Το Κινεζικό Σύνταγμα του 1982: ένα σοσιαλιστικό Σύνταγμα ή ο δρόμος για τον καπιταλισμό; (β' μέρος)


του Δημήτρη Καλτσώνη

 

 

δημοσίευση περ. Κρίση, τ. 2/2017, σελ. 31-50


Η Κεντρική Στρατιωτική Επιτροπή

 

            Ένας ξεχωριστός αλλά και σημαντικός θεσμός που συναντιέται στο Σύνταγμα του 1982 είναι η Κεντρική Στρατιωτική Επιτροπή. Το Σύνταγμα της αφιερώνει δύο άρθρα τα οποία βρίσκονται αμέσως μετά τα σχετικά με τον πρόεδρο της δημοκρατίας και το υπουργικό συμβούλιο.

            Αντίστοιχος θεσμός δεν συναντιέται στα Συντάγματα των άλλων σοσιαλιστικών κρατών της περιόδου. Αποτελεί κινεζική πρωτοτυπία. Παρόμοιος υπήρχε στο πρώτο Σύνταγμα του 1954 που προέβλεπε σχετικά (άρθρο 42) ότι “ο πρόεδρος της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας είναι αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων και προεδρεύει στο Συμβούλιο Εθνικής Αμύνης”. Τα μέλη του Συμβουλίου εκλέγονταν από την Λαϊκή Εθνοσυνέλευση μετά από πρόταση του προέδρου.

            Ο έλεγχος των ενόπλων δυνάμεων είναι αποφασιστικής σημασίας για κάθε κράτος. Ειδικά στην Κίνα, την περίοδο της πολιτιστικής επανάστασης οι ένοπλες δυνάμεις χρησιμοποιήθηκαν συχνά από τον Μάο ενάντια στους εσωκομματικούς του αντιπάλους. Μπορεί επομένως να γίνει κατανοητή η ιδιαίτερη ευαισθησία γύρω από το θέμα αυτό.

            Έτσι, το Σύνταγμα του 1982 δεν αναθέτει τη διοίκηση των ενόπλων δυνάμεων στην κυβέρνηση μέσω του αρμόδιου υπουργού, όπως προβλεπόταν για παράδειγμα στα Σοβιετικό Σύνταγμα του 1977 ή και σε άλλα σοσιαλιστικά Συντάγματα. Διαθέτει ένα ειδικό όργανο, την Κεντρική Στρατιωτική Επιτροπή η οποία διοικεί όλες τις ένοπλες δυνάμεις.

            Ο πρόεδρός της εκλέγεται από τη Λαϊκή Εθνοσυνέλευση και είναι υπεύθυνος έναντι αυτής. Μετά από πρόταση του προέδρου, εκλέγει τα λοιπά μέλη της Επιτροπής. Η θητεία τους συμπίπτει με της Λαϊκής Εθνοσυνέλευσης. Η τελευταία μπορεί να ανακαλέσει τον πρόεδρο ή τα μέλη της Κεντρικής Στρατιωτικής Επιτροπής.

            Την πρώτη περίοδο εφαρμογής του Συντάγματος (1983-1989) στη θέση του προέδρου της Επιτροπής αυτής εκλέχτηκε ο Ντενγκ Χσιάο Πινγκ. Ήταν η μόνη κρατική θέση που κατείχε ο ηγέτης του ΚΚ Κίνας. Στη συνέχεια εκλέχτηκαν διάφορα στελέχη του ΚΚ Κίνας. Κάποιες φορές, τα τελευταία χρόνια, στη θέση εκλέχτηκε ο πρόεδρος της δημοκρατίας που ήταν παράλληλα και γενικός γραμματέας του κόμματος συγκεντρώνοντας έτσι ένα σύνολο σημαντικών εξουσιών. Ωστόσο, η πρακτική αυτή δεν μονιμοποιήθηκε.

            Στο πλαίσιο των ηγετικών οργάνων του ΚΚ Κίνας υφίσταται επίσης μια κεντρική στρατιωτική επιτροπή η οποία καθορίζει την πολιτική του κόμματος έναντι των ενόπλων δυνάμεων. Σε ομαλές συνθήκες, ο πρόεδρος και τα μέλη της Κεντρικής Στρατιωτικής Επιτροπής που προέρχονται από το ΚΚ Κίνας υλοποιούν την αποφασισμένη από το κόμμα γραμμή.

            Το προηγούμενο Σύνταγμα του 1978 προέβλεπε μια άμεση, συνταγματικά επιβαλλόμενη καθοδήγηση των ενόπλων δυνάμεων από το ΚΚ Κίνας. Το άρθρο 19, το οποίο περιλαμβανόταν στο πρώτο κεφάλαιο περί γενικών αρχών, πριν τα κεφάλαια για τη δομή του κράτους και των εξουσιών, όριζε ρητά ότι ο πρόεδρος της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚ Κίνας διοικεί όλες τις ένοπλες δυνάμεις και ότι γενικά οι ένοπλες δυνάμεις διοικούνται από το ΚΚ Κίνας.

            Θα μπορούσε ίσως να υποστηριχθεί ότι δεν υφίσταται σημαντική διαφοροποίηση ανάμεσα στα δύο Συντάγματα αφού τελικά το ΚΚ Κίνας ασκεί την καθοδήγηση των ενόπλων δυνάμεων και στις δυο περιπτώσεις. Μια τέτοια θέση δεν θα απηχούσε την πραγματικότητα. Η ανάθεση της διοίκησης των ενόπλων δυνάμεων σε ένα συνταγματικό όργανο αναβαθμίζει εκ των πραγμάτων το ρόλο της Λαϊκής Εθνοσυνέλευσης. Καθιστά κατά κάποιο τρόπο την κοινωνία συμμέτοχη στην υπόθεση αυτή.

            Βέβαια, μπορεί να αντιταχθεί η άποψη ότι αυτό δεν έχει καμιά σημασία αφού και πάλι το ΚΚ Κίνας κατευθύνει, πιο έμμεσα τώρα, τις ένοπλες δυνάμεις ή ότι σε κάθε περίπτωση οι ένοπλες δυνάμεις παραμένουν ένας θεσμός πολιτικοποιημένος και κομματικός. Το πρώτο επιχείρημα δεν ευσταθεί γιατί δεν λαμβάνει υπόψη του τη λεπτή διαφορά και τις διεργασίες που μπορεί αυτή να δρομολογήσει. Εξάλλου, σε όλα λίγο – πολύ τα κράτη οι συνταγματικές διαδικασίες κινούνται με πρωτοβουλία κάποιων πολιτικών κομμάτων. Ένα υπουργικό συμβούλιο καθοδηγείται κατά βάση από πολιτικά κόμματα και πρόσωπα.

            Το δεύτερο επιχείρημα επίσης δεν είναι δόκιμο καθώς οι ένοπλες δυνάμεις έχουν βαθιά πολιτικό χαρακτήρα σε όλα τα κράτη και σε όλα τα Συντάγματα. Μπορεί ο πολιτικός αυτός χαρακτήρας να μην ομολογείται ανοιχτά, ιδίως στα αστικά Συντάγματα, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως δεν υπάρχει. Το ίδιο ισχύει για τις κομματικές παρεμβάσεις. Όπου υπάρχουν πολιτικά κόμματα, παρεμβαίνουν με τον ένα ή άλλο τρόπο, με ανοιχτό και δημόσιο ή με κρυφό και μη ομολογούμενο, στις ένοπλες δυνάμεις.

