Η αλήθεια και ο Μπρεχτ*

 

του Δημήτρη Καλτσώνη


*Αφορμή για αυτό το μικρό σημείωμα υπήρξε η θεατρική παράσταση της ομάδας Πείρα(γ)μα Η δίκη του Μπρεχτ. Η παράσταση βασίζεται στα πρακτικά της ανάκρισης του συγγραφέα από την Επιτροπή Αντιαμερικανικών Ενεργειών το 1947 στις ΗΠΑ, την περίοδο του μακαρθισμού.

Κάθε άνθρωπος βρίσκεται συχνά στη ζωή του αντιμέτωπος με το ερώτημα πώς να αντιμετωπίσει την αλήθεια. Ως πανεπιστημιακός δάσκαλος έχω βρεθεί ενώπιον παρόμοιων διλημμάτων όχι λίγες φορές. Και τότε ο Μπρεχτ έρχεται αρωγός μου με το γνωστό του κείμενο “Πέντε δυσκολίες για να γράψει κανείς την αλήθεια”, που δεσπόζει σε μια μεγάλη αφίσα στο γραφείο μου. Πρόκειται για ομιλία του Μπρεχτ σε μια καθόλου τυχαία χρονική στιγμή: στο διεθνές αντιφασιστικό συνέδριο των διανοουμένων για την υπεράσπιση της κουλτούρας, που έγινε στο Παρίσι το 1935.

Τι χρειάζεται, σύμφωνα με τον Μπρεχτ, για να γράψει κανείς την αλήθεια;

Πρώτο, χρειάζεται θάρρος για να πει την αλήθεια. Χωρίς το θάρρος, η αλήθεια μπορεί να παραμείνει βουβή, κρυμμένη. Ακόμη και αν κατέχεις την αλήθεια, αν δεν έχει το θάρρος να την πεις, αυτή μένει μετέωρη. Δεύτερο, χρειάζεται η γνώση για να διακρίνει κανείς την αλήθεια, να την αναγνωρίσει. Τρίτο, χρειάζεται τέχνη για να κάνει κανείς την αλήθεια ευκολομεταχείριστη σαν όπλο. Τέταρτο, χρειάζεται να ξέρει κανείς να διαλέγει εκείνους που μπορούν να διαδώσουν την αλήθεια και που στα χέρια τους η αλήθεια θα αποκτήσει δύναμη. Και πέμπτο,  χρειάζεται πονηριά για να διαδώσει κάποιος την αλήθεια. Αυτό είναι αναγκαίο ειδικά σε χαλεπούς καιρούς όταν η λογοκρισία και η αστυνομική καταστολή, είτε η έμμεση και ραφιναρισμένη λογοκρισία των σύγχρονων μέσων ενημέρωσης, αποσιωπούν την αλήθεια. Και όλες αυτές οι πέντε αρετές είναι ανάγκη να υπάρχουν όλες μαζί, μας λέει ο Μπρεχτ, γιατί αν λείπει έστω και μια από αυτές η αλήθεια θα μείνει μετέωρη, ανυπεράσπιστη.

Ο Μπρεχτ είναι λοιπόν ο μεγάλος διαλεκτικός. Ο μεγάλος διαλεκτικός του 20ού αιώνα. Μαζί με άλλους μεγάλους διαλεκτικούς του 20ού αιώνα, όπως ο Λένιν ή ο Αϊνστάιν ή και άλλοι ακόμα. Ο μεγάλος διαλεκτικός που σε κάθε ευκαιρία υπογράμμιζε ότι οι υλικές συνθήκες είναι η βάση και η συνείδηση του ανθρώπου το παράγωγο αλλά και από την άλλη ότι η συνείδηση επιδρά στις συνθήκες, τις αλλάζει, ότι το βασικό και το δευτερεύον βρίσκονται σε μια διαλεκτική σχέση μεταξύ τους, το ένα τρέφει το άλλο, ότι το μέρος και το όλον επίσης, ότι σημασία έχει το όλον, ναι, το μακροπρόθεσμο, το ολοκληρωμένο, αλλά και το μέρος έχει τη δική του αυτοτελή αξία, χωρίς την οποία δεν μπορείς να φτάσεις στον όλον, ότι το τυχαίο και η αναγκαιότητα συνδέονται στενά, διαλεκτικά.

