Σχετικά με την κατάσταση της εργατικής τάξης μετά την εφαρμογή των μνημονίων - ΜΕΡΟΣ ΙII

του Βασίλη Λιόση

Συνέχεια του δεύτερου μέρους

Δ1. Οι απεργίες

Αρχής γενομένης της εφαρμογής του πρώτου μνημονίου έχουν πραγματοποιηθεί μέχρι σήμερα κοντά στις 30 γενικές απεργίες. Δεν κατέστη εφικτό να βρεθούν ακριβή στοιχεία ανά έτος. Το μόνο έτος για το οποίο υπάρχουν λεπτομερή στοιχεία είναι για το 2011. Πριν την παράθεση των σχετικών στοιχείων να σημειώσουμε τα εξής:

1. Πολλές από τις απεργίες που διεξήχθησαν ήταν ιδιαίτερα μαζικές αλλά σταδιακά έφθινε η συμμετοχή των εργαζομένων.

2. Ήδη υπάρχει ένα νεκρό διάστημα τους τελευταίους μήνες. Θεωρούμε πως σε αυτό έχει παίξει ρόλο α) η προβοκάτσια της Μαρφίν με τους τρεις νεκρούς εργαζόμενους που δημιούργησε φόβο και αποστροφή σε πλειάδα εργαζομένων, β) η στάση της ηγεσίας της ΓΣΕΕ που φέρει βαρύτατες ευθύνες για τη μη οργάνωση αγώνων, γ) η στάση του ΠΑΜΕ που κάνει ξεχωριστές συγκεντρώσεις, δημιουργεί ξεχωριστά σωματεία εκεί που ήδη υπάρχουν, δεν επιδιώκει να υπάρχουν κοινά πλαίσια πάλης με άλλες δυνάμεις ριζοσπαστικού προσανατολισμού, δ) τα αλλεπάλληλα κύματα κυβερνητικής αντιλαϊκής πολιτικής που εφαρμόζονται με βάση το δόγμα του σοκ και όντως δημιουργούν ένα σοκ, ε) η μέχρι στιγμής αναποτελεσματικότητα των αγώνων και στ) ο φόβος της απόλυσης μπροστά στο μεγάλο φάσμα της ανεργίας.

Το 2010 πραγματοποιήθηκαν δυο μεγάλες απεργίες. Η μια ήταν στις 5 Μαΐου, ήταν 24ωρη και υπήρχε μεγάλη συμμετοχή του κόσμου και η άλλη στις 20 Μαΐου, επίσης 24ωρη με μαζικές συγκεντρώσεις.

Μέσα στο 2011 πραγματοποιήθηκαν περίπου 445 απεργίες και στάσεις εργασίας. Η κατανομή τους είχε ως εξής:

ΕΙΔΟΣ ΑΠΕΡΓΙΑΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ

Ιδιωτικός τομέας

240

Δημόσιος τομέας

91

ΔΕΚΟ

70

Επιχειρησιακές

224

Κλαδικές

62

Ομοιοεπαγγελματικές

34

Στάσεις εργασίας

158

24ωρες

200

48ωρες

84

Διαρκείας

9

Γενικές πανελλαδικές

4

 

Εκτός από τις απεργίες σημειώθηκαν και 53 καταλήψεις. Στις απεργίες του 2011 συνηθέστερο αίτημα ήταν της μη απόλυσης ή για την επαναπρόσληψη εργαζομένων. Αυτού του είδους τα αιτήματα καταγράφηκαν σε 122 περιπτώσεις. Η διεκδίκηση δεδουλευμένων ήταν η δεύτερη πιο συνηθισμένη αιτία (112 απεργίες). Το τρίτο σε σειρά ήταν τα ζητήματα αναδιαρθρώσεων, ιδιωτικοποιήσεων, συγχωνεύσεων-εξαγορών ή και κλεισίματος επιχείρησης (105 απεργίες). Σε 73 περιπτώσεις διατυπώνεται ως αίτημα η μη πραγματοποίηση μείωσης μισθού, σε 51 καταγράφονται απεργίες που αφορούν στα ευρύτερα ζητήματα εργασιακών σχέσεων, 45 για το μέτρο της εργασιακής εφεδρείας, σε 35 για την τήρηση των συλλογικών συμβάσεων σε επιχειρησιακό επίπεδο, σε 33 για υπογραφή συλλογικής σύμβασης, σε 14 για τη μη εφαρμογή ή την ανάκληση της επιβολής του συστήματος της εκ περιτροπής εργασίας, σε 12 για συνταξιοδοτικά και κοινωνικοασφαλιστικά αιτήματα και σε για το χρόνο εργασίας.


Ανάμεσα στις απεργίες του 2011, εκτός των πανελλαδικών, ξεχώρισαν για τη διάρκειά τους, τη μαχητικότητά τους και τη βαρύτητά τους:

1) Η απεργία της ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ (12 Οκτωβρίου) στην οποία έγινε κατάληψη του Κέντρου Έκδοσης Λογαριασμών με σκοπό να μπλοκάρει την έκδοση των λογαριασμών ηλεκτρικού ρεύματος που αφορούσαν στο ειδικό τέλος ακίνητης περιουσίας.

2)  Η απεργία στην ελληνική χαλυβουργία που ξεκίνησε στις 31 Οκτωβρίου και κράτησε 9 μήνες. Η ελληνική βιομηχανία είχε πολλά χρόνια να δει απεργία τόσο μεγάλη σε χρονική διάρκεια, με τέτοια ταξικά χαρακτηριστικά και τέτοια συμπαράσταση από τον κόσμο. Ο ηρωικός αγώνας των χαλυβουργών έληξε με επέμβαση των ΜΑΤ που ήταν μια ευθεία και χωρίς περιστροφές στήριξη της κυβέρνησης στην εργοδοσία.

3) Η απεργία των εργαζομένων στα μέσα μαζικής μεταφοράς που πραγματοποίησαν συνεχείς 24ωρες απεργίες.

4) Άξια αναφοράς είναι και η κινητοποίηση των εργαζομένων στο κανάλι ALTER που ξεκίνησε στις 7 Σεπτεμβρίου.

Για το 2013 ξεχώρισαν οι κινητοποιήσεις των εκπαιδευτικών και των εργαζομένων της ΕΡΤ. Να σημειωθεί πως στις γενικές συνελεύσεις των εκπαιδευτικών η συμμετοχή ήταν πρωτόγνωρη και μπορεί να συγκριθεί μόνο με αντίστοιχες συμμετοχές προηγούμενων δεκαετιών που το συνδικαλιστικό κίνημα βρισκόταν σε πολύ καλύτερη κατάσταση[1]. Ένα μέτρο για την επιτυχία των απεργιών είναι το ποσοστό συμμετοχής, αλλά δυστυχώς τέτοια στοιχεία δεν υπάρχουν ή σε κάθε περίπτωση δεν μπορέσαμε να βρούμε.

           
Παρακάτω παραθέτουμε ένα πίνακα με τις κυριότερες απεργίες για το διάστημα 2011-2013.

 

 

2012-2013

ΑΠΕΡΓΙΕΣ

15.2.2011

Παναττική στάση εργασίας 12-15.15 μ.μ. Ε.ΚΑ.

23.2.2011

24ωρη Πανελλαδική απεργία Γ.Σ.Ε.Ε.- ΑΔΕΔΥ-Ο.Τ.Ο.Ε.-Σ.Υ.Ε.Τ.Ε.

11.5.2011

24ωρη Πανελλαδική απεργία Γ.Σ.Ε.Ε.- ΑΔΕΔΥ-Ο.Τ.Ο.Ε.-Σ.Υ.Ε.Τ.Ε.

23.5.2011

2ωρη στάση εργασίας 11.00-13.00 στον Νομό Λασιθίου

9.6.2011

24ωρη Πανελλαδική απεργία Ο.Τ.Ο.Ε.