            Το πραγματικό πρόβλημα επομένως δεν είναι η παρέμβαση του ΚΚ Κίνας αλλά η θέση του ΚΚ Κίνας στο συνταγματικό και πολιτικό σύστημα και κυρίως η θέση των πολιτών, ιδίως της εργατικής τάξης, στο συνταγματικό και πολιτικό σύστημα. Από την άποψη αυτή, το εκλογικό σύστημα και το καθεστώς των ελευθεριών μπορούν να μας δώσουν την εικόνα της κατάστασης.

             

 

            Οι εκλογικές διαδικασίες

 

            Το εκλογικό σύστημα έχει πάντοτε καθοριστική σημασία στην άρθρωση της δημοκρατίας. Στην Κίνα εμφανίστηκαν παθογένειες ήδη από τις εκλογικές διαδικασίες που ανέδειξαν την πρώτη Λαϊκή Εθνοσυνέλευση μετά την επανάσταση. Η συνταγματική πρόβλεψη τόσο από το Σύνταγμα του 1954 όσο και από αυτό του 1982 για εκλογή αλλά και για δυνατότητα ανάκλησης των αντιπροσώπων όλων των επιπέδων από τους εκλογείς θεσμοθετούσε θεωρητικά ένα τύπο δημοκρατίας ανώτερο από εκείνο των παραδοσιακών αστικών δημοκρατιών.

            Η πράξη όμως έδειξε ότι επικράτησε η μοναδική υποψηφιότητα υποδεικνυόμενη από το ΚΚ Κίνας. Ακόμη και εκεί που παρουσιάζονταν υποψήφιοι άλλων κομμάτων, αυτό γινόταν σε συνεννόηση με το ΚΚ Κίνας[1]. Οι εκλογείς δεν είχαν έτσι την ευκαιρία να υποδείξουν υποψήφιους και να επιλέξουν ανάμεσα σε περισσότερους.

            Ο εκλογικός νόμος που ψηφίστηκε το 1979, λίγο πριν το Σύνταγμα, πραγματοποιούσε ένα μικρό άνοιγμα. Προέβλεπε ότι υποψήφιους στις τοπικές εκλογές μπορούν να παρουσιάσουν τα κόμματα αλλά και κάθε εκλογέας αν υποστηριχθεί η πρότασή του από τρεις άλλους. Προέβλεπε ακόμη τη δυνατότητα περισσότερων υποψηφιοτήτων για κάθε έδρα. Η τελική λίστα των υποψηφίων διαμορφωνόταν όμως κατόπιν “δημοκρατικών διαβουλεύσεων”[2]. Αυτό, σε συνδυασμό με το γενικότερο κλίμα απουσίας δημοκρατικής συζήτησης και αντιπαράθεσης, εξανέμισε στην πράξη τα όποια θετικά στοιχεία του νόμου.

            Επιπλέον, το Σύνταγμα του 1982 δεν έχει καμιά πρόβλεψη θεσμών άμεσης δημοκρατίας όπως θα περίμενε κανείς από ένα σοσιαλιστικό Σύνταγμα. Ο θεσμός των λαϊκών συνελεύσεων, του δημοψηφίσματος, της λαϊκής νομοθετικής πρωτοβουλίας απουσιάζουν παντελώς. Βέβαια, και σε άλλα Συντάγματα σοσιαλιστικών κρατών της ίδιας περιόδου παρατηρείται η ίδια διστακτικότητα στην κατοχύρωση τέτοιων θεσμών, αν και υπάρχουν κάποιες δειλές αναφορές.

            Αντίστοιχες περιοριστικές πρακτικές στο εκλογικό σύστημα είχαν επικρατήσει στη Σοβιετική Ένωση από τα μέσα περίπου της δεκαετίας του 1920. Οι πρακτικές αυτές είχαν αργότερα θεσμοποιηθεί τόσο στη Σοβιετική Ένωση όσο και στις άλλες Λαϊκές Δημοκρατίες με εξαίρεση την Κούβα, στην οποία επικράτησε η αρχή των πολλαπλών υποψηφιοτήτων που αναδεικνύονται από τις συνελεύσεις των πολιτών, τουλάχιστον σε τοπικό επίπεδο[3].

            Αντίθετα, το άρθρο 100 του Σοβιετικού Συντάγματος του 1977 περιόριζε το δικαίωμα ανάδειξης υποψηφίων “στις οργανώσεις του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης, στα συνδικάτα, στην Πανενωσιακή Λενινιστική Κομμουνιστική Ένωση Νεολαίας, στις συνεταιριστικές και άλλες κοινωνικές οργανώσεις, στις εργασιακές ομάδες καθώς και στις συνελεύσεις των στρατιωτικών στις μονάδες τους[4]. Η δυνατότητα που παρείχε στις εργασιακές ομάδες έμεινε στην πραγματικότητα ανεκμετάλλευτη κάτω από το πολιτικό κλίμα που είχε διαμορφωθεί.

            Στη διάρκεια της πολιτιστικής επανάστασης στην Κίνα οι εκλογικές διαδικασίες καταργήθηκαν. Τα όργανα εξουσίας που αναδείχθηκαν δεν ήταν προϊόν εκλογικής διαδικασίας. Προς το τέλος αυτής της περιόδου συγκλήθηκε και πάλι η Λαϊκή Εθνοσυνέλευση. Ωστόσο η ανάδειξη των αντιπροσώπων δεν έγινε με πραγματικές εκλογές αλλά με διαβούλευση.

            Το Σύνταγμα του 1975 όριζε βέβαια ότι η Λαϊκή Εθνοσυνέλευση απαρτίζεται από εκλεγμένους αντιπροσώπους. Παράλληλα, όμως, το άρθρο 16 όριζε ότι “όταν είναι αναγκαίο, ένας ορισμένος αριθμός από πατριωτικές προσωπικότητες μπορούν ειδικά να προσκληθούν να πάρουν μέρος στη Συνέλευση σαν αντιπρόσωποι”.

            Μετά το θάνατο του Μάο και τη σύλληψη της λεγόμενης “συμμορίας των τεσσάρων” ακολούθησε μια περίοδος σχετικής άνθισης των ελευθεριών και των δυνατοτήτων λαϊκής έκφρασης. Αυτή όμως αξιοποιήθηκε περισσότερο για την έκβαση της εσωκομματικής αντιπαράθεσης ανάμεσα στους οπαδούς της πολιτιστικής επανάστασης και σε εκείνους που υποστήριζαν την ολοκληρωτική υπέρβασή της[5].

            Το μεταβατικό -όπως αποδείχθηκε- Σύνταγμα του 1978, στο άρθρο 21 καθόριζε ότι οι βουλευτές εκλέγονται με μυστική ψηφοφορία. Αυτό ήταν μια συνταγματική πρόοδος καθώς ούτε το Σύνταγμα του 1954 κατοχύρωνε τη μυστική ψήφο[6]. Ωστόσο, στο ίδιο εδάφιο πρόσθετε ότι η εκλογή γίνεται “μέσω δημοκρατικών διαβουλεύσεων”. Η διατύπωση αυτή θα μπορούσε να ερμηνευθεί ότι ενθάρρυνε τη δημοκρατική συζήτηση και τις πολλαπλές υποψηφιότητες. Ωστόσο, λειτούργησε μάλλον αντίθετα, στη λογική της εκμαίευσης της συναίνεσης.