Γι' αυτό αξίζει να διαβάζουμε και να ξαναδιαβάζουμε τον Μπρεχτ. Να μερικές από τις Ιστορίες του κ. Κόυνερ[1] που άρχισαν να γράφονται εκεί γύρω στο 1927, σημαδεμένα χρόνια. Ας τις διαβάσουμε λίγο μαζί:

Ο κ. Κ αντάμωσε κάποιον που είχε να τον δει πολύ καιρό. Μα εσείς δεν αλλάξατε καθόλου, του είπε ο άλλος καθώς τον χαιρετούσε. Ωχ, έκανε ο κ. Κ και χλώμιασε”.

 

Ας συλλογιστούμε:

Όταν ο κ. Κ άκουσε  ότι οι παλιοί μαθητές του τον επαινούσαν, είπε: Ενώ οι μαθητές ξέχασαν από καιρό τα λάθη του δασκάλου, αυτός ακόμα τα θυμάται”.

 

Ας αναρωτηθούμε:

Ρώτησαν τον κ. Κ πώς μπορεί ν' αναθρέψεις έναν άνθρωπο έτσι που να γίνει αδέκαστος. Ο κ. Κ αποκρίθηκε: με το να τον χορτάσεις. Στην ερώτηση πώς μπορείς να σπρώξεις κάποιον να κάνει καλές προτάσεις ο κ. Κ αποκρίθηκε: Όταν φροντίσεις να συμμετέχει κι αυτός στα οφέλη που φέρνουν οι προτάσεις του, κι όταν δεν μπορεί ν' αποκτήσει τα οφέλη αυτά με άλλον τρόπο, δηλαδή μόνος του”.

 

Σκεφτείτε:

Κάποτε επισκέφτηκε τον κ. Κ ένας καθηγητής της φιλοσοφίας κι άρχισε να του μιλάει για τη σοφία του. Μετά από λίγη ώρα ο κ. Κ είπε στον καθηγητή: κάθεσαι ενοχλητικά, μιλάς ενοχλητικά, σκέφτεσαι ενοχλητικά. Σαν τ' άκουσε αυτό ο καθηγητής θύμωσε και του είπε: Δε μ' ενδιαφέρει να μάθω τι σκέφτεσαι για το άτομό μου, μ' ενδιαφέρει να μάθω τη γνώμη σου γι' αυτά που λέω. Αυτά που λες δεν έχουν περιεχόμενο, αποκρίθηκε ο κ. Κ. Σε βλέπω να βαδίζεις αδέξια, και το βάδισμά σου δεν έχει προορισμό. Μιλάς σκοτεινά και η ομιλία σου δε φωτίζει τίποτα. Βλέποντας τη στάση σου παύει να μ' ενδιαφέρει ο στόχος σου”.

 

Ας αναλογιστούμε:

Ο κ. Κ έλεγε: Είναι δύσκολο να συμβουλέψεις κάποιον που σ' έχει κάνει να θυμώσεις. Κι όμως αυτό είναι απαραίτητο γιατί αυτός είναι που χρειάζεται τη συμβουλή περισσότερο από κάθε άλλον”.

 

Ας θέσουμε “ερωτήματα που πείθουν”:

Πρόσεξα, είπε ο κ. Κ, ότι κάνουμε πολλούς να τρομάζουν με τη θεωρία μας, επειδή βρίσκουμε στο κάθε ερώτημα και μια απάντηση. Δε θα μπορούσαμε, για το καλό της προπαγάνδας, να κάνουμε έναν κατάλογο των ερωτημάτων που μας φαίνονται τελείως αναπάντητα;

 

Για όλους αυτούς τους λόγους, και πολλούς άλλους, μου αρέσει να αναστοχάζομαι με τον Μπρεχτ. Και προσπαθώ να μην ξεχνώ ότι “ο μαθητής έχει σημασία, όχι το μάθημα”.



[1]      Αντιγράφω από παλαιότερη έκδοση του Θεμέλιου.