15.6.2011

24ωρη Πανελλαδική απεργία Γ.Σ.Ε.Ε.- ΑΔΕΔΥ-Ο.Τ.Ο.Ε.-Σ.Υ.Ε.Τ.Ε.

16.6.2011

24ωρη απεργία Εργατικών Κέντρων Κρήτης

28&29.6.2011

48ωρη Πανελλαδική απεργία Γ.Σ.Ε.Ε.- ΑΔΕΔΥ-Ο.Τ.Ο.Ε.-Σ.Υ.Ε.Τ.Ε.

5/10/2011

24ωρη Ε.Κ. Πρέβεζας & Κέρκυρας

19&20.10.2011

48ωρη Πανελλαδική απεργία Γ.Σ.Ε.Ε.- ΑΔΕΔΥ-Ο.Τ.Ο.Ε.-Σ.Υ.Ε.Τ.Ε.

1.12.2011

24ωρη Πανελλαδική απεργία Γ.Σ.Ε.Ε.-ΑΔΕΔΥ-Ο.Τ.Ο.Ε. -Σ.Υ.Ε.Τ.Ε.

17/1/2012

24ωρη Παναττικη απεργία Ε.Κ.Α.

7/2/2012

24ωρη Πανελλαδική απεργία Γ.Σ.Ε.Ε.-ΑΔΕΔΥ

10&11/2/2012

48ωρη Πανελλαδική απεργία Γ.Σ.Ε.Ε.-ΑΔΕΔΥ-Ο.Τ.Ο.Ε.

29/2/2012

3ωρη Πανελλαδική στάση εργασίας 12-3.15

4/4/2012

24ωρη στους νομούς ΑΧΑϊΑΣ -ΦΘΙΩΤΙΔΑΣ- ΛΕΣΒΟΥ- Ο.Τ.Ο.Ε.

30/7/2012

24ωρη Πανελλαδική απεργία Ο.Τ.Ο.Ε.-Σ.Υ.Ε.Τ.Ε.

26/9/2012

24ωρη Πανελλαδική απεργία Γ.Σ.Ε.Ε.-ΑΔΕΔΥ

9/10/2012

3ωρη Παναττική στάση εργασίας Γ.Σ.Ε.Ε. ΑΔΕΔΥ-Ο.Τ.Ο.Ε.-Σ.Υ.Ε.Τ.Ε(12.15-15.15)

18/10/2012

24ωρη Πανελλαδική απεργία Γ.Σ.Ε.Ε.-ΑΔΕΔΥ-Ο.Τ.Ο.Ε.

24/10/2012

24ωρη Πανελλαδική απεργία Ο.Τ.Ο.Ε.

25/10/2012

24ωρη Πανελλαδική απεργία Ο.Τ.Ο.Ε.

6&7/11/2012

48ωρη Πανελλαδική απεργία Γ.Σ.Ε.Ε.-ΑΔΕΔΥ-Ο.Τ.Ο.Ε.

14/11/2012

3ωρη Πανελλαδική στάση εργασίας 12.15-15.15

19/12/2012

3ωρη Πανελλαδική στάση εργασίας 12.15-15.15

16/1/2013

24ωρη Πανελλαδική-παντραπεζική Ο.Τ.Ο.Ε.

25/1/2013

3ωρη Παναττική στάση εργασίας 12-3 και στάση εργασίας Ε.Κ. Λιβαδειάς

6/2/2013

24ωρη Παναττική απεργία Γ.Σ.Ε.Ε.

8/2/2013

3ωρη στάση εργασίας Ε.Κ. Λασιθίου

12/2/2013

3ωρη στάση εργασίας 07.45-11.00 - Ε.Κ.Α.

20/2/2013

24ωρη Γ.Σ.Ε.Ε.-Ο.Τ.Ο.Ε.

14/3/2013

4ωρη στάση εργασίας 07.45-11.45- Ε.Κ. Λασιθίου

29/4/2013

Παναττική στάση εργασίας Σ.Υ.Ε.Τ.Ε. 11.30-15.15

1/5/2013

24ωρη πανελλαδική απεργία Γ.Σ.Ε.Ε.-ΑΔΕΔΥ-Ο.Τ.Ο.Ε.

16/5/2013

4ωρη πανελλαδική στάση εργασίας Γ.Σ.Ε.Ε.

13/6/2013

24ωρη πανελλαδική απεργία Γ.Σ.Ε.Ε.

16/7/2013

24ωρη πανελλαδική απεργία Γ.Σ.Ε.Ε.- ΑΔΕΔΥ

6/11/2013

24ωρη πανελλαδική απεργία Γ.Σ.Ε.Ε.-ΑΔΕΔΥ

17/1/2014

3ωρη στάση εργασίας 12-3 - Ε.Κ. Πρέβεζας

 

 

Δ2. Η συνδικαλιστική πυκνότητα

Η συνδικαλιστική πυκνότητα είναι ένα κρισιμότατο μέγεθος για το επίπεδο συνείδησης και δράσης της εργατικής τάξης. Ως συνδικαλιστική πυκνότητα ορίζεται το ποσοστό των συνδικαλισμένων μισθωτών στο σύνολο του μισθωτού πληθυσμού της οικονομίας ή των επιμέρους κλάδων της. Για τον υπολογισμό της συνδικαλιστικής πυκνότητας υπάρχουν διάφορα προβλήματα αλλά εν πάση περιπτώσει υπάρχουν κάποιες προσεγγίσεις στον υπολογισμό της. Σύμφωνα με σχετικές μελέτες η εξέλιξη της συνδικαλιστικής πυκνότητας έχει ως εξής[2],[3]:

 

ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΙΚΗ ΠΥΚΝΟΤΗΤΑ

ΕΤΟΣ

ΠΟΣΟΣΤΟ

1985

37%

1998

24%

2004

22%

2013(;)

26%

 


Ορισμένες παρατηρήσεις:

1) Σε ορισμένες περιπτώσεις υπάρχουν διαφορές σχετικά σημαντικές. Για παράδειγμα τα στοιχεία που παραθέτουμε παραπάνω για τα έτη 1985, 1998 και 2004 είναι με βάση τα στοιχεία της ΓΣΕΕ. Ωστόσο για το 2004 σε μελέτη της VPRC η συνδικαλιστική πυκνότητα υπολογίστηκε στο 17%.

2) Η συνδικαλιστική πυκνότητα δεν είναι ομοιόμορφα κατανεμημένη. Για παράδειγμα το 2004 το ποσοστό της συνδικαλιστικής πυκνότητας στο δημόσιο έφτανε το 90%, ενώ στον ιδιωτικό τομέα δεν υπερέβαινε το 15%. Προφανώς το γενικό ποσοστό του 2004 βγαίνει στο 22%, αφού οι εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα είναι πολύ περισσότεροι από αυτούς του δημόσιου.

3) Για τη σύγχρονη περίοδο η ανισοκατανομή αυτή παραμένει: για τον ιδιωτικό τομέα το ποσοστό παραμένει στο 15% και στο δημόσιο φτάνει στο 65%[4].

4) Από σχετικές μελέτες αποδεικνύεται πως τα μεγέθη συνδικαλιστική πυκνότητα και κοινωνικές παροχές είναι αντιστρόφως ανάλογα. Με άλλα λόγια, όσο το εργασιακό πλαίσιο διαλύεται τόσο η συνδικαλιστική πυκνότητα μειώνεται[5].

5) Ως κριτήριο συνδικαλισμένων εργαζομένων λαμβάνεται η οικονομική τακτοποίηση. Όμως, οικονομικά τακτοποιημένα μέλη δε σημαίνει απαραίτητα ότι πρόκειται για ενεργά μέλη του συνδικάτου, ούτε καν ότι ψηφίζουν στις αρχαιρεσίες του σωματείου.

