Για το συνδικαλιστικό κίνημα και την ανασυγκρότησή του

του Κώστα Σμπόνια*

 

Σήμερα, όλες οι πολιτικές δυνάμεις μιλούν για τη διεθνή κρίση του καπιταλισμού με τις μη προβλέψιμες ακόμα τελικές συνέπειες της. Αλλά δεν ήταν από την αρχή έτσι: αριστερά κόμματα που θέλουν να λέγονται πρωτοπόρα δεν εντόπιζαν το είδος και το βάθος της κρίσης το 2008, όταν από παντού η καταιγίδα φαινόταν από μακριά.

Η παλιά εν ελλάδι σοσιαλδημοκρατία και ο δικομματισμός διαλύθηκε στη μορφή, μεταμορφώθηκε σε μονοπολισμό όπως πραγματικά ήταν. Oι συνδικαλιστικές παρατάξεις του τέως δικομματισμού ακόμα και του ΣΥΡΙΖΑ (από αυτονομη παρέμβαση σε ΜΕΤΑ) και του  ΚΚΕ (η ΕΣΑΚ μετατράπηκε σε ΠΑΜΕ ή εμφανίζεται και με άλλους τίτλους) άλλαξαν όνομα για να βγουν στο προσκήνιο ξανά με άλλα ρούχα λες και απευθύνονται σε ένα λαό λωτοφάγων.

Η αστική τάξη προκειμένου να σώσει το βασικό κορμό της ελληνικής και ξενόδουλης κεφαλαιοκρατίας υπέταξε τους «μονομάχους» του δικομματισμού σε εταιρική συμβίωση μιας άθλιας μονοκομματικής, βάρβαρης κυβέρνησης απέναντι στον εχθρό λαό. Φυσικά, πέρα από την άνοδο των εκτρωματικής αναβίωσης των ζόμπι του ναζισμού, των ψευτονταήδων φουσκωτών φονιάδων με την ανοχή του κρατικού μηχανισμού, είχαμε και τους δημοκρατικούς μπάτλερ για κάθε υπηρεσία, για κάθε διευκόλυνση, ακόμα και με την ανοχή τους απέναντι στη γενοκτονία του λαού μας, στα πλαίσια του αστικού συστήματος, με όποια προβιά και αν εμφανίζονται, με το κρυφό ή το φανερό αζημίωτο: Τραπεζικά δάνεια, οικονομικές εξαγορές και υπόγειες διευκολύνσεις, πολιτικές μεταγραφές.

Αντί λοιπόν τα αριστερά και κομμουνιστικά κόμματα να βρουν τους τρόπους συνολικής ενωτικής παρέμβασης στο πως θα προστατευτεί ο λαός μας και οι κατακτήσεις του, συνέχισαν μέχρι και σήμερα την ίδια αντιενωτική και καταστροφική πολιτική. Συνέχισαν την πολιτική του μικρομεγαλισμού, με τελική κατάληξη την κατάσταση του συνδικαλιστικού κινήματος που ζούμε σήμερα, την απομαζικοποίηση, την πολυδιάσπαση, την αδυναμία του να κάνει μια μαζική απεργία που να δημιουργεί προβλήματα στους πολιτικούς και τους φυσικούς εκπροσώπους  του κεφαλαίου, να δημιουργεί ρήγματα, να φρενάρει αυτή τη λαίλαπα.

Η επίθεση που δέχεται η εργατική τάξη, από την εγχώρια αστική τάξη και το ξένο κεφάλαιο, κύρια από την ιμπεριαλιστική ΕΕ και τους διεθνείς οργανισμούς, διαμέσου των πολιτικών τους εκπροσώπων δηλαδή της Κυβέρνησης και της τρόικας, είναι συνολική σε όλα τα επίπεδα, στο θεσμικό, στο μεροκάματο, στη παιδεία, στην υγεία, στη ασφάλιση, στη πρόνοια, στα πολιτικά και συνδικαλιστικά δικαιώματα. Η «κοινωνία της αγοράς  και του ελεύθερου ανταγωνισμού»  είναι η κοινωνία του κοινωνικού πολέμου, της λιτότητας, της υπερεκμετάλλευσης, της συρρίκνωσης των ελευθεριών και δημοκρατικών δικαιωμάτων, των πράξεων νομοθετικού περιεχομένου και των αντισυνταγματικών νόμων του δικού τους αστικού κράτους, είναι η κοινωνία της βαθιάς κρίσης του καπιταλισμού που επιβάλλει τις ανακατατάξεις και τις αναδιαρθρώσεις,  τις «μεταρρυθμίσεις»  του, με πρωτοφανή βία και βαρβαρότητα.