           

 

            Ο θεσμικός ρόλος του ΚΚ Κίνας

 

            Γενικότερα το Σύνταγμα του 1978 θεσμοθετούσε την κηδεμονία του κομμουνιστικού κόμματος πάνω στην εργατική τάξη. Οι αναφορές του Συντάγματος, όπως και εκείνες του Συντάγματος του 1975, υποδήλωναν μια ακραία υποταγή της Εθνοσυνέλευσης και των οργάνων εξουσίας στο ΚΚ Κίνας. Η υποταγή αυτή γινόταν θεσμική και όχι de facto, γεγονός που έχει σημασία. Για παράδειγμα, σύμφωνα με το άρθρο 22 του Συντάγματος του 1978 η Εθνοσυνέλευση αποφάσιζε για το πρόσωπο του πρωθυπουργού ύστερα από “πρόταση της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας”. Με παρόμοιο τρόπο στο άρθρο 19 όριζε ότι οι ένοπλες δυνάμεις της χώρας διοικούνται όχι από κάποιο συνταγματικά αρμόδιο όργανο (κυβέρνηση, πρόεδρο της δημοκρατίας, αρμόδιο υπουργό ή έστω αρμόδια επιτροπή) αλλά από τον πρόεδρο της κεντρικής επιτροπής του ΚΚ Κίνας. Ακόμη περισσότερο το άρθρο 56 του ίδιου Συντάγματος όριζε ότι “οι πολίτες οφείλουν να στηρίζουν το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας και το σοσιαλιστικό πολίτευμα”.

            Οι υποστηρικτές της αντίληψης αυτής υποστήριζαν ότι το κομμουνιστικό κόμμα αποτελεί τη συνειδητή, οργανωμένη επαναστατική πρωτοπορία της εργατικής τάξης και των άλλων λαϊκών στρωμάτων. Επομένως, σύμφωνα με την άποψη αυτή, η συνταγματική κατοχύρωση του ρόλου του διασφαλίζει στην πραγματικότητα την εξουσία της εργατικής τάξης και του λαού[7].

            Ουσιαστικά επρόκειτο για μια αντίληψη και πρακτική που παρουσιάστηκε λίγο-πολύ σε όλα τα πρώην σοσιαλιστικά κράτη. Η πρακτική αυτή ταύτιζε το κομμουνιστικό κόμμα με το κράτος. Το κόμμα αναλάμβανε απευθείας κρατικές λειτουργίες, τόσο σε επίπεδο αποφάσεων όσο και σε επίπεδο τρέχουσας διοίκησης. Η πρακτική αυτή βρισκόταν σε αντίθεση με το πνεύμα και το γράμμα του πρώτου Σοβιετικού Συντάγματος και τις αναλύσεις των Μαρξ και Λένιν για το ρόλο του επαναστατικού κόμματος[8].

            Το Κινέζικο Σύνταγμα του 1982 πραγματοποίησε κάποια θετικά βήματα αυτονομώντας τα συνταγματικά όργανα εξουσίας από το ΚΚ Κίνας. Επιχείρησε να σηματοδοτήσει τη μετάβαση από το κόμμα - κράτος στο κόμμα - καθοδηγητής του κράτους. Η μετάβαση αυτή είχε παρατηρηθεί νωρίτερα και σε άλλα πρώην σοσιαλιστικά κράτη. Το μοντέλο της ταύτισης του κόμματος με το κράτος είχε αποδειχθεί αναποτελεσματικό, τουλάχιστον σε περίοδο ειρηνικής και σχετικά ομαλής κοινωνικο-οικονομικής ανάπτυξης. Απαιτούνταν επομένως ένας εξορθολογισμός. Στην ίδια κατεύθυνση είχε τροποποιηθεί λίγο νωρίτερα, το καταστατικό του ΚΚ Κίνας[9].

            Για παράδειγμα, το νέο αυτό Σύνταγμα δεν κατοχυρώνει θεσμικά την πρωτοκαθεδρία του ΚΚ Κίνας. Αντίθετα, το προηγούμενο Σύνταγμα του 1978 στο άρθρο 2 προέβλεπε ότι “το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας είναι ο καθοδηγητικός πυρήνας όλου του κινεζικού λαού. Η εργατική τάξη ασκεί την καθοδήγησή της πάνω στο κράτος μέσω του πρωτοπόρου τμήματός της, του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας”. Η διάταξη  αυτή προερχόταν αυτούσια από το αντίστοιχο άρθρο 2 του Συντάγματος του 1975.

            Η μη ρητή αναφορά στο σημερινό Σύνταγμα στο ΚΚ Κίνας ή, το γεγονός ότι δεν συγκεκριμενοποιείται πως η Εθνοσυνέλευση γενικά βρίσκεται υπό την καθοδήγηση του ΚΚ, ή τέλος ότι δεν κατοχυρώνεται σε ειδικό άρθρο ο καθοδηγητικός ρόλος του ΚΚ Κίνας, δεν είναι χωρίς σημασία. Βέβαια, είναι προφανές, ο ρόλος του ΚΚ Κίνας και της κεντρικής του επιτροπής είναι πάντοτε καθοριστικός. Ωστόσο, η απάλειψη μιας τέτοιας αναφοράς από το Σύνταγμα του 1982 δεν είναι άνευ σημασίας, παρότι στο προοίμιο του Συντάγματος υπάρχουν αναφορές στο κόμμα και στον ιστορικό του ρόλο στην επανάσταση. Εκ των πραγμάτων διαμορφώνεται ένα σχετικά καλύτερο κλίμα στην Εθνοσυνέλευση για διαβουλεύσεις και συζήτηση. Δεν είναι τυχαίο εξάλλου ότι στα χρόνια της εφαρμογής του Συντάγματος οι αποφάσεις έπαψαν να είναι ομόφωνες, σε αντίθεση με το παρελθόν.

 

 

            Η κατάσταση των ελευθεριών

                       

            Αυτό σημαίνει ότι αποκαταστάθηκε η λαϊκή εξουσία και μάλιστα με τα χαρακτηριστικά που είχε σε ένα βαθμό λάβει κατά την έναρξη οικοδόμησής της; Οι αρχές της αιρετότητας και της ανακλητότητας  κατοχυρώνονται στο Σύνταγμα του 1982 χωρίς τους περιορισμούς που συναντιούνται στα προηγούμενα συνταγματικά κείμενα του 1975 και 1978. Αλλά η εξειδίκευση των αρχών από τη νομοθεσία και η πρακτική εφαρμογή δεν διαφοροποίησαν σε βάθος την κατάσταση. Για να λειτουργήσουν στην πράξη οι αρχές αυτές απαιτείται ως ελάχιστο ελεύθερη ανταλλαγή απόψεων. Οι εκλογικές διαδικασίες παρέμειναν υπό την κηδεμονία του ΚΚ Κίνας.