 

ΜΕΡΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Οι αλλαγές που επήλθαν στην κατάσταση της ελληνικής εργατικής τάξης από το 2010 κι εντεύθεν είναι πρωτόφαντες σε παγκόσμιο επίπεδο. Το εργατικό κίνημα δεν ήταν προετοιμασμένο να αντιμετωπίσει αυτή τη λαίλαπα και αυτό σχετίζεται α) με την καλλιέργεια συντεχνιακών αντιλήψεων που τις έσπειραν κατά κύριο λόγο οι δυνάμεις του παλιού κλασικού δικομματισμού και με την προκλητικά φιλοκυβερνητική και εργοδοτική στάση αυτών των δυνάμεων προ και μετά μνημονίου, β) με την εξαγορά των συνειδήσεων μέσω εκλογικών μηχανισμών και ευρωπαϊκών προγραμμάτων, γ) με την πολυδιάσπαση του συνδικαλιστικού κινήματος, δ) με τη μακροχρόνια διάλυση των εργασιακών σχέσεων που μπήκε σε εφαρμογή τις τελευταίες δεκαετίες, ε) με τις λογικές του σεχταρισμού και της δήθεν επαναστατικής καθαρότητας των οποίων φορείς υπήρξαν αριστερίστικες δυνάμεις και για τα τελευταία δέκα χρόνια οι δυνάμεις του ΠΑΜΕ, στ) με την καλλιέργεια ρεφορμιστικών αυταπατών και με τη λογική της ανάθεσης από την πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ, ζ) με το γενικότερο μη ευνοϊκό κλίμα σε παγκόσμιο επίπεδο και με την άνοδο ακροδεξιών και νεοναζιστικών δυνάμεων.

            Η κατάσταση του εργατικού κινήματος σίγουρα δεν είναι καλή. Οι δυνάμεις που αντιλαμβάνονται την κρισιμότητα των στιγμών θα πρέπει να συντάξουν ένα πρόγραμμα πάλης και να επιδιώξουν συγκλίσεις και συντονισμούς εντός του εργατικού κινήματος.


 

Παραθέτουμε παρακάτω τρία κείμενα του Ένγκελς που αφορούν στην εκμετάλλευση της εργατικής τάξης προς γενικότερο θεωρητικό προβληματισμό. Το δυο από αυτά αποτελούν πρόλογο για τον 1ο τόμο του Κεφαλαίου[6], ενώ το τρίτο με τίτλο «Δίκαιος μισθός για δίκαιη εργάσιμη ημέρα» γράφτηκε την Πρωτομαγιά και στις 2 Μάη του 1881. 

Β.Λ.

 

 

 

 

 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ[7]

 

1ο κείμενο

Από τον καιρό που υπάρχουν στον κόσμο κεφαλαιοκράτες και εργάτες δεν εκδόθηκε ακόμα κανένα άλλο βιβλίο που να έχει τόση σπουδαιότητα για τους εργάτες, όση έχει το βιβλίο που έχουμε μπροστά μας. Η σχέση ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία, ο άξονας που γύρω του περιστρέφεται ολόκληρο το σημερινό μας κοινωνικό σύστημα, για πρώτη φορά αναπτύσσεται εδώ επιστημονικά κι αυτό με μια βαθύτητα και οξύνοια που μόνο ένας Γερμανός μπορούσε να το κάνει. Όσο πολύτιμα κι αν είναι και παραμένουν τα συγγράμματα ενός Όουεν, ενός Σεν - Σιμόν ή ενός Φουριέ - επιφυλάχτηκε σ' έναν Γερμανό να αναρριχηθεί ως την κορυφή απ' όπου μπορεί κανείς να δει καθαρά και επισκοπικά ολόκληρο το πεδίο των σύγχρονων κοινωνικών σχέσεων, ακριβώς όπως ένας παρατηρητής που στέκεται στην ψηλότερη κορφή βλέπει τα χαμηλότερα ορεινά τοπία.  

Η ως τα τώρα πολιτική οικονομία μάς διδάσκει ότι η εργασία είναι η πηγή όλου του πλούτου και το μέτρο όλων των αξιών, έτσι που δυο αντικείμενα που η παραγωγή τους στοίχισε τον ίδιο χρόνο εργασίας έχουν επίσης την ίδια αξία και μια και κατά μέσον όρο ανταλλάσσονται μεταξύ τους ίσες αξίες, θα πρέπει τα δυο αυτά αντικείμενα να μπορούν να ανταλλαχτούν το ένα με το άλλο. Ταυτόχρονα όμως, η πολιτική οικονομία διδάσκει ότι υπάρχει ένα είδος συσσωρευμένης εργασίας που την ονομάζει κεφάλαιο, ότι αυτό το κεφάλαιο χάρη στις βοηθητικές πηγές που ενυπάρχουν σ' αυτό, ανεβάζει την παραγωγικότητα της ζωντανής εργασίας εκατό και χίλιες φορές, και σ' αντάλλαγμα παίρνει μια ορισμένη αποζημίωση, που ονομάζεται όφελος ή κέρδος. Όπως όλοι ξέρουμε, στην πραγματικότητα τα πράγματα γίνονται έτσι που τα κέρδη της συσσωρευμένης, νεκρής εργασίας αυξάνουν ολοένα σε μάζα, τα κεφάλαια των κεφαλαιοκρατών γίνονται όλο και πιο κολοσσιαία, ενώ ο μισθός της ζωντανής εργασίας λιγοστεύει ολοένα, και η μάζα των εργατών που ζουν αποκλειστικά από το μισθό της εργασίας γίνεται όλο και πιο πολυάριθμη και πιο φτωχή. Πώς μπορεί να λυθεί αυτή η αντίφαση; Πώς μπορεί να μένει στον κεφαλαιοκράτη ένα κέρδος, αν ο εργάτης αποζημιώνεται με ολόκληρη την αξία της εργασίας που προσθέτει στο προϊόν του; Μα αφού ανταλλάσσονται μόνο ίσες αξίες θα πει ότι έτσι πρέπει να γίνεται. Από την άλλη μεριά, πώς μπορούν να ανταλλάσσονται ίσες αξίες, πώς μπορεί ο εργάτης να παίρνει ολόκληρη την αξία του προϊόντος του, αν όπως παραδέχονται πολλοί οικονομολόγοι, το προϊόν αυτό μοιράζεται ανάμεσα σ' αυτόν και στον κεφαλαιοκράτη; Η παλιά πολιτική οικονομία στέκεται αμήχανη μπρος σ' αυτή την αντίφαση και γράφει ή τραυλίζει συγχυσμένες φράσεις που δε λένε τίποτα. Ακόμα και οι ως τα τώρα σοσιαλιστές κριτικοί της πολιτικής οικονομίας δεν ήταν σε θέση να κάνουν τίποτα περισσότερο παρά να τονίσουν αυτή την αντίφαση. Κανένας δεν την έλυσε, ώσπου επιτέλους ο Μαρξ παρακολούθησε την πορεία γέννησης αυτού του κέρδους ως τον τόπο της γέννησής του κι έτσι φώτισε όλο το ζήτημα.