Αυτό που απαιτούσε και απαιτεί η κοινωνία από όλες τις πολιτικο-συνδικαλιστικές δυνάμεις που θέλουν να ορκίζονται στα λάβαρα του μαρξισμού και μερικές και του λενινισμού είναι να υπερέβαιναν εαυτούς και να μπόλιαζαν τους αγώνες των εργαζομένων με  αντιμονοπωλιακή – αντιιμπεριαλιστική λογική.

Ο σύλλογος «Γιάννης Κορδάτος» προσπαθεί να συμβάλλει στην μαρξιστική επεξεργασία σημαντικών κοινωνικών ζητημάτων, με βάση την μετωπική πολιτική που είναι όρος ύπαρξης της πολιτικής του συλλόγου μας. Θα κάνει την προσπάθεια να αναδείξει το καίριο και σημαντικό ζήτημα, να αναπτυχθεί ένας γόνιμος διάλογος και να βγουν κάποια συμπεράσματα για τους όρους και τις προϋποθέσεις της  ανασυγκρότησης του συνδικαλιστικού κινήματος, πρώτα –πρώτα στο χώρο  της αριστεράς αλλά και στον ευρύτερο χώρο της πολιτικής και της κοινωνίας.

 

Επιδιώκει την ανασυγκρότηση του συνδικαλιστικού κινήματος, αφού σήμερα είναι κοινή διαπίστωση η υποχώρηση της παρέμβασης του, η αδυναμία του να αντιμετωπίσει την επίθεση. Συνέπεια των πολιτικών της τελευταίας περιόδου από το 2009 και δώθε είναι η συνεχιζόμενη, ραγδαία επιδείνωση της θέσης της εργατικής τάξης και παράλληλα η προλεταριοποίηση ευρύτερων μικρομεσαίων στρωμάτων, η τεράστια αύξηση των μισοπρολετάριων και των μακροχρόνια ανέργων με παράλληλη όμως απομαζικοποίηση  των συνδικάτων.

 

 

 

Η κατάσταση του συνδικαλιστικού κινήματος

 

Το σημερινό συνδικαλιστικό κίνημα στην Ελλάδα με τις ηγεσίες του σε γ/βμιο αλλά και σε εν πολλοίς σε β/θμιο επίπεδο είναι συμβιβασμένο, διαχειριστικό, ενσωματωμένο. Οι συνδικαλιστικές παρατάξεις της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ την τελευταία τριακονταετία για να μην αναφερθούμε  για παλιότερα και το μαύρο παρελθόν τους,  αβαντάριζαν την πολιτική του κεφαλαίου, ήταν αναφανδόν υπέρ της ΕΕ, υπονόμευαν την όποια αγωνιστική πρωτοβουλία α/θμιων και αγωνιστικών β/θμιων σωματείων από τα κάτω.


Η σύγκρουση με την πολιτική της Ε.Ε και της ΟΝΕ, που υπαγορεύει τις αντιδραστικές πολιτικές σε όλα τα επίπεδα και σε όφελος του μονοπωλιακού κεφαλαίου, είναι ο δικός μας μονόδρομος με λόγια και με έργα, είναι όρος εκ των ων ουκ άνευ, για ένα πλαίσιο ενός ταξικού ανασυγκροτημένου συνδικαλιστικού κινήματος.

Οι παρατάξεις δυστυχώς του ΣΥΡΙΖΑ κινούνταν εντός των διαχειριστικών πλαισίων  και παράλληλα συμμετείχαν σε όλες τις πλειοψηφίες με τις παρατάξεις του δικομματισμού όλα τα προηγούμενα χρόνια.

