Κράτος και γραφειοκρατία μετά την επανάσταση


εισήγηση στην ημερίδα για την Οκτωβριανή επανάσταση, 7/12/2017

 

            του Δημήτρη Καλτσώνη

 

Ο Ένγκελς σε μια σημαντική παρατήρησή του στην εισαγωγή στον Εμφύλιο πόλεμο στη Γαλλία επισήμαινε ότι η εργατική τάξη, αν δεν εφαρμόσει με συνέπεια τις αρχές της Κομμούνας, μπορεί να χάσει την εξουσία που κατέκτησε με την επανάσταση.

Οι αρχές της Κομμούνας ήταν πέντε: πραγματική αιρετότητα, ανακλητότητα, εναλλαγή, έλεγχος από τα κάτω, κατάργηση των προνομίων και αμοιβή με ένα συνηθισμένο εργατικό μισθό για όλες τις υπεύθυνες κρατικές θέσεις.

Η παραβίαση αυτών των αρχών, ο μαρασμός τους είναι αυτό ακριβώς που συνέβη στην περίπτωση της ΕΣΣΔ και των άλλων πρώην σοσιαλιστικών κρατών, με βάση τα ιστορικά στοιχεία που διαθέτουμε. Αυτή η κατάσταση οδήγησε βαθμιαία στην απόσπαση της επαναστατικής ηγεσίας από το λαό, στη γραφειοκρατική της απομόνωση. Αυτό σε τίποτα δεν μειώνει