές διαδικασίες στα Σοβιέτ είχαν γίνει απολύτως προσχηματικές καλύπτοντας στην πραγματικότητα ένα πελατειακό σύστημα σχέσεων, όπου οι αντιπρόσωποι του λαού ήταν ανεξέλεγκτοι. Δεν λογοδοτούσαν ή η λογοδοσία δεν ήταν ουσιαστική ενώ θεωρούσαν βέβαιη και εξασφαλισμένη την επανεκλογή τους[10]. Αντίστοιχες μαρτυρίες υπάρχουν και από άλλες πλευρές. Για παράδειγμα κουβανός ανταποκριτής στη Μόσχα την τελευταία περίοδο της Σοβιετικής Ένωσης κάνει λόγο για “διεφθαρμένες εκλογικές διαδικασίες[11].

 

Σε όλα τα Συντάγματα των σοσιαλιστικών κρατών προβλεπόταν η δυνατότητα ανάκλησης των αντιπροσώπων. Ωστόσο, γινόταν ελάχιστη ως μηδενική χρήση του δικαιώματος, τουλάχιστον στο επίπεδο του ανώτατου αντιπροσωπευτικού οργάνου[12]. Άρα τόσο η εκλογή, όσο και η ανακλητότητα, ο λαϊκός έλεγχος από τα κάτω και η εναλλαγή των προσώπων στις δημόσιες θέσεις ατόνησαν σοβαρά.

 

Αντίστοιχες ήταν οι εξελίξεις σε έναν άλλο κρίσιμο τομέα της σοσιαλιστικής δημοκρατίας: στους εργασιακούς χώρους. Εκεί η συμμετοχή των εργαζομένων στη συζήτηση για τη λήψη κρίσιμων αποφάσεων για την οικονομία έγινε επίσης σε μεγάλο βαθμό τυπική. Όπως σημειώνει ο κουβανός οικονομολόγος Κάρλος Ταμπλάδα, το βάρος έπεφτε μονομερώς στην υλοποίηση των αποφάσεων που είχαν ληφθεί στα κυβερνητικά κλιμάκια και όχι στη συμμετοχή των εργαζομένων στην επεξεργασία και αξιολόγηση των πολιτικών[13]. Αντίστοιχες παρατηρήσεις είχε κάνει πολλά χρόνια πριν ο Τσε[14].

 

Η ιστορική εμπειρία έδειξε επίσης ότι τα πολιτικά προνόμια που συγκεντρώθηκαν στα χέρια των κυβερνώντων συμπληρώθηκαν τελικά από υλικά προνόμια. Η ανάληψη από την πλευρά των κυβερνώντων της ευθύνης χάραξης της πολιτικής, έτεινε να τους αυτονομήσει και υλικά, από την άποψη των συνθηκών ζωής και του βιοτικού επιπέδου.  Η κατάργηση του αστικού κράτους από τις επαναστάσεις και η δημιουργία σοσιαλιστικών κρατών είχε χαρακτηριστεί από την κατάργηση των υλικών προνομίων των κυβερνώντων.

 

Σταδιακά όμως παρατηρήθηκε η επανεδραίωσή τους. Για παράδειγμα, στη Σοβιετική Ένωση εμφανίστηκε πολύ νωρίς η τάση αυτή.  Ο Λένιν εντόπισε έγκαιρα το πρόβλημα. Ήδη στο Κράτος και επανάσταση βρέθηκε στην ανάγκη να παρέμβει τονίζοντας ότι «εντελώς ασυγχώρητα ενεργούν οι μπολσεβίκοι εκείνοι» που προτείνουν αυξήσεις των μισθών των κρατικών αξιωματούχων, αντί να τους περιορίζουν στο επίπεδο του συνηθισμένου εργατικού μισθού[15]. Έχει ενδιαφέρον να παρατηρήσει κανείς πώς η διαδικασία αυτή καταγράφεται στη σοβιετική λογοτεχνία και μάλιστα στην επίσημα αποδεκτή της περιόδου διακυβέρνησης από τον Στάλιν[16].