Για μία περίοδο δημιουργήθηκε η ελπίδα ανάτασης της αγωνιστικής δράσης με τη δημιουργία του ΠΑ.Μ.Ε. σαν ένας συντονισμός ΕΚ, Ομοσπονδιών και σωματείων σε μια αγωνιστική κατεύθυνση θέλοντας να σπάσει τον δούρειο ίππο των ηγεσιών της ΓΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ μέσα στο συνδικαλιστικό κίνημα. Δυστυχώς έχει μετατραπεί σε μια παράταξη με σεχταριστική λογική, σε μια παράταξη χωρίς όργανα, σε ένα επιτελείο που βοηθά στη δημιουργία όρων οργανωτικής διάσπασης του κινήματος, με τα λεγόμενα «κόκκινα συνδικάτα».

Η ύπαρξη της συλλογικής, ενωτικής, ταξικής πτέρυγας του συνδικαλιστικού κινήματος είναι  βασικός όρος για την άμυνα της εργατικής τάξης. Θεωρούμε ακόμα αναγκαία την ύπαρξη ενός συνεπούς  εργατικού κόμματος, όχι ρεφορμιστικού, μιας επαναστατικής πολιτικής πρωτοπορίας, με πολιτική συμμαχιών. Είναι ένας απαραίτητος όρος για να βρει διέξοδο ο λαός μας όχι μόνο για τις σημερινές συνθήκες αλλά και στη προοπτική του σοσιαλισμού.

Πρέπει να απευθυνθούμε σε όλες τις δυνάμεις  που αισθάνονται ότι βρίσκονται στην ταξική πτέρυγα του συνδικαλιστικού κινήματος, σε διανοούμενους  που πατάνε γερά στη βάρκα της εργατικής τάξης, μακριά από μικρομεγαλισμούς που ταλανίζουν το χώρο της ευρύτερης αριστεράς και του ταξικού κινήματος.


Σήμερα είναι αναγκαίο να ξαναμπούν  στο τραπέζι για συζήτηση και να αναδειχθούν οι βασικές πλευρές της εργατικής πολιτικής όπως η οργανωτική ενότητα, η οικονομική αυτάρκεια των συνδικάτων και η απεμπλοκή τους από το κράτος, ο έλεγχος και η άμεσης ανάκληση των αντιπροσώπων τους, η συνδικαλιστική γραφειοκρατία σαν το μακρύ χέρι των κομμάτων της αστικής και ρεφορμιστικής πολιτικής, η αντιπροσώπευση στα όργανα του
συνδικαλιστικού κινήματος και ο θεσμός των προεδρείων, οι όροι και οι προϋποθέσεις.

 

 

 

Ανάγκη μιας νέας πορείας

Είναι φανερή η απουσία μιας συνεπούς αγωνιστικής και ενωτικής συνδικαλιστικής γραμμής στο συνδικαλιστικό κίνημα. Η γραμμή αυτή δεν αρκεί να είναι αγωνιστική, πρέπει να είναι και ενωτική. Δεν αρκεί να είναι ενωτική, πρέπει να είναι και πραγματικά αγωνιστική. Στο καθήκον δημιουργίας και μαζικοποίησης αυτής της γραμμής πρέπει και μπορούμε να συμβάλλουμε.

Η μόνη ενότητα που έχει τη δύναμη να αποτρέψει τη συνεχιζόμενη την ενιαία επίθεση του Κεφαλαίου και στην πορεία να την ανατρέψει, είναι αυτή που σφυρηλατείται στην ενιαία, μαζική, αγωνιστική συσπείρωση της βάσης των εργαζομένων με συνεκτικό ιστό τα κοινά ταξικά τους συμφέροντα και με αιτήματα και μορφές πάλης που τα αναδεικνύουν και τα προωθούν. Επομένως απέναντι στον κυβερνητικό συνδικαλισμό (σημερινό και αυριανό), στη συναίνεση των κυρίαρχων παρατάξεων  ακόμα και με λανθάνουσες μορφές (βλέπε τη στάση τους πέρσι, στην ενδεχόμενη απεργία των επιστρατευμένων εκπαιδευτικών), είναι η οικοδόμηση τελικά της ταξικής μας ενότητας.