Στην ανάλυση του κεφαλαίου, ο Μαρξ ξεκινά από τα απλό, πασίγνωστο γεγονός ότι οι κεφαλαιοκράτες αξιοποιούν το κεφάλαιό τους με την ανταλλαγή: Αγοράζουν με το χρήμα τους εμπόρευμα κι υστέρα το πουλάνε για περισσότερο χρήμα απ' όσο τους στοίχισε. Λόγου χάρη, ένας κεφαλαιούχος αγοράζει μπαμπάκι για 1.000 τάλιρα και το ξαναπουλά για 1.100, κι έτσι «κερδίζει» 100 τάλιρα. Αυτό το πλεόνασμα από 100 τάλιρα, πάνω από το αρχικό κεφάλαιο, ο Μαρξ το ονομάζει υπεραξία. Από πού γεννιέται αυτή η υπεραξία; Σύμφωνα με όσα παραδέχονται οι οικονομολόγοι ανταλλάσσονται μόνον ίσες αξίες και στην περιοχή της αφηρημένης θεωρίας αυτό είναι σωστό. Έτσι η αγορά μπαμπακιού και η μεταπούλησή του δεν μπορούν να προσφέρουν περισσότερη υπεραξία, από την υπεραξία που προσφέρει η ανταλλαγή ενός ασημένιου τάλιρου με τριάντα ασημένια γρόσια και η αντίστροφη ανταλλαγή των κερμάτων με το ασημένιο τάλιρο: από μια τέτοια ανταλλαγή κανένας δε γίνεται ούτε πιο πλούσιος, ούτε πιο φτωχός. Μα η υπεραξία δεν μπορεί να προέρχεται ούτε από την περίπτωση που οι πουλητές πουλούν εμπορεύματα πάνω από την αξία τους, ή που οι αγοραστές τα αγοράζουν κάτω από την αξία τους, γιατί ο καθένας τους με τη σειρά του γίνεται πότε αγοραστής και πότε πουλητής και έτσι τα πράγματα εξισώνονται πάλι. Το ίδιο δεν μπορεί να προέλθει από το γεγονός ότι αγοραστές και πουλητές ξεγελούν ο ένας τον άλλο, γιατί αυτό δε θα δημιουργούσε καμιά νέα αξία ή υπεραξία, αλλά απλούστατα θα μοίραζε το υπάρχον κεφάλαιο διαφορετικά ανάμεσα στους κεφαλαιοκράτες. Παρά το γεγονός ότι ο κεφαλαιοκράτης αγοράζει τα εμπορεύματα στην άξια τους και τα πουλά στην αξία τους, βγάζει απ' αυτά περισσότερη αξία απ' όση έβαλε μέσα σ' αυτά. Πώς συμβαίνει αυτό;

Ο κεφαλαιοκράτης, μέσα στις σημερινές κοινωνικές συνθήκες, βρίσκει στην αγορά των εμπορευμάτων ένα εμπόρευμα που έχει την ιδιόμορφη ιδιότητα ότι η κατανάλωσή του αποτελεί πηγή νέας αξίας, δημιουργία νέας αξίας, κι αυτό το εμπόρευμα είναι η εργατική δύναμη.

Τι είναι η αξία της εργατικής δύναμης; Η αξία κάθε εμπορεύματος μετριέται με την εργασία που απαιτείται για την παραγωγή του. Η εργατική δύναμη υπάρχει με τη μορφή του ζωντανού εργάτη που χρειάζεται ένα καθορισμένο ποσό μέσων συντήρησης για την ύπαρξή του καθώς και για τη συντήρηση της οικογένειάς του, που εξασφαλίζει τη διαιώνιση της εργατικής δύναμης κι ύστερα από το θάνατό του. Ο αναγκαίος εργάσιμος χρόνος για την παραγωγή αυτών των μέσων συντήρησης αντιπροσωπεύει λοιπόν την αξία της εργατικής δύναμης. Ο κεφαλαιοκράτης πληρώνει την αξία αυτή κάθε βδομάδα και αγοράζει έτσι τη χρήση εργασίας του εργάτη για μια βδομάδα. Ως το σημείο αυτό, οι κύριοι οικονομολόγοι θα είναι περίπου σύμφωνοι μαζί μας στο ζήτημα της αξίας της εργατικής δύναμης.

Ο κεφαλαιοκράτης βάζει τώρα τον εργάτη του να δουλέψει. Σε ένα ορισμένο χρονικό διάστημα ο εργάτης θα έχει παραδώσει τόση εργασία, όση αντιπροσωπευόταν στο βδομαδιάτικο μισθό του. Αν υποθέσουμε ότι ο βδομαδιάτικος μισθός ενός εργάτη αντιπροσωπεύει τρεις μέρες εργασίας, τότε αν ο εργάτης αρχίσει να δουλεύει τη Δευτέρα, θα έχει ως την Τετάρτη το βράδυ αναπληρώσει στον κεφαλαιοκράτη ολόκληρη την αξία του πληρωμένου μισθού. Μήπως σταματά τότε να δουλεύει; Καθόλου. Ο κεφαλαιοκράτης έχει αγοράσει την εργασία του για μια βδομάδα κι ο εργάτης πρέπει ακόμα να δουλέψει και τις τρεις τελευταίες μέρες της βδομάδας. Αυτή η υπερεργασία του εργάτη, πάνω από τον αναγκαίο για την αναπλήρωση του μισθού του χρόνο, είναι η πηγή της υπεραξίας, του κέρδους, της ολοένα αναπτυσσόμενης αύξησης του κεφαλαίου.

Ας μην πει κανείς πως είναι μια αυθαίρετη υπόθεση ότι ο εργάτης βγάζει με τη δουλειά του σε τρεις μέρες το μισθό που πήρε, και ότι δουλεύει τις υπόλοιπες τρεις μέρες για τον κεφαλαιοκράτη. Αν χρειάζεται ακριβώς τρεις μέρες για να αναπληρώσει το μισθό του, ή δυο ή τέσσερις, αυτό μας είναι εδώ ολότελα αδιάφορο και αλλάζει σύμφωνα με τις περιστάσεις. Το βασικό είναι ότι ο κεφαλαιοκράτης, πλάι στη δουλειά που πληρώνει, αποκομίζει εργασία που δεν την πληρώνει, κι αυτό δεν είναι αυθαίρετη υπόθεση, γιατί τη μέρα που ο κεφαλαιοκράτης θα έβγαζε μόνιμα από τον εργάτη μόνο τόση εργασία όση του πληρώνει σε μισθό, τη μέρα αυτή θα έκλεινε την επιχείρησή του, αφού θα χανόταν ίσα ίσα ολόκληρο το κέρδος του.

Εδώ έχουμε τη λύση όλων εκείνων των αντιφάσεων. Η προέλευση της υπεραξίας (που το κέρδος του κεφαλαιοκράτη αποτελεί ένα σημαντικό μέρος της) είναι τώρα ολότελα ξεκάθαρη και φυσική. Η αξία της εργατικής δύναμης πληρώνεται, μα η αξία αυτή είναι πολύ μικρότερη από την αξία που κατορθώνει να βγάζει ο κεφαλαιοκράτης από την εργατική δύναμη, και η διαφορά, η απλήρωτη εργασία, αποτελεί ίσα ίσα το μερίδιο του κεφαλαιοκράτη ή, για να εκφραστούμε πιο σωστά, της τάξης των κεφαλαιοκρατών. Γιατί ακόμα και το κέρδος που στο παραπάνω παράδειγμά μας έβγαλε ο βαμβακέμπορος από το βαμβάκι του, πρέπει, αν οι τιμές του βαμβακιού δεν υψώθηκαν, να αποτελείται από απλήρωτη εργασία. Ο έμπορος θα πρέπει να έχει πουλήσει το βαμβάκι του σ' έναν εργοστασιάρχη βαμβακερών, που μπορεί να βγάλει από το προϊόν του, εκτός από 'κείνα τα 100 τάλιρα που πλήρωσε στο βαμβακέμπορο, και ένα ακόμα κέρδος για τον ίδιο τον εαυτό του και έτσι μοιράζεται μ' αυτόν την απλήρωτη εργασία που τσέπωσε. Αυτή η απλήρωτη εργασία είναι γενικά που συντηρεί όλα τα μη εργαζόμενα μέλη της κοινωνίας. Απ' αυτήν πληρώνονται οι κρατικοί και δημοτικοί φόροι, στο βαθμό που θίγουν την κεφαλαιοκρατική τάξη, καθώς και η γαιοπρόσοδος των γαιοχτημόνων κλπ. Πάνω σ' αυτή στηρίζεται ολόκληρο το υπάρχον κοινωνικό καθεστώς.