 

Η αναλογία βασικού μισθού και μισθών των υψηλότερων κλιμακίων των κυβερνώντων στη Σοβιετική Ένωση διαμορφώθηκε ήδη κατά τη δεκαετία του 1930 σε 1:10 και αργότερα στο 1:15 ή και 1:20. Ανάλογες ήταν οι εξελίξεις και στις άλλες σοσιαλιστικές χώρες. Στην Κίνα, η ψαλίδα αυτή έφτασε ήδη κατά τις δεκαετίες του 1950 και 1960 στο 1:10 και κάποιες περιόδους 1:15[17].

 

Στα μισθολογικά προνόμια πρέπει να προστεθούν και τα κάθε είδους υλικά προνόμια  όπως για παράδειγμα, πρόσβαση σε ειδικές υπηρεσίες στην υγεία, στην παιδεία, στην κατοικία κά. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα ηγετικά στελέχη του ΚΚ της Σοβιετικής Ένωσης διέθεταν, την τελευταία τουλάχιστον περίοδο, υπηρετικό προσωπικό, κηπουρούς κλπ. Τα νόμιμα αυτά προνόμια συμπληρώνονταν και με άλλα, παράνομα αποκτημένα, που όμως η κυρίαρχη θέση των ηγετικών διευθυντικών στρωμάτων το επέτρεπε[18].

 

Η αντίθεση σε τέτοιες συνθήκες, παρότι αρχικά δεν είναι ανταγωνιστική, τείνει να μετατραπεί σε τέτοια. Η τάση αυτή ενισχύεται ιδίως αν ληφθεί υπόψη ότι επηρεάζεται διαρκώς από τα υπολείμματα της αντίθεσης εργασίας και κεφαλαίου που επιβιώνουν τόσο στο πλαίσιο κάθε συγκεκριμένης χώρας όσο και με το δεδομένο της ανταγωνιστικής ύπαρξης των καπιταλιστικών κρατών δίπλα στα σοσιαλιστικά.



[1]              Βλ. Για παράδειγμα Φ. Ένγκελς, Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη εποχή, 1981, σελ. 167 επ.

[2]              Βλ. Κ. Μαρξ, Κριτική του προγράμματος της Γκότα, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1983, σελ. 214.

[3]              Βλ. Β.Ι.Λένιν, “Κράτος και επανάσταση”, Άπαντα, τ. 33, σελ. 116.

[4]              Βλ. Κ. Μαρξ, Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 2000, σελ. 20.

[5]                     Βλ. Β.Ι.Λένιν, “Η μεγάλη πρωτοβουλία”, Άπαντα, τ. 39, σελ. 21.

[6]           Βλ. ενδεικτικά Κ. Μαρξ, Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 2000 και Β.Ι.Λένιν, “Κράτος και επανάσταση”, Άπαντα, τ. 33, σελ. 44.

[7]              Βλ. Β.Ι.Λένιν, “Κράτος και επανάσταση”, Άπαντα, τ. 33, σελ. 117.

[8]                       Βλ. ενδεικτικά Φ. Ένγκελς, “Για το κύρος”, Διαλεχτά Έργα, τ. 1, εκδ. ΚΕ του ΚΚΕ, χ.χρ.,  σελ. 767 επ.

[9]              ΒλChtchiglik, Lautogestion socialiste, Moscou, ed. Progres, 1989, σελ. 88 επ.

[10]            Βλ. Α. Ζντάνοφ, «Εισήγηση στην Ολομέλεια της ΚΕ του ΠΚΚ (μπ), 29/2/1937», Κομμουνιστική Επιθεώρηση, 4/2008, σελ. 145 επ.