            Σε αυτό συμβάλλει και η κατάσταση των ελευθεριών όπως αυτή καταγράφεται στο συνταγματικό κείμενο του 1982. Στο Σύνταγμα αυτό τα δικαιώματα και οι ελευθερίες κατέχουν μια καλύτερη θέση σε σύγκριση με παλαιότερα Συντάγματα. Το κεφάλαιο περί δικαιωμάτων είναι δεύτερο αμέσως μετά τις γενικές αρχές και πριν την οργάνωση των εξουσιών του κράτους. Καταλαμβάνει συνολικά 24 άρθρα. Αντίθετα, στο Σύνταγμα του 1975 το σχετικό κεφάλαιο βρισκόταν στο τέλος του Συντάγματος περιλαμβάνοντας μόνο τέσσερα άρθρα. Στο Σύνταγμα του 1978 επίσης το κεφάλαιο περί δικαιωμάτων βρισκόταν στο τέλος του κειμένου.

            Στο Σύνταγμα του 1982 δεν υπάρχουν ακρότητες όπως αυτή του άρθρου 26 του Συντάγματος του 1975 το οποίο όριζε ότι “Το θεμελιακό δικαίωμα και καθήκον κάθε πολίτη είναι η υποστήριξη του καθοδηγητικού ρόλου του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας” ή όπως του άρθρου 56 του Συντάγματος του 1978 που θέσπιζε υποχρέωση των πολιτών να στηρίζουν το ΚΚ Κίνας και το σοσιαλιστικό πολίτευμα.

            Ωστόσο, υφίστανται παράγοντες που περιορίζουν τη σημασία των όποιων θετικών αλλαγών. Υπάρχουν διατάξεις το περιεχόμενο των οποίων δίνει απεριόριστη ευχέρεια στις κρατικές αρχές να εφαρμόζουν κατασταλτικές πολιτικές σε βάρος εκείνων που θεωρούνται ή που απλώς χαρακτηρίζονται ως εχθροί του συστήματος και του πολιτεύματος. Ήδη -όχι τυχαία στο κεφάλαιο των γενικών αρχών- το άρθρο 28 καθορίζει πως “Το Κράτος εγγυάται τη δημόσια τάξη, καταστέλλει τις πράξεις εθνικής προδοσίας και κάθε άλλη αντεπαναστατική δραστηριότητα, τιμωρεί όσους θέτουν σε κίνδυνο την ασφάλεια της δημόσιας ζωής, σαμποτάρουν την εθνική οικονομία”.

            Η αναφορά και μόνο στο συνταγματικό κείμενο της θεματικής αυτής και μάλιστα στο κεφάλαιο των γενικών αρχών διαμορφώνει ένα συγκεκριμένο κλίμα. Ο ποινικός κώδικας θα αρκούσε για να καθορίσει τα αδικήματα κατά του πολιτεύματος ή όποια άλλα. Θα περίμενε κανείς ότι το συνταγματικό κείμενο θα έθετε τα όρια της κρατικής καταστολής προκειμένου να προστατεύσει τον πολίτη από τυχόν αυθαιρεσίες των κρατικών οργάνων. Αυτό ισχύει πολύ περισσότερο αν αντιληφθεί κανείς την ευρύτητα των διατυπώσεων του άρθρου.

            Συναφή είναι τα άρθρα 53 και 54. Το άρθρο 53 ορίζει ότι οι πολίτες οφείλουν να τηρούν τα “κρατικά μυστικά” και τους “κανόνες κοινωνικής ηθικής”. Στο άρθρο 54 προβλέπεται ότι δεν επιτρέπεται καμιά πράξη “που προσβάλλει την τιμή και τα συμφέροντα της πατρίδας”. Η τέτοια διατύπωση και μάλιστα στο Σύνταγμα της χώρας, ενταγμένη στο κεφάλαιο περί δικαιωμάτων, κρέμεται ως δαμόκλειος σπάθη. Το πιο προβληματικό σημείο είναι ότι η ερμηνεία αυτών των διατάξεων ανήκει στην πολιτική εξουσία, στις εκάστοτε αρχές που μπορούν να τις ερμηνεύουν όπως εκείνες θέλουν, ανάλογα με τα ιδιαίτερα συμφέροντα και επιδιώξεις τους. Σε αυτό πρέπει να προστεθεί ότι ο ποινικός κώδικας που ψηφίστηκε το 1980 ήταν σύντομος και επέτρεπε την αρχή της αναλογίας, αν υπήρχε η σύμφωνη γνώμη του Ανωτάτου Δικαστηρίου[10]. 

            Το Σύνταγμα του 1982 συνεχίζει την πρακτική των προηγούμενων Συνταγμάτων όπου τα δικαιώματα της έκφρασης, του τύπου, της συνάθροισης, της διαδήλωσης και του συνεταιρίζεσθαι περιλαμβάνονται σε ένα μόνο άρθρο με μια λιτή διατύπωση. Η κατάστρωση αυτή θα μπορούσε να μην είναι προβληματική. Το γεγονός όμως της μη εξειδίκευσης των ορίων αυτών των ελευθεριών παρέχει στην  πραγματικότητα στις κρατικές αρχές την ευχέρεια του περιορισμού τους κατά το δοκούν της εξουσίας.

            Εξάλλου από το άρθρο απαλείφθηκαν δυο δικαιώματα που υπήρχαν στο αντίστοιχο άρθρο 45 του προηγούμενου Συντάγματος του 1978. Πρόκειται για το δικαίωμα στην απεργία και το δικαίωμα στην έκφραση απόψεων μέσω εφημερίδων τοίχου. Τα δικαιώματα αυτά όντως λειτούργησαν στην πράξη την περίοδο αμέσως μετά την πολιτιστική επανάσταση[11]. Ουσιαστικά όμως αξιοποιήθηκαν από την πτέρυγα εκείνη του ΚΚ Κίνας, η οποία επιθυμούσε την απομάκρυνση από τις πολιτικές της προηγούμενης περιόδου. Μόλις η εσωκομματική διαπάλη καταστάλαξε υπέρ της, τα δικαιώματα αυτά εξαλείφθηκαν από το Σύνταγμα.

            Ενδιαφέρον παρουσιάζει το άρθρο 37, το οποίο απαγορεύει τις παράνομη κράτηση και τις παράνομες έρευνες κατ' οίκον. Το άρθρο απηχεί προφανώς την αντίθεση στο κλίμα της περιόδου της πολιτιστικής επανάστασης κατά την οποία οι πρακτικές αυτές βρίσκονταν στην ημερήσια διάταξη. Υπενθυμίζεται ότι ακόμη και ο τότε Πρόεδρος της Δημοκρατίας Λιού Σάο Σι συνελήφθη, φυλακίστηκε και βασανίστηκε από μη κρατικά όργανα[12].

 

 

            Πορεία προς τα πίσω;

 

            Κατά συνέπεια, οι δυνατότητες των λαϊκών στρωμάτων να εκφραστούν πολιτικά υπό το Σύνταγμα του 1982 παρέμειναν περιορισμένες, παρά τα όποια θετικά βήματα πραγματοποιήθηκαν σε σχέση με το παρελθόν. Το νέο Σύνταγμα προχώρησε σε μια θεσμοποίηση της εξουσίας. Στη λογική αυτή εντάσσεται και το ότι για πρώτη φορά μετά τα Συντάγματα του 1975 και 1978 προβλέπεται συγκεκριμένος μηχανισμός αναθεώρησης[13]. Συγκεκριμένα αναθεώρηση του Συντάγματος μπορεί να γίνει οποτεδήποτε με αυξημένη πλειοψηφία 2/3 της Λαϊκής Εθνοσυνέλευσης.