Χώρια απ' αυτό, θα ήταν παράλογο να υποθέσει κανείς ότι η απλήρωτη εργασία προέκυψε μόνο μέσα στις σημερινές σχέσεις, όπου η παραγωγή γίνεται από τη μια από κεφαλαιοκράτες και από την άλλη από μισθωτούς εργάτες. Αντίθετα. Η καταπιεζόμενη τάξη σ' όλες τις εποχές ήταν αναγκασμένη να προσφέρει απλήρωτη εργασία. Σ' όλη τη μακρόχρονη περίοδο που η δουλεία ήταν η επικρατούσα μορφή της οργάνωσης της εργασίας, οι δούλοι ήταν υποχρεωμένοι να δουλεύουν πολύ περισσότερο απ' ό,τι τους ανταποδιδόταν με τη μορφή μέσων συντήρησης. Το ίδιο συνέβαινε κάτω από την κυριαρχία της δουλοπαροικίας κι ως την κατάργηση της αγροτικής αγγαρείας. Εδώ μάλιστα εκδηλώνεται χειροπιαστά η διαφορά ανάμεσα στο χρόνο που ο αγρότης δουλεύει για την ίδια του τη συντήρηση στη ζωή και στην υπερεργασία για τον τσιφλικά, ακριβώς γιατί η τελευταία εργασία εκτελείται χωριστά από την πρώτη. Σήμερα άλλαξε η μορφή, μα η ουσία παρέμεινε, κι όσον καιρό ένα μέρος της κοινωνίας κατέχει το μονοπώλιο των μέσων παραγωγής, ο εργάτης, είτε είναι ελεύθερος είτε όχι, πρέπει να προσθέτει στον αναγκαίο για την αυτοσυντήρησή του εργάσιμο χρόνο, έναν παραπανίσιο χρόνο εργασίας για να παράγει τα μέσα συντήρησης των ιδιοκτητών των μέσων παραγωγής» (Μαρξ σελ. 202)1·

 

2ο κείμενο

Στο προηγούμενο άρθρο είδαμε ότι κάθε εργάτης που απασχολεί ένας κεφαλαιοκράτης εκτελεί διπλή εργασία: Στη διάρκεια ενός μέρους του χρόνου της εργασίας του αναπληρώνει το μισθό που του πλήρωσε ο κεφαλαιοκράτης, κι αυτό το μέρος της εργασίας ο Μαρξ το ονομάζει αναγκαία εργασία. Ύστερα όμως απ' αυτό, ο εργάτης είναι υποχρεωμένος να συνεχίσει δουλεύοντας, και στο χρονικό αυτό διάστημα παράγει για τον κεφαλαιοκράτη την υπεραξία, που ένα σημαντικό μέρος της αποτελεί το κέρδος. Το μέρος αυτό της εργασίας ονομάζεται υπερεργασία.

Ας υποθέσουμε ότι ο εργάτης δουλεύει τρεις μέρες τη βδομάδα για την αναπλήρωση του μισθού του και τρεις μέρες για την παραγωγή υπεραξίας για τον κεφαλαιοκράτη. Αν το εκφράσουμε με άλλα λόγια, αυτό σημαίνει ότι όταν εργάζεται δώδεκα ώρες τη μέρα, εργάζεται έξι ώρες τη μέρα για το μισθό του κι έξι ώρες για την παραγωγή υπεραξίας. Από τη βδομάδα δεν μπορεί κανείς να βγάλει παρά έξι ή το πολύ εφτά εργάσιμες μέρες λογαριάζοντας και την Κυριακή. Από κάθε ξεχωριστή μέρα όμως μπορεί κανείς να βγάλει έξι, οχτώ, δέκα, δώδεκα, δεκαπέντε ή και περισσότερες ώρες εργασίας. Ο εργάτης πούλησε στον κεφαλαιοκράτη μια εργάσιμη μέρα για ένα μεροκάματο. Τι είναι όμως μια εργάσιμη μέρα; Οχτώ ή δεκαοχτώ ώρες;

Ο κεφαλαιοκράτης έχει συμφέρον να κάνει την εργάσιμη μέρα όσο μπορεί μεγαλύτερη. Όσο πιο μεγάλη είναι η διάρκειά της, τόσο περισσότερη υπεραξία παράγει. Ο εργάτης νιώθει σωστά ότι κάθε ώρα εργασίας που δουλεύει πάνω από την αναπλήρωση του μισθού της εργασίας του, του αφαιρείται άδικα. Δοκιμάζει στην ίδια του την πλάτη τι θα πει να δουλεύεις ένα υπερβολικά μεγάλο χρονικό διάστημα. Ο κεφαλαιοκράτης αγωνίζεται για το κέρδος του, ο εργάτης για την υγεία του, για κάνα - δυο ώρες ανάπαυση τη μέρα, για να μπορεί έξω από τη δουλειά, τον ύπνο και το φαγητό, να δράσει και σαν άνθρωπος. Έτσι ας σημειωθεί εν παρόδω ότι δεν εξαρτιέται καθόλου από την καλή θέληση των ξεχωριστών κεφαλαιοκρατών αν επιθυμούν να ανακατευτούν ή όχι σε τούτο τον αγώνα, αφού ο συναγωνισμός εξαναγκάζει ακόμα και τους πιο φιλάνθρωπους απ' αυτούς να κάνουν το ίδιο που κάνουν και οι συνάδελφοί τους και να καθιερώνουν κατά κανόνα έναν εργάσιμο χρόνο, το ίδιο παρατεταμένο όσο και οι άλλοι.

Η πάλη για τον καθορισμό της εργάσιμης μέρας κρατά από την πρώτη ιστορική εμφάνιση των ελεύθερων εργατών ως τα σήμερα. Στους διάφορους κλάδους επικρατούν διαφορετικές πατροπαράδοτες εργάσιμες μέρες. Στην πραγματικότητα όμως σπάνια τηρούνται. Μονάχα εκεί που ο νόμος καθορίζει την εργάσιμη μέρα και που εποπτεύει την τήρησή της, μονάχα εκεί μπορεί κανείς να πει πραγματικά ότι υπάρχει μια κανονική εργάσιμη μέρα. Κι ως τώρα αυτό συμβαίνει σχεδόν μόνο στις εργοστασιακές περιοχές της Αγγλίας. Εδώ, για όλες τις γυναίκες και τα παιδιά από 13 ως 18 χρονών έχει καθοριστεί η δεκάωρη εργάσιμη μέρα (10,5 ώρες τις πέντε μέρες της βδομάδας και 7,5 ώρες το Σάββατο). Και επειδή οι άντρες δεν μπορούν να δουλέψουν χωρίς τους παραπάνω, υποτάσσονται και αυτοί στη δεκάωρη εργάσιμη μέρα. Το νόμο αυτό τον κατάχτησαν οι Άγγλοι εργοστασιακοί εργάτες ύστερα από πολύχρονη εγκαρτέρηση, με τον πιο επίμονο και πεισματικό αγώνα ενάντια στους εργοστασιάρχες, με την ελευθεροτυπία, με το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι και του συνέρχεσθαι, καθώς και με την επιδέξια χρησιμοποίηση των διαιρέσεων μέσα στην ίδια την κυρίαρχη τάξη. Ο νόμος αυτός έγινε το παλλάδιο των Άγγλων εργατών, επεκτάθηκε σιγά σιγά σ' όλους τους μεγάλους βιομηχανικούς κλάδους και πέρσι2σε όλους σχεδόν τους κλάδους, τουλάχιστον σε όλους εκείνους που απασχολούν γυναίκες και παιδιά. Το έργο αυτό περιέχει εξαιρετικά λεπτομερειακό υλικό για την ιστορία αυτής της νομοθετικής ρύθμισης της εργάσιμης μέρας στην Αγγλία. Το ερχόμενο βορειογερμανικό Ράιχσταγκ θα έχει επίσης να συζητήσει ένα βιομηχανικό κανονισμό και μαζί μ' αυτό τη ρύθμιση της εργασίας στα εργοστάσια. Ελπίζουμε ότι κανένας από τους βουλευτές που εκλέξανε οι Γερμανοί εργάτες δε θα πάει στη συζήτηση αυτού του νόμου, χωρίς προηγούμενα να έχει ολότελα γνωρίσει το βιβλίο του Μαρξ. Στο ζήτημα αυτό πολλά μπορούν να επιτευχθούν. Οι διαιρέσεις ανάμεσα στις άρχουσες τάξεις είναι πιο ευνοϊκές για τους εργάτες απ' ό,τι ήταν κάποτε στην Αγγλία, γιατί το γενικό εκλογικό δικαίωμα αναγκάζει τις κυρίαρχες τάξεις να επιδιώκουν την εύνοια των εργατών. Μέσα σ' αυτές τις συνθήκες, τέσσερις ή πέντε αντιπρόσωποι του προλεταριάτου αποτελούν μια δύναμη, αν ξέρουν πώς να χρησιμοποιήσουν τη θέση τους, αν πριν απ' όλα ξέρουν για το τι πρόκειται, πράγμα που οι αστοί δεν το ξέρουν. Και γι' αυτό το σκοπό, το βιβλίο του Μαρξ, τους δίνει έτοιμο στο χέρι όλο το υλικό.