[11]            Βλ. P. Para, “Por que cayo el sosialismo en Europa? Por que no cayo Cuba?”, 9/9/2015, www.cubadebate.cu

[12]            Βλ. ενδεικτικά M. Miaille, Το κράτος του δικαίου (εισαγωγή στην κριτική του συνταγματικού δικαίου), Θεσσαλονίκη, εκδ. Παρατηρητής, 1983, σελ. 188 επ. και Β.Ι.Λένιν, «Εισήγηση για το δικαίωμα ανάκλησης στη συνεδρίαση της ΠΚΕΕ, 21 του Νοέμβρη 1917», Άπαντα, τ. 35, σελ. 106-107 και 109-111.

[13]            Βλ. Κ. Ταμπλάδα, Τσε Γκεβάρα: η πολιτική οικονομία της οικοδόμησης του σοσιαλισμού, Αθήνα, εκδ. Διεθνές βήμα, 2014, σελ. 305 και Σ. Μπετελέμ, Οι ταξικοί αγώνες στην ΕΣΣΔ, τ. 2 (1923-1930), Αθήνα, εκδ. Κέδρος, 1974, σελ. 204 επ.

[14]            Βλ. και τις σχετικές απόψεις του Τσε Γκεβάρα στο Δ. Καλτσώνης, Ο Τσε για το κράτος και την επανάσταση, Αθήνα, εκδ. Τόπος, 2012, σελ. 152 επ. και την εκεί παραπεμπόμενη βιβλιογραφία.

[15]            Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Κράτος και επανάσταση», Άπαντα, τ. 33, σελ. 78 και του ίδιου, «Για τους μισθούς των ανώτατων δημόσιων και ιδιωτικών υπαλλήλων», Άπαντα, τ. 35, σελ. 105.

[16]            Βλ. Β. Κοτσέτωφ, Αδελφοί Γιερσώφ, Αθήνα, εκδ. Κυψέλη, 1959.

[17]            Βλ. Ε. Μαντέλ, Εξουσία και χρήμα (μαρξιστική θεωρία της γραφειοκρατίας), Αθήνα, εκδ. Πρωτοποριακή βιβλιοθήκη, 1994, σελ. 112 επ. και Σ. Μπετελέμ, Οι ταξικοί αγώνες στην ΕΣΣΔ, οπ.π., τ. 1 (1917-1923), σελ. 107 και τ. 2 (1923-1930), σελ. 247 και Μ. Μάρκοβιτς, Αυτοδιαχείριση, Αθήνα, εκδ. Επίκουρος, 1975, σελ. 51 και Α. Βλάχου – Π. Μαυροκέφαλος, Ο σοσιαλιστικός μετασχηματισμός της Κίνας, Αθήνα, εκδ. Ίδρυμα Μεσογειακών Μελετών, 1989, σελ. 169-170 και P. Trolliet, La Chine et son économie, Paris, Armand Colin, 1981, σελ. 264.

[18]            Βλ. περισσότερα, Δ. Καλτσώνης, Τι είναι το κράτος; τι δημοκρατία χρειαζόμαστε;, Αθήνα, εκδ. Τόπος, 2016, σελ. 81 επ.

Δείτε τον πρώτο κύκλο των "7 απλών μαθημάτων του μαρξισμού"

smile

Παρουσίαση βιβλίου - Κυριακή, 12 Νοεμβρίου 2017
read more ...

Βιβλιοπαρουσίαση-Συζήτηση: Ζητήματα τακτικής και στρατηγικής | Β.Λιόσης - Δευτέρα, 6 Νοεμβρίου 2017

read more ...

«Το Τελευταίο Σημείωμα» - Το γενναίο βήμα του Π.Βούλγαρη και οι μικρές (αλλά σημαντικές) παραφωνίες - Δευτέρα, 6 Νοεμβρίου 2017

 

Ας το ξεκαθαρίσουμε από την αρχή, προς αποφυγήν παρεξηγήσεων αλλά και γιατί ζούμε σε εποχές που στον δημόσιο διάλογο κυριαρχεί το δόγμα «πρώτα πυροβολείς και μετά ρωτάς»: Το τελευταίο σημείωμα, η ταινία του Παντελή Βούλγαρη που ήδη είναι στις κινηματογραφικές αίθουσες είναι μια πολύ καλή ταινία. 

read more ...