            Συνακόλουθο της θεσμοποίησης είναι και η μειωμένη συμμετοχή των αξιωματικών των ενόπλων δυνάμεων στα ηγετικά όργανα του ΚΚ Κίνας αλλά και στη Λαϊκή Εθνοσυνέλευση[14]. Την περίοδο της πολιτιστικής επανάστασης είχε σημειωθεί ενίσχυση του ρόλου του στρατού στην πολιτική ζωή σε βάρος των θεσμικών οργάνων εξουσίας[15], χαρακτηριστικό στοιχείο που συνεχίστηκε κάπως αποδυναμωμένο μέχρι το Σύνταγμα του 1982.

            Η κηδεμονία του ΚΚ Κίνας παρέμεινε, αν και με έμμεση μορφή πλέον. Η καμπάνια περί επιβολής της σοσιαλιστικής νομιμότητας (στο πλαίσιο της οποίας υιοθετήθηκε και το Σύνταγμα του 1982) σήμαινε τον περιορισμό της αυθαιρεσίας των κρατικών αρχών και του ΚΚ Κίνας εντός κάποιων πλαισίων. Αυτό εκφράστηκε χαρακτηριστικά από το άρθρο 5 που κατοχυρώνει ρητά τη σοσιαλιστική νομιμότητα, την ιεραρχική υπεροχή του Συντάγματος και ορίζει ότι “οι κρατικοί οργανισμοί, οι ένοπλες δυνάμεις, τα πολιτικά κόμματα και οι κοινωνικές συσσωματώσεις, οι επιχειρήσεις και οι θεσμοί οφείλουν να τηρούν το Σύνταγμα και τους νόμους[16]. Η λογική αυτή δεν ολοκληρώθηκε όμως με το βασικότερο στοιχείο που θα έπρεπε λογικά να την συγκροτεί: τη δημοκρατική συμμετοχή του λαού στη λήψη όλων των αποφάσεων, την αποκατάσταση των αρχών της αιρετότητας και της ανακλητότητας.

            Είναι προφανές ότι το μοντέλο πολιτικού συστήματος που επέβαλε το Σύνταγμα βρίσκεται σε απόσταση από τις επαναστατικές, σοσιαλιστικές δημοκρατικές αρχές που εφαρμόστηκαν στην Παρισινή Κομμούνα ή στα συμβούλια (σοβιέτ) την πρώτη περίοδο[17]. Εκεί η ανταλλαγή και αντιπαράθεση απόψεων, οι αρχές της αιρετότητας και της ανακλητότητας λειτούργησαν στην πράξη. Βέβαια και στην περίπτωση των σοβιέτ παρατηρήθηκαν στην πορεία του χρόνου στοιχεία εκφυλισμού.

            Έτσι, οι σημαντικές πολιτικές αποφάσεις για την κινέζικη κοινωνία και, κυρίως, η οικονομική πολιτική συζητιούνταν και αποφασίζονταν αποκλειστικά στα ηγετικά κλιμάκια του κόμματος. Η συμμετοχή των εργαζομένων ήταν τυπική έως ανύπαρκτη. Σε κάποιες περιόδους υπήρχε μια συμμετοχή του πληθυσμού στη συζήτηση και η έκφραση πολιτικών απόψεων. Αυτό όμως γινόταν πάντοτε εντός των ορίων που επέτρεπε η ηγεσία του κυβερνώντος κόμματος και του κράτους ή έστω ένα τμήμα της.

            Η συναίνεση του λαού εξασφαλίστηκε χάρη στο γεγονός ότι σημειώθηκε βελτίωση των παραγωγικών δεικτών. Οι ρυθμοί ανάπτυξης του ΑΕΠ κυμάνθηκαν από 7,6% το 1979 έως 15,2% το 1984[18]. Αντίστοιχα σημειώθηκε άνοδος του βιοτικού επιπέδου. Το εισόδημα των αγροτών τριπλασιάστηκε μεταξύ 1979 και 1985, ενώ οι πραγματικοί μισθοί εργατών και υπαλλήλων στο ίδιο περίπου διάστημα (1978-1984) ανέβηκαν κατά 60%[19].

            Μόλις η άνοδος του βιοτικού επιπέδου διαταράχθηκε, άρχισαν οι πολιτικές εντάσεις και εκδηλώθηκαν τα προβλήματα. Μετά το 1987 ελήφθησαν οικονομικά μέτρα που στόχευαν στην ενίσχυση του ρόλου της αγοράς με την απελευθέρωση των τιμών. Αυτό έπληξε το επίπεδο ζωής και προκάλεσε δυσαρέσκεια που κατέληξε στα γνωστά τραγικά γεγονότα της Τιεν Αν Μεν τον Ιούνιο του 1989[20].

            Επομένως, παρά την όποια βελτίωση έφερε το νέο Σύνταγμα σε σχέση με τα δύο προηγούμενα τουλάχιστον, δεν αποκατέστησε το βασικό ζήτημα: την δημοκρατική κυριαρχία των εργαζομένων. Από αυτή την άποψη, οι σοσιαλιστικές παραγωγικές σχέσεις νοθεύονταν αφού το βασικό χαρακτηριστικό τους είναι η παλλαϊκή ιδιοκτησία στα βασικά μέσα παραγωγής και η πραγματική συμμετοχή του λαού στις οικονομικές και πολιτικές αποφάσεις[21]. Τις σημαντικές οικονομικές και πολιτικές αποφάσεις δεν τις λάμβαναν οι “ιδιοκτήτες”, δηλαδή ο λαός, αλλά στο όνομά του η ηγεσία του ΚΚ Κίνας.

            Το Σύνταγμα του 1982 δεν αντέστρεψε την κατάσταση στο κομβικό αυτό ζήτημα. Ούτε θα το μπορούσε εξάλλου αφού ήταν καρπός των συγκεκριμένων συνθηκών και του συγκεκριμένου πλέγματος εξουσίας. Δεν πρόκειται άρα για σοσιαλιστικό Σύνταγμα αλλά για μια νοθευμένη του έκφραση. Αντανακλούσε αλλά και ρύθμιζε τις στρεβλωμένες σοσιαλιστικές σχέσεις που είχαν διαμορφωθεί. Το γεγονός ότι δεν λύθηκε το κομβικό θέμα, ή έστω δεν τέθηκαν οι βάσεις για την επίλυσή του, άνοιξε αντικειμενικά το δρόμο για την καπιταλιστική παλινόρθωση.

            Στα μέσα της δεκαετίας του 1980, λίγα χρόνια μετά την ψήφιση του Συντάγματος διεξήχθη στα ηγετικά κλιμάκια του ΚΚ Κίνας μια συζήτηση, της οποίας η κατάληξη οδήγησε στη σταδιακή λήψη οικονομικών μέτρων ανοίγματος και τελικά κυριαρχίας της οικονομίας της αγοράς[22]. Ένα μέρος της ηγεσίας του ΚΚ Κίνας αντιτάχθηκε σε αυτή την προοπτική[23]. Επικεφαλής ήταν ο Τσεν Γιουν, ιστορικός ηγέτης του κόμματος και επικεφαλής του επιτυχημένου πρώτου πεντάχρονου πλάνου ανάπτυξης μετά την επανάσταση[24].