Αφήνουμε κατά μέρος μια σειρά άλλες πολύ όμορφες έρευνες που έχουν περισσότερο θεωρητικό ενδιαφέρον και περνάμε στο τελευταίο κεφάλαιο που πραγματεύεται τη συσσώρευση ή συγκέντρωση του κεφαλαίου. Εδώ αποδείχνεται πρώτα ότι η κεφαλαιοκρατική μέθοδος παραγωγής, δηλαδή η παραγωγή που γίνεται, από τη μια, από τους κεφαλαιοκράτες κι από την άλλη από τους μισθωτούς εργάτες, όχι μόνο αναπαράγει συνεχώς το κεφάλαιο για τον κεφαλαιοκράτη, αλλά ταυτόχρονα αναπαράγει συνεχώς και τη φτώχεια των εργατών. Έτσι εξασφαλίζεται από τη μια να υπάρχουν πάντα οι κεφαλαιοκράτες, που είναι οι ιδιοκτήτες όλων των μέσων συντήρησης, όλων των πρώτων υλών και όλων των εργαλείων δουλειάς, κι απ' την άλλη, να υπάρχει πάντα η μεγάλη μάζα των εργατών που είναι υποχρεωμένοι να πουλάνε την εργατική τους δύναμη σ' αυτούς τους κεφαλαιοκράτες για ένα ποσό από μέσα συντήρησης, που, στην καλύτερη περίπτωση, φτάνουν ίσα ίσα για να τους διατηρούν σε κατάσταση που να είναι ικανοί για δουλειά και για ν' αναθρέψουν μια νέα γενιά από ικανούς για δουλειά προλετάριους. Το κεφάλαιο όμως δεν αναπαράγεται μονάχα: Ολοένα πληθαίνει και μεγαλώνει - και μαζί μ' αυτό πληθαίνει και μεγαλώνει η εξουσία του πάνω στην τάξη των εργατών που δεν έχουν καμιά ιδιοκτησία. Κι όπως το ίδιο αναπαράγεται σε ολοένα μεγαλύτερη κλίμακα, έτσι ο σύγχρονος κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής αναπαράγει επίσης σε ολοένα μεγαλύτερη κλίμακα, σε ολοένα μεγαλύτερο αριθμό την τάξη των εργατών που δεν έχουν καμιά ιδιοκτησία. «...Η συσσώρευση του κεφαλαίου αναπαράγει την κεφαλαιοκρατική σχέση σε πλατύτερη κλίμακα: περισσότερους κεφαλαιοκράτες ή μεγαλύτερους κεφαλαιοκράτες στον ένα πόλο, περισσότερους μισθωτούς εργάτες στον άλλο... Συσσώρευση του κεφαλαίου σημαίνει λοιπόν αύξηση του προλεταριάτου» (σελ. 600)3.Επειδή όμως, με την πρόοδο των μηχανών, με τη βελτιωμένη γεωργία κλπ. χρειάζονται όλο και λιγότεροι εργάτες για να παράγουν το ίδιο ποσό προϊόντα, επειδή αυτή η τελειοποίηση, δηλαδή αυτή η μετατροπή των εργατών σε υπεράριθμους, αυξάνει ταχύτερα από ό,τι το ίδιο το αυξανόμενο κεφάλαιο, τι θα γίνει μ' αυτόν τον ολοένα αυξανόμενο αριθμό των εργατών; Σχηματίζουν ένα βιομηχανικό εφεδρικό στρατό που, σ' εποχές που οι δουλειές πάνε άσχημα ή μέτρια, πληρώνεται κάτω από την αξία της εργασίας του και απασχολείται όχι ταχτικά ή περιέρχεται στη φροντίδα της δημόσιας πρόνοιας για τους φτωχούς, που είναι όμως απαραίτητη στην κεφαλαιοκρατική τάξη σε καιρούς που σημειώνεται ιδιαίτερη ζωηρότητα στις δουλειές όπως αυτό φαίνεται σήμερα ολοκάθαρα στην Αγγλία. Σε όλες τις περιπτώσεις, όμως, χρησιμεύει για να σπάει τη δύναμη αντίστασης των εργατών που απασχολούνται ταχτικά και για να κρατά χαμηλά τους μισθούς τους. «Όσο μεγαλύτερος είναι ο κοινωνικός πλούτος... τόσο μεγαλύτερος είναι κι ο σχετικός υπερπληθυσμός, ή ο βιομηχανικός εφεδρικός στρατός. Και όσο μεγαλύτερος είναι αυτός ο εφεδρικός στρατός σε σχέση με τον ενεργό (τον κανονικά απασχολούμενο) εργατικό στρατό, τόσο μαζικότερος είναι ο σταθεροποιημένος (μόνιμος) υπερπληθυσμός, ή τα εργατικά εκείνα στρώματα που η αθλιότητά τους βρίσκεται σε αντίστροφη αναλογία με το μόχθο της δουλειάς τους. Όσο πιο πλατιά είναι, τέλος, τα στρώματα των ολότελα εξαθλιωμένων ανθρώπων της εργατικής τάξης και του βιομηχανικού εφεδρικού στρατού, τόσο μεγαλύτερος είναι ο επίσημος παουπερισμός*. Αυτός είναι ο απόλυτος γενικός νόμος της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης» (σελ. 631)4.

Αυτοί είναι μερικοί από τους κυριότερους νόμους του σύγχρονου κεφαλαιοκρατικού κοινωνικού συστήματος, που αποδείχτηκαν αυστηρά επιστημονικά και οι επίσημοι οικονομολόγοι αποφεύγουν βέβαια να κάνουν έστω και μια απόπειρα να τους αντικρούσουν. Μα μήπως μ' αυτό τα είπαμε όλα; Καθόλου. Με την ίδια οξύτητα που ο Μαρξ τονίζει τις κακές πλευρές της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής, με την ίδια σαφήνεια αποδείχνει ότι η κοινωνική αυτή μορφή ήταν αναγκαία για να αναπτύξει τις παραγωγικές δυνάμεις της κοινωνίας ως το επίπεδο που θα κάνει δυνατή μια ίση για όλα τα μέλη της κοινωνίας ανάπτυξη, μια ανάπτυξη αντάξια για τον άνθρωπο. Ολες οι προηγούμενες κοινωνικές μορφές ήταν πολύ φτωχές για ένα τέτοιο πράγμα. Η κεφαλαιοκρατική παραγωγή είναι η πρώτη που δημιουργεί τον πλούτο και τις παραγωγικές δυνάμεις που χρειάζονται γι' αυτό, μα ταυτόχρονα δημιουργεί, επίσης, στο πρόσωπο των πολυάριθμων καταπιεζόμενων εργατών, την κοινωνική εκείνη τάξη που ολοένα και περισσότερο υποχρεώνεται από τα πράγματα να πάρει στα χέρια της τη διαχείριση αυτού του πλούτου κι αυτών των παραγωγικών δυνάμεων, προς το συμφέρον ολόκληρης της κοινωνίας - κι όχι όπως γίνεται ως σήμερα, προς το συμφέρον μιας μονοπωλιακής τάξης.