Να ενωθούμε δηλαδή ανεξάρτητα από τις ιδεολογικές, πολιτικές οπτικές και παραταξιακές αφετηρίες, όχι απλά στη βάση των προβλημάτων, αλλά σε σύγκρουση με τις αιτίες που γεννούν τα προβλήματα και τις πολιτικές που τα αναπαραγάγουν και τα οξύνουν.

Φυσικά προτάσεις ενότητας θα συνεχίσουν να κυκλοφορούν από ηγεσίες και φραξιονίζοντες παράγοντες κοινοβουλευτικών κομμάτων, εκκολαπτόμενους πολιτικούς παραγοντίσκους με ευκαιριακό, συγκολλητικό  χαρακτήρα και εκλογικίστικη νοοτροπία μια και είμαστε σε περίοδο πολιτικών ανακατατάξεων. Αυτές δεν μπορούν καθ’ οιονδήποτε τρόπο να είναι αποτελεσματικές ούτε για επιμέρους ζητήματα, ούτε για συνολικές κατακτήσεις και αλλαγές.

Οι εργαζόμενοι και οι άνεργοι πάντοτε, αλλά πολύ περισσότερο σήμερα, στις συνθήκες της κρίσης, του φόβου και του κατακερματισμού έχουν ανάγκη να είναι ενωμένοι, όχι μόνοι τους, όχι διαιρεμένοι. Η τάση για ενότητα είναι φυσικό να δυναμώνει στις συνθήκες αυτές. Πρέπει όμως να δοθεί η σωστή αγωνιστική απάντηση, μακριά από το λοξοκοίταγμα προς την παράταξη του ΣΥΡΙΖΑ και το σεχταρισμό του ΠΑΜΕ ή άλλων δυνάμεων. Η αγωνιστική ενότητα των εργαζομένων καθόλου δεν αποκλείει την πολιτική και ιδεολογική αντιπαράθεση με εκείνες τις συνδικαλιστικές και πολιτικές ηγεσίες που προδίδουν στην ουσία το λαό ή που ταλαντεύονται.

Η καταπολέμηση της λανθάνουσας αυταπάτης και νοοτροπίας για την ιδιαίτερη ευνοϊκή αντιμετώπιση ενός κλάδου από την κυβέρνηση είναι βαθιά διαχωριστική ανάμεσα στους εργαζόμενους, οι οποίοι έχουν κοινά συμφέροντα που πρέπει να υπερασπιστούν και κοινά προβλήματα που μόνο ενωμένοι μπορούν να επιλύσουν. Αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι αγώνες θα περνάνε μέσα από τις ξεπουλημένες και συμβιβασμένες πλειοψηφίες (μόνιμες ή συγκυριακές σε κομβικές συγκρουσιακές στιγμές του εργατικού κινήματος αυτής της περιόδου) των ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ. Ο κάθε κλάδος ανάλογα με τη δυναμική του και τα συγκεκριμένα αιτήματα καθορίζει την τακτική του εντασσόμενος σε ένα ευρύτερο πλαίσιο σχεδιασμού και αντιμετώπισης της κεφαλαιοκρατικής επίθεσης.

Προκύπτει λοιπόν η αναγκαιότητα να συμβάλλουμε με όλες τις δυνάμεις στη δημιουργία ενός ταξικού μετώπου συντονισμού της πάλης συνδικάτων και εργαζομένων, που θα δίνουν τη μάχη για την ακύρωση της πολυμέτωπης αντιλαϊκής επίθεσης.