            Η πτέρυγα αυτή του κυβερνώντος κόμματος δεν κατάφερε να σταματήσει την πορεία προς την οικονομία της αγοράς. Αυτό έγινε πρωτίστως γιατί η συζήτηση διεξήχθη στο εσωτερικό των κλιμακίων του κόμματος και όχι ευρύτερα στην κοινωνία. Επιπλέον, η πτέρυγα αυτή αντιμετώπιζε μάλλον με δυσπιστία τη λαϊκή συμμετοχή. Γι' αυτό και δεν έθετε στον προγραμματικό της λόγο ζήτημα αλλαγών στο πολιτικό σύστημα και στο Σύνταγμα, οι οποίες θα βρίσκονταν στην κατεύθυνση της αναστύλωσης της επαναστατικής δημοκρατίας. Ήταν και αυτή δέσμια της γραφειοκρατικής της απομόνωσης. Μοιραία επομένως η εσωκομματική συζήτηση δεν μπορούσε να δώσει καρπούς. Αντίστοιχο φαινόμενο παρουσιάστηκε και στη Σοβιετική Ένωση. Όσοι από την ηγεσία της έβλεπαν τη διολίσθηση προς τον καπιταλισμό, δεν κατόρθωσαν να την αναχαιτίσουν καθώς ήταν εγκλωβισμένοι στην ίδια γραφειοκρατική θέση και τη συνακόλουθη αντίληψη[25].

 

 

            Η γραφειοκρατία και η μετάβαση στην οικονομία της αγοράς

 

            Τα κομματικά και κρατικά στελέχη απολάμβαναν καταρχήν το πολιτικό προνόμιο να αποφασίζουν για τις τύχες της χώρας σε πανεθνικό ή τοπικό επίπεδο. Παράλληλα όμως βρίσκονταν στην κορυφή της μισθολογικής ιεραρχίας. Ο μισθός ενός μέλους της κυβέρνησης ήταν το 1979 δεκαπλάσιος του βασικού εργατικού μισθού[26]. Μαζί με αυτά, απολάμβαναν άλλα μη θεσμοθετημένα προνόμια, όπως πρόσβαση σε ιδιαίτερες κατοικίες, ξεχωριστές υπηρεσίες υγείας και παιδείας κά. Άρχισαν να εντείνονται φαινόμενα παράνομου πλουτισμού και διαφθοράς, ένα φαινόμενο που  είχε παρατηρηθεί ήδη τη δεκαετία του 1950[27].

            Η γραφειοκρατική απόσπαση της κομματικής και κρατικής ηγεσίας είχε διαφανεί ήδη από τότε. Στην πολιτική συζήτηση της περιόδου βρίσκονται συχνές αναφορές στην αλαζονεία των στελεχών, στην απομάκρυνσή τους από το λαό, στη διαφθορά. Στην εσωκομματική συζήτηση του ΚΚ Κίνας υπάρχουν επίσης τέτοιες αναφορές.

            Οι αναφορές αυτές δεν συνιστούσαν ωστόσο μια συνολική ανάλυση του προβλήματος ούτε συνοδεύονταν από μέτρα αντιμετώπισής του. Η εδραίωση και εμβάθυνση της δημοκρατικής συμμετοχής του λαού, η γνήσια εφαρμογή των αρχών της αιρετότητας και της ανακλητότητας, η εναλλαγή των υπεύθυνων στις διάφορες θέσεις, ο λαϊκός έλεγχος αλλά κυρίως η κατάργηση των προνομίων (μισθολογικών, υλικών, πολιτικών) των στελεχών θα μπορούσαν να περιορίσουν δραστικά το φαινόμενο[28].

            Η πορεία που ακολουθήθηκε ήταν αντίστροφη. Ακόμη και η πολιτιστική επανάσταση, η οποία έγινε εν πολλοίς με συνθήματα ενάντια στη γραφειοκρατικοποίηση του κόμματος και των στελεχών, στην πραγματικότητα όχι μόνο δεν αποκατέστησε τις αρχές αυτές και δεν εφάρμοσε μέτρα ενάντια στη γραφειοκρατία αλλά ενέτεινε την ασυδοσία της[29]. Μετά το θάνατο του Μάο, παρά τις όποιες αλλαγές, η κατάσταση αυτή είχε εδραιωθεί. Έτσι, οι λύσεις που αναζητήθηκαν βρίσκονταν στην κατεύθυνση της παγίωσης και του εξορθολογισμού του συστήματος με τα συγκεκριμένα γραφειοκρατικά χαρακτηριστικά.

Το ηγετικό γραφειοκρατικό στρώμα δεν πρέπει να ταυτίζεται με την αστική τάξη ούτε το κοινωνικο-οικονομικό σύστημα της περιόδου αυτής με τον καπιταλισμό[30]. Κανένα από τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά της καπιταλιστικής κοινωνίας, όπως αυτά αναλύθηκαν στο Κεφάλαιο δεν υπήρχε στην πρώην Σοβιετική Ένωση και στα άλλα κράτη.

Δεν υπήρχε ιδιωτική ιδιοκτησία στα βασικά μέσα παραγωγής. Η εργατική δύναμη δεν ήταν εμπόρευμα, δεν πωλούνταν και αγοράζονταν από τους κεφαλαιοκράτες. Δεν υπήρχε ανεργία η οποία είναι βασικό στοιχείο της αγοραπωλησίας της εργατικής δύναμης. Οι διάφορες επιχειρήσεις δεν ανταγωνίζονταν μεταξύ τους αλλά υπόκειντο σε έναν πανεθνικό σχεδιασμό (χωρίς αυτό να αποτρέπει επιμέρους αντιθέσεις). Η αναρχία δεν χαρακτήριζε την κινέζικη οικονομία, όπως συμβαίνει στις καπιταλιστικές οικονομίες. Η άντληση υπεραξίας δεν ήταν ο βασικός στόχος των επιχειρήσεων. Το οικονομικό σύστημα δεν χαρακτηριζόταν από περιοδικές κρίσεις υπερσυσσώρευσης και υπερπαραγωγής. Δεν παρατηρήθηκε η τάση σχετικής και απόλυτης εξαθλίωσης της εργατικής τάξης που χαρακτηρίζει την κεφαλαιοκρατική συσσώρευση[31].

Το ηγετικό γραφειοκρατικό στρώμα δεν είχε στην ιδιοκτησία του τα μέσα παραγωγής, ούτε ως συλλογική του ιδιοκτησία. Μπορεί να καρπωνόταν μεγαλύτερο μέρος του κοινωνικού προϊόντος από αυτό που αναλογούσε στην εργασία του αλλά αυτό δεν ταυτίζεται με το μηχανισμό άντλησης της υπεραξίας. Τα υλικά προνόμια της γραφειοκρατίας αποτελούσαν παραβίαση της σοσιαλιστικής αρχής κατανομής “στον καθένα ανάλογα με την εργασία του” αλλά δεν αποτελούσαν υπεραξία ούτε μπορούσαν να μετατραπούν σε κεφάλαιο στις συνθήκες της κινεζικής οικονομίας. Δεν παρατηρήθηκε η τάση αύξησης του βαθμού εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης που χαρακτηρίζει τον καπιταλισμό. Ήταν ένα καρκίνωμα που αλλοίωνε ολοένα και περισσότερο τη σοσιαλιστική οικονομία και το σοσιαλιστικό κράτος. Ήταν σαν ένας κακομαθημένος διαχειριστής που κλέβει τον ιδιοκτήτη και σφετερίζεται τις αποφάσεις. Για να μετατραπεί η ηγετική γραφειοκρατία σε καπιταλιστή – ιδιοκτήτη των μέσων παραγωγής χρειαζόταν ένα ποιοτικό άλμα προς την καπιταλιστική παλινόρθωση[32].