Γράφτηκε από τον Φρ. Ενγκελς την 1η και τη 13η του Μάρτη 1868. Δημοσιεύτηκε στην «Ντεμοκράτισες Βόχενμπλατ» στις 21 και 28 του Μάρτη 1868Ανυπόγραφο.

Σημειώσεις:

1. Η παραπομπή αναφέρεται στην πρώτη έκδοση του πρώτου τόμου του «Κεφαλαίου». Αμβούργο 1867

2. Δηλαδή το 1867

3. Αναφέρεται στην πρώτη έκδοση του πρώτου τόμου του «Κεφαλαίου», Αμβούργο 1867

4. Αναφέρεται στην πρώτη έκδοση του πρώτου τόμου του «Κεφαλαίου, Αμβούργο 1867

*Μόνιμη κατάσταση τέλειας ανέχειας στην οποία βρίσκεται ένα τμήμα του πληθυσμού στις κεφαλαιοκρατικές χώρες.

 

3ο κείμενο: Δίκαιος μισθός για δίκαιη εργάσιμη ημέρα

Αυτό ήταν το σύνθημα του αγγλικού εργατικού κινήματος στη διάρκεια των τελευταίων πενήντα χρόνων. Αυτό το σύνθημα προσέφερε καλή υπηρεσία την περίοδο της ανόδου των τρεντ-γιούνιον, ύστερα από την κατάργηση το 1824 των αισχρών νόμων για τις ενώσεις1, προσέφερε ακόμα καλύτερη υπηρεσία την περίοδο του δοξασμένου Χαρτιστικού Κινήματος, όταν οι Άγγλοι εργάτες πορεύονταν επικεφαλής της ευρωπαϊκής εργατικής τάξης. Αλλά τα χρόνια αλλάζουν και πολλά απ' αυτά που ήταν καλά και αναγκαία πριν 50 ακόμα και 30 χρόνια, τώρα πάλιωσαν και θα είναι εξ ολοκλήρου άτοπα.

Μήπως αυτό σχετίζεται και με το συγκεκριμένο παλιό, καθιερωμένο σύνθημα; Δίκαιος μισθός για δίκαιη εργάσιμη ημέρα;

Αλλά τι σημαίνει δίκαιος μισθός και τι σημαίνει δίκαιη εργάσιμη ημέρα; Πώς αυτά προσδιορίζονται μέσα από τους όρους στους οποίους ζει και αναπτύσσεται η σημερινή κοινωνία; Για ν' απαντήσουμε σ' αυτό το ερώτημα, πρέπει ν' απευθυνθούμε όχι στην επιστήμη της ηθικής ή του δικαίου, ούτε στα αισθήματα περί ανθρωπισμού, δικαιοσύνης, ακόμα και της ευσπλαχνίας. Γιατί αυτό που είναι δίκαιο, από την άποψη της ηθικής ή ακόμα και του δικαίου, μπορεί ν' αποδειχτεί μακριά από τη δικαιοσύνη σε κοινωνικό επίπεδο. Η κοινωνική δικαιοσύνη ή η αδικία ορίζονται μόνο από μία επιστήμη, από την επιστήμη που έχει σχέση με τα οικονομικά δεδομένα της παραγωγής και της ανταλλαγής - από την επιστήμη της πολιτικής οικονομίας.

Τι, αλήθεια, ονομάζει η πολιτική οικονομία δίκαιο μισθό και δίκαιη εργατική ημέρα; Απλά, το μέγεθος του μισθού, τη διάρκεια και ένταση της εργατικής μέρας, οι οποίες καθορίζονται από τον ανταγωνισμό μεταξύ των εργοδοτών και των εργατών στην ελεύθερη αγορά. Και τι αντιπροσωπεύουν αυτοί οι δύο, με βάση αυτόν τον ορισμό;

Δίκαιος μισθός, σε φυσιολογικές συνθήκες, είναι το ποσό που απαιτείται για να εξασφαλίσει στον εργάτη τα μέσα διαβίωσής του, τα αναγκαία, που σε αντιστοιχία με το επίπεδο ζωής στη δική του θέση και στη συγκεκριμένη χώρα στηρίζει την ικανότητά του για εργασία και τη διαιώνιση του είδους του. Τα πραγματικά μεγέθη του μισθού, σε συνθήκες διακύμανσης της παραγωγής, μπορεί να είναι άλλοτε υψηλότερα άλλοτε χαμηλότερα αυτού του ποσού. Αλλά αυτό το μέγεθος σε φυσιολογικές συνθήκες πρέπει να είναι ο μέσος όρος, η συνισταμένη όλων των διακυμάνσεων.

Δίκαιη εργάσιμη ημέρα είναι εκείνη η διάρκεια της εργάσιμης μέρας και εκείνη η ένταση της πραγματοποιούμενης εργασίας, στα πλαίσια των οποίων, στη διάρκεια της μέρας, ξοδεύεται εξ ολοκλήρου η εργατική δύναμη του εργάτη. Αλλά ξοδεύεται έτσι ώστε να μην προκαλέσει ζημιά στην ικανότητά του να πραγματοποιήσει την ίδια ποσότητα εργασίας και αύριο και τις επόμενες ημέρες.

Η αγοραπωλησία συνίσταται στα παρακάτω: Ο εργάτης παραχωρεί στον καπιταλιστή όλη την ημερήσια εργατική του δύναμη, δηλαδή την ποσότητα που μπορεί να δώσει ώστε να επιτρέπει την αδιάκοπη επανάληψη της αγοραπωλησίας. Σε αντάλλαγμα, αυτός παίρνει ακριβώς τόσα και όχι περισσότερα από τα αναγκαία για τη ζωή αντικείμενα, όσα απαιτούνται, ώστε αυτή η αγοραπωλησία κάθε ημέρα να επαναλαμβάνεται. Ο εργάτης δίνει τόσο πολλά και ο καπιταλιστής δίνει τόσο λίγα, όσα μόνο επιτρέπει η φύση αυτής της αγοραπωλησίας. Αυτή είναι μια άκρως ιδιόμορφη δικαιοσύνη.

Αλλά ας επιχειρήσουμε να μπούμε στο θέμα λίγο βαθύτερα. Σύμφωνα με την πολιτική οικονομία, ο μισθός και η εργάσιμη ημέρα καθορίζονται από μια τέτοια δικαιοσύνη, η οποία προφανώς απαιτεί από την αρχή και οι δύο πλευρές να είναι στις ίδιες συνθήκες. Ομως αυτό ακριβώς είναι που δε συμβαίνει στην πραγματικότητα. Αν ο καπιταλιστής δε συμφωνήσει με τον εργάτη, αυτός είναι σε θέση να περιμένει και να ζει με το δικό του κεφάλαιο. Για τον εργάτη αυτό είναι αδύνατο. Εκτός από το μισθό του, αυτός δε διαθέτει τίποτα άλλο για να ζήσει και γι' αυτό είναι υποχρεωμένος να δέχεται τη δουλειά, όταν, όπου και με τους όρους που μπορεί να την αποκτήσει. Ο εργάτης από την αρχή πέφτει σε δυσμενείς συνθήκες αγώνα. Η πείνα τον θέτει σε τρομερά ασύμφορη κατάσταση. Και μεταξύ άλλων, σύμφωνα με την πολιτική οικονομία της τάξης των καπιταλιστών, σ' αυτό ακριβώς και περικλείεται η κορυφή της δικαιοσύνης.