Φυσικά, δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε ότι οι νίκες των λαϊκών αγώνων είναι, στο πλαίσιο του καπιταλιστικού συστήματος, ασταθείς και περιορισμένες. Οι μικρές νίκες συνδικάτων γίνονται αφάνταστα πιο δύσκολες σε συνθήκες κρίσης. Μπορεί όμως να διαπαιδαγωγήσουν και να αναπτερώσουν το ηθικό αυτών που σήμερα είναι απελπισμένοι. Γι΄αυτό και πρέπει να προβάλλονται και να είναι παραδείγματα προς μίμηση. Ένας τέτοιος αγώνας είναι και ο αγώνας των καθαριστριών ανεξάρτητα της προσωρινής έκβασης. Έχει πια την διεθνή συμπαράσταση από διανοουμένους και συλλογικότητες, σημείο αγωνιστικότητας και αξιοπρέπειας αυτής της γυναικείας φάλαγγας  της εργατικής τάξης που δεν υποτάσσεται και επιμένει μέχρι την τελική νίκη. Η όποια κυβέρνηση, είτε η σημερινή είτε η αυριανή, θα υποχρεωθεί να ικανοποιήσει τα αιτήματα τους και θα μπουν στη δουλειά με ψηλά το κεφάλι. Η αποτελεσματικότητα των αγώνων είναι καθοριστικό σημείο δημιουργίας όρων μαζικής αντεπίθεσης του ταξικού συνδικαλιστικού κινήματος .

Να πιάσουμε λοιπόν ξανά το νήμα του ταξικού εργατικού νήματος, την επιστροφή στις αρχές και τις αξίες των απαρχών του προηγούμενου αιώνα όπως της αλληλεγγύης της ενότητας και της συντροφικότητας των εργατών.

 

Το πλαίσιο

Το πλαίσιο στο οποίο μπορούμε να βασίσουμε τη συνδικαλιστική μας παρέμβαση πρέπει να έχει αιχμή, κατεύθυνση αντιμονοπωλιακή – αντιιμπεριαλιστική. Σε κάθε χώρο μπορεί και πρέπει να εξειδικεύεται ή και να αλλάζει ανάλογα με τις γενικότερες ή ειδικές τοπικές συνθήκες.


Άμεσα αμυντικά μέτρα:

·  Κατάργηση όλων των μνημονίων, των δανειακών συμβάσεων και του όλου αντιδραστικού νομοθετικού πλαισίου

·  Επιστροφή, ως ελάχιστο, σε πρώτη φάση, μισθών και ατομικών, συλλογικών και κοινωνικών δικαιωμάτων στο επίπεδο του 2008

·  Κανένα νέο ξεπούλημα του δημόσιου πλούτου δεν πρέπει να περάσει

·  Αποκλειστικά δημόσια δωρεάν παιδεία και υγεία και πρόνοια

· Υπεράσπιση και διεύρυνση των συνδικαλιστικών και πολιτικών ελευθεριών, τιμωρία των ναζιστικών εγκλημάτων, διάλυση των οργανώσεών τους, εκκαθάριση του κρατικού μηχανισμού από όλα τα φασιστικά στοιχεία


Μέτρα που συνδέουν την άμυνα με την αντεπίθεση και τη χάραξη μιας άλλης πολιτικής πορείας:

·   Έξω τη τρόικα – εθνική ανεξαρτησία 

·   Διαγραφή του χρέους

·   Εθνικοποίηση και εργατικός έλεγχος των τραπεζών και των επιχειρήσεων που έχουν στρατηγική σημασία για την εθνική οικονομία

·  Εθνικοποίηση των επιχειρήσεων που αδυνατούν (ή η ιδιοκτησία τους ισχυρίζεται ότι αδυνατεί) να ανταπεξέλθουν στις υποχρεώσεις τους έναντι των εργαζομένων, εγκαθίδρυση εργατικού ελέγχου σε αυτές, δημιουργία δημόσιου φορέα από επιχειρήσεις ομοειδούς αντικειμένου, ώστε να εξακολουθήσουν να λειτουργούν και να παράγουν

·   Στήριξη του κράτους στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις

·   Αντίθεση και απειθαρχία στην ΕΕ, έξοδος τελικά από αυτήν


* Eκπαιδευτικού, αντιπροέδρου του συλλόγου Γ.ΚΟΡΔΑΤΟΣ