            Όταν ο παγκόσμιος συσχετισμός μεταβλήθηκε και σημειώθηκε η καπιταλιστική παλινόρθωση στη Σοβιετική Ένωση και τα άλλα κράτη της ανατολικής Ευρώπης, η κινεζική ηγεσία βρέθηκε ενώπιον του διλήμματος: να κρατήσει μόνη το βάρος της αντιπαράθεσης με το ιμπεριαλιστικό σύστημα ή να μετεξελιχθεί ελεγχόμενα σε καπιταλιστική οικονομία.

            Επέλεξε το δεύτερο. Η πρώτη επιλογή θα σήμαινε ότι θα έπρεπε να ενεργοποιήσει το λαϊκό παράγοντα για να αντιμετωπίσει τόσο τις πολιτικές πιέσεις (ενδεχόμενα και στρατιωτικές) όσο και τις οικονομικές. Η ενεργοποίηση όμως του λαϊκού παράγοντα δεν μπορούσε να συμβεί χωρίς τον περιορισμό έως και κατάργηση της προνομιούχας θέσης της ηγετικής γραφειοκρατίας.

            Αντίθετα, το κοινωνικό αυτό στρώμα είχε συσσωρεύσει χρήμα και πλούτο που δεν μπορούσε να αξιοποιηθεί στο πλαίσιο της σοσιαλιστικής οικονομίας. Έτεινε να μετατραπεί σε κεφάλαιο. Η ηγεσία της Κίνας αξιοποίησε τη λαϊκή δυσαρέσκεια που κορυφώθηκε στα γεγονότα της Τιεν Αν Μεν προκειμένου να βαδίσει σε αυτό το δρόμο. Κατέστειλε πρώτα απ' όλα το κίνημα διαμαρτυρίας ώστε να ελέγχει αυτή μόνη τις εξελίξεις. Στη συνέχεια, παρουσίασε το άνοιγμα στην οικονομία της αγοράς ως δήθεν λύση των προβλημάτων και ως μέθοδο υπέρβασης της δυσαρέσκειας. Το κλίμα εκφοβισμού που δημιούργησε η καταστολή, χρησίμευσε για να ξεκινήσουν χωρίς αντιστάσεις οι ιδιωτικοποιήσεις[33].

            Ο χειρισμός αυτός αποδείχθηκε αποτελεσματικός. Εξασφάλισε τον έλεγχο της μετάβασης, απέφυγε τις διαλυτικές τάσεις και την ανεξέλεγκτη διείσδυση του ξένου κεφαλαίου. Διασφάλισε τον έλεγχο των ιδιωτικοποιημένων επιχειρήσεων από το περιβάλλον της ηγετικής γραφειοκρατίας. Δημιούργησε κοινωνικές συμμαχίες με στρώματα του πληθυσμού που αναδείχθηκαν σε μικροϊδιοκτήτες. Πέτυχε έτσι κάποια πολιτική σταθερότητα.

            Συμπερασματικά, το Σύνταγμα του 1982 δεν έδωσε ώθηση στην επαναστατική δημοκρατία. Παρουσίαζε πολλές αναλογίες με το Σοβιετικό Σύνταγμα του 1977, τόσο από την άποψη της μορφής όσο και από την άποψη της κοινωνικο-ταξικής του ουσίας. Δεν μπορούσε να αναζωογονήσει τις σοσιαλιστικές σχέσεις παραγωγής και τη λαϊκή εξουσία. Ήταν ένα Σύνταγμα που αντανακλούσε και αναπαρήγαγε τη γραφειοκρατική στρέβλωση του σοσιαλιστικού κράτους. Δεν αποτελούσε συνειδητό βήμα προς τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής αλλά όσο οι σοσιαλιστικές σχέσεις νοθεύονταν από το βαθμιαίο γραφειοκρατικό εκφυλισμό, τόσο άνοιγε αντικειμενικά ο δρόμος για την καπιταλιστική παλινόρθωση που ακολούθησε.

            Η αναθεώρηση του 1988 διευκόλυνε την πορεία αυτή η οποία άνοιξε ουσιαστικά με την αναθεώρηση του 1993. Συνέβη μάλιστα το εξής, από πρώτη ματιά, παράδοξο: η μορφή οργάνωσης της κρατικής εξουσίας που θέσπισε το Σύνταγμα του 1982 παρέμεινε αναλλοίωτη και μετά το άνοιγμα στον καπιταλισμό που ξεκίνησε με μια μακρά, σχεδιασμένη πορεία στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Η γραφειοκρατία, μετατρεπόμενη σταδιακά σε αστική τάξη, διατηρεί την πολιτική μορφή εξουσίας καθώς έτσι απορροφά καλύτερα -ακόμη τουλάχιστον- τις κοινωνικές αντιδράσεις που προκύπτουν από την όξυνση των κοινωνικών αντιθέσεων και ανισοτήτων που φέρνει μαζί του ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής. Διατηρεί τον πολιτικό έλεγχο έναντι εξωγενών αστικών δυνάμεων, κρατά την εργατική τάξη σε καταστολή ενώ παράλληλα διατηρεί τη συμμαχία με τα στρώματα των μικροϊδιοκτητών[34].

           



[1]     Στην μετεπαναστατική Κίνα συνέχισαν να υπάρχουν και να εκπροσωπούνται ως και στην κυβέρνηση άλλα οκτώ, πλην του κομμουνιστικού κόμματος, κόμματα τα οποία είχαν συνταχθεί μαζί του στη διάρκεια του εμφυλίου βλ. J. Guillermaz, Le Parti communiste chinois au pouvoir, t. 1, οπ.π., σελ. 27, 158.

[2]              Βλ. P. Gélard, “Le développement du droit en République populaire de Chine au cours du 1er semestre 1979”, Revue d' études comparatives Est-Ouest, vol. 11, 1980, no 3, σελ. 127.

[3]                     [3] Βλ. D. Ralfus Pineda, “El sistema electoral cubano: de la representación formal a la participación real”, Temas, n. 78, 2014, σελ. 64 επ., 67 και J.C. Guanche, Estado, participación y representación politicas en Cuba: diseño institucional y práctica politica tras la reforma constitucional de 1992, Buenos Aires, CLASCO, 2011, σελ. 39, 58 επ.

[4]     Βλ. Τo Σύvταγμα (Θεμελιώδης vόμoς) της Έvωσης Σoβιετικώv Σoσιαλιστικώv Δημoκρατιώv, Αθήvα, εκδ. Σύγχρovη Επoχή, 1985.

[5]              Βλ. J.-L. Domenach – Ph. Richer, La Chine 1949-1985, Paris, Imprimerie nationale, 1987, σελ. 333 επ.

[6]     Βλ. Liou Chao-Chi, Rapport sur le projet de Constitution de la République Populaire de Chine, Pekin, Éditions en langues etrangeres, 1964, σελ. 44-45.