Αλλά αυτό ακόμα είναι πραγματικά τίποτα. Η διάδοση της δύναμης των μηχανών στους νέους κλάδους παραγωγής, και επίσης η διάδοση και ο εκσυγχρονισμός των μηχανών στις παραγωγές που ήδη εφαρμόζονται, αποστερούν την εργασία από όλο και περισσότερο αριθμό εργατών. Και αυτό γίνεται πολύ γρηγορότερα απ' ό,τι αυτοί οι εκτοπισμένοι εργάτες μπορούν ν' απορροφηθούν και να βρουν εργασία στις φάμπρικες της χώρας. Αυτοί οι εκτοπισμένοι εργάτες αποτελούν μια πραγματική βιομηχανική εφεδρική στρατιά, την οποία χρησιμοποιεί το κεφάλαιο. Αν τα πράγματα στη βιομηχανία είναι άσχημα, τότε μπορεί να πεθάνουν από την πείνα, θα καταφύγουν στην ελεημοσύνη, στην κλεψιά κλπ. Αν τα πράγματα στη βιομηχανία είναι καλά, είναι πάντα διαθέσιμοι για τη διεύρυνση της παραγωγής. Και μέχρι τότε, που και ο τελευταίος από τους άντρες, τις γυναίκες ή τα παιδιά, που αποτελούν αυτή την εφεδρική στρατιά, δε βρει εργασία - πράγμα που συμβαίνει μόνο σε περιόδους δαιμονισμένης υπερπαραγωγής - μέχρι τότε ο ανταγωνισμός αυτής της εφεδρικής στρατιάς θα μειώνει το μισθό και μονάχα η ύπαρξή της θα ενισχύει τη δύναμη του κεφαλαίου στον πόλεμο ενάντια στην εργασία. Στην αντιπαράθεση με το κεφάλαιο, η εργασία όχι μόνο είναι σε άνιση θέση, αλλά είναι αναγκασμένη να διαβιώνει με τις, περασμένες στα πόδια, σιδερένιες αλυσίδες. Όμως σύμφωνα με την πολιτική οικονομία των καπιταλιστών αυτό είναι δίκαιο.

Αλλά ας ξεκαθαρίσουμε, από ποιο ταμείο πληρώνει ο καπιταλιστής αυτόν τον τόσο δίκαιο μισθό. Εννοείται από το κεφάλαιο. Όμως το κεφάλαιο δεν παράγει αξία. Η εργασία όπως και η γη αποτελούν τη μοναδική πηγή πλούτου. Το ίδιο το κεφάλαιο δεν είναι τίποτα άλλο από συσσωρευμένο προϊόν της εργασίας. Με αυτό τον τρόπο, η πληρωμή της εργασίας καταβάλλεται από την ίδια την εργασία και ο εργάτης πληρώνεται από το προϊόν του που ο ίδιος παράγει. Σύμφωνα με αυτό που μπορούμε να ονομάσουμε συνήθη δικαιοσύνη, ο μισθός του εργάτη πρέπει να αντιστοιχεί στο προϊόν της εργασίας του. Αλλά σύμφωνα με την πολιτική οικονομία αυτό δε θα ήταν δίκαιο. Αντίθετα, το προϊόν της εργασίας του εργάτη παραδίνεται στον καπιταλιστή και ο εργάτης παίρνει απ' αυτό τίποτα περισσότερο από αυτό που είναι απολύτως αναγκαίο για τη ζωή. Με αυτό τον τρόπο, αποτέλεσμα αυτού του ιδιόμορφου «δίκαιου» ανταγωνισμού, είναι γεγονός ότι το προϊόν της εργασίας αυτών που εργάζονται αναπόφευκτα συσσωρεύεται στα χέρια εκείνων που δεν εργάζονται και μετατρέπεται στα χέρια τους σε ισχυρότατο όπλο υποδούλωσης αυτών των ίδιων ανθρώπων οι οποίοι και το παρήγαγαν.

Δίκαιος μισθός για δίκαιη εργάσιμη ημέρα! Πολλά θα μπορούσε να πει κάποιος και για τη δίκαιη εργάσιμη ημέρα, δικαιοσύνη που είναι ίδια και απαράλλαχτη με τη δικαιοσύνη για το μισθό. Αλλά αυτό είμαστε αναγκασμένοι να το αφήσουμε για κάποια άλλη φορά. Από τα παραπάνω, γίνεται απολύτως ξεκάθαρο ότι το παλιό σύνθημα έφαγε τα ψωμιά του και είναι αμφίβολο αν μας κάνει για σήμερα. Η δικαιοσύνη της πολιτικής οικονομίας, όσο η τελευταία εκφράζει πιστά τους νόμους με τους οποίους διοικείται η σημερινή κοινωνία, είναι η δικαιοσύνη που τάσσεται εξ ολοκλήρου με τη μια πλευρά. Με την πλευρά του κεφαλαίου. Ας θάψουμε λοιπόν για πάντα το παλιό σύνθημα και ας το αντικαταστήσουμε με το εξής:

Τα μέσα εργασίας - πρώτες ύλες, φάμπρικες, μηχανές - στην ιδιοκτησία των ίδιων των εργατών.

Σημειώσεις:

1. Εννοείται η κατάργηση από το Κοινοβούλιο των νόμων ενάντια στις ενώσεις, που απαγόρευαν την ίδρυση και δράση οποιασδήποτε εργατικής οργάνωσης.

 



[1]. Όλα τα στοιχεία για τις απεργίες έχουν ληφθεί από ΙΝΕ/ΓΣΕΕ, Σταμάτη Άντα, Κούστα Ελένη, Αναδιαρθρώσεις στην Ελλάδα, Κατσορίδας Δημήτρης, Λαμπουσάκη Σοφία, Οι απεργίες το 2011, σελ. 86-99.

[2]. Βλέπε αναλυτικότερα Ίδρυμα Σάκη Καράγιωργα, Βερναρδάκης, Μαυρέας, Πατρώνης, Εργασία και πολιτική, Συνδικαλισμός και Οργάνωση συμφερόντων στην Ελλάδα 1974-2004, σελ 43-49, Αθήνα 2007.

[3]. Δεν είμαστε σίγουροι για το ποσοστό του 2013, αφού σε σχετικό άρθρο δημοσιευμένο το 2014 αναφέρεται πως το ποσοστό της συνδικαλιστικής πυκνότητας είναι 26% και απλώς εικάζουμε πως είναι για το 2013. Βλέπε αναλυτικότερα Κουζής Γιάννης, «Η επιστροφή στις αξίες του συνδικαλισμού: Συμβολή στη συζήτηση για την επανεκκίνηση των ελληνικών συνδικάτων», Ουτοπία, τ. 105, σελ 86.

[4]. Κουζής Γιάννης, «Η επιστροφή στις αξίες του συνδικαλισμού: Συμβολή στη συζήτηση για την επανεκκίνηση των ελληνικών συνδικάτων», Ουτοπία, τ. 105, σελ 86.

[5]. Ίδρυμα Σάκη Καράγιωργα, Βερναρδάκης, Μαυρέας, Πατρώνης, Εργασία και πολιτική, Συνδικαλισμός και Οργάνωση συμφερόντων στην Ελλάδα 1974-2004, σελ 39, Αθήνα 2007.

[6]. Μαρξ Κ.- Ένγκελς Φ., «Διαλεχτά Έργα», τ. 1ος, σελ. 548-557, εκδ, «Γνώσεις»

[7]. http://www1.rizospastis.gr/page.do?publDate=18/8/2013&id=14767