[7]     Βλ. ενδεικτικά Λ. Μπρέζνιεφ, Εισήγηση για το σχέδιο Συντάγματος της ΕΣΣΔ και για τα αποτελέσματα της παλλαϊκής συζήτησής του – Το Σύνταγμα της ΕΣΣΔ , Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, χ.χρ., σελ. 31.

[8]     Βλ. Α. Τάχoς, Τo πρώτo Σoβιετικό Σύvταγμα τoυ 1918 (εισαγωγή-κείμεvα), Θεσσαλovίκη, εκδ. Παρατηρητής, 1989, σελ. 91 επ. και Δ. Καλτσώνης, Τι είναι το κράτος; (τι δημοκρατία χρειαζόμαστε;), Αθήνα, εκδ. Τόπος, 2016, σελ. 81 επ. και Δ. Καλτσώνης, “Δίκαιο και αντεπανάσταση στην ΕΣΣΔ”, περ. Τετράδια μαρξισμού, τ.4, 2017, σελ. 167 επ.

[9]     Βλ. Y. Viltard, “La nouvelle constitution chinoise du 4 décembre 1982”, Pouvoirs, v. 28, σελ. 188 επ.

[10]   Βλ. I. Andrejew, Le droit pénal comparé des pays socialistes, Paris, éd. Pedone, 1981, σελ. 22.

[11]   Βλ. D. Zweig, “Essai photographique sur une réforme avortée”, Perspectives Chinoises, 1/2016, σελ. 5 επ.

[12]           Βλ. Γιουνγκ Τσανγκ – Τζ. Χαλλιντέυ, Μάο (η άγνωστη ιστορία), Αθήνα, εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2007, σελ. 615 επ. και J. Marabini, Mao et ses heritiers, Paris, Robert Laffont, 1972, σελ. 63 επ.

[13]   Βλ. A. Perez Ayala, “La larga marcha constitucional de la Republica Popular China (el periodo MaoTse-tung)”, Revista de Estudios Politicos (nueva epoca), num. 129, 2005, σελ. 83-84.

[14]   Βλ. M. J. Merinero, “Evolucion del sistema politico en la China posmaoista”, Norba.Revista de Historia, n. 14, 1994, σελ. 154-155.

[15]   Βλ. J. Guillermaz, Le Parti communiste chinois au pouvoir, t. 2, Paris, ed. Payot, 1979, σελ. 423-424, 479.

[16]   Βλ. O. Miranda Bravo, “La Constitucion de la Republica Popular China”, Revista Cubana de Derecho, n. 3, Sept 1991, σελ. 35 επ.

[17]   Βλ. ενδεικτικά Κ. Μαρξ, Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 2000.

[18]   Βλ. St. Bessière, Η Κίνα στην αυγή του 21ου αιώνα, Αθήνα, εκδ. Κέδρος, 2007, σελ. 17.

[19]        Βλ. M.-C. Bergère, La République populaire de Chine de 1949 a nos jours, Paris, Armand Colin, 1987, σελ. 182, 188.

[20]   Βλ. M. Bonnin, “Le Parti communiste chinois et le 4 Juin, ou comment s' en sortir et comment s' en débarasser”, Perspectives Chinoises, 2/2009, σελ. 58 επ. και J.-P. Beja, “The new working class renews the repertoire of social conflict”,  Perspectives Chinoises, 2/2011, σελ. 3 επ. και B. Naughton, “L'impact des événements de Tiananmen sur la transition économique chinoise”, Perspectives Chinoises, 2/2009, σελ. 70 επ.

[21]   Βλ. ενδεικτικά Β.Ι.Λένιν, «Κράτος και επανάσταση», Άπαντα, τ. 33, σελ. 75 επ.

[22]   Βλ. M.-C. Bergère, La République populaire de Chine de 1949 a nos jours, Paris, Armand Colin, 1987, σελ. 170.

[23]   Βλ. M. J. Merinero, “Evolucion del sistema politico en la China posmaoista”, Norba.Revista de Historia, n. 14, 1994, σελ. 152.

[24]   Βλ. Th. Pairault, “Chen Yun 1949-1956. Retouches à un portrait”, Etudes Chinoises, Association francaise d' études chinoises, 1987, 6(1), σελ. 59 επ.

[25]           Βλ. για παράδειγμα Γ. Λιγκατσόφ, Το αίνιγμα Γκορμπατσόφ, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη, 1994.

[26]           Βλ. P. Trolliet, La Chine et son économie, Paris, Armand Colin, 1981, σελ. 264 και Α. Βλάχου – Π. Μαυροκέφαλος, Ο σοσιαλιστικός μετασχηματισμός της Κίνας, Αθήνα, εκδ. Ίδρυμα Μεσογειακών Μελετών, 1989, σελ. 169-170.

[27]           Βλ. M.-C. Bergère, La République populaire de Chine de 1949 a nos jours, Paris, Armand Colin, 1987, σελ. 185, 191 και Μάο Τσε Τουνγκ, Άγνωστα κείμενα, Αθήνα, εκδ. Νέα Σύνορα, χ.χρ., σελ. 321.

[28]   Βλ. Γ. Ρούσης, Ο Λένιν για τη γραφειοκρατία, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1985.

[29]   Βλ. Σ. Μπετελέμ, Το μεγάλο άλμα προς τα πίσω (σχετικά με τις πρόσφατες εξελίξεις στην Κίνα), Αθήνα, ειδ. έκδ. Μηνιαία Επιθεώρηση Monthly Review, 1978.

[30]   Βλ. Ε. Μπιτσάκης, Ένα φάντασμα πλανιέται, Αθήνα, εκδ. Στάχυ, 1992, σελ. 196-197 και Τ. Κλιφ, Κρατικός καπιταλισμός στη Ρωσία, Αθήνα, εκδ. Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο, 2005, σελ. 151 επ. και Δ. Καλτσώνης, Τι είναι το κράτος; τι δημοκρατία χρειαζόμαστε;, Αθήνα, εκδ. Τόπος, 2016, σελ. 112 επ.

[31]   Βλ. Ε. Μαντέλ, Οι αντιφάσεις στη θεωρία του “κρατικού καπιταλισμού”, Αθήνα, εκδ. Πρωτοποριακή βιβλιοθήκη,1984, σελ. 27 επ. και Ν.Β.Γιάκουσεβ, “Η “θεωρία” περί ύπαρξης κρατικού καπιταλισμού στην ΕΣΣΔ”, περ. Κομμουνιστική Επιθεώρηση, τευχ. 6/2002, http://www.komep.gr/2002-teyxos-6/h-theoria-peri-yparkshs-kratikoy-kapitalismoy-sthn-essd.

[32]   Βλ. E. Μαντέλ, Εξουσία και χρήμα (μαρξιστική θεωρία της γραφειοκρατίας), Αθήνα, εκδ. Πρωτοποριακή βιβλιοθήκη, 1994, σελ. 112 επ., 282 επ.

[33]   Βλ. Han Dongfang, Mon combat pour les ouvriers chinois, Paris, éd. Michel Lafon, 2014, σελ. 204.

[34]   Βλ. Q. Delaunay, Naissance de la Chine moderne (l’empire du milieu dans la mondialisation), Paris, Les éditions de l’ Atelier, 2014, σελ. 207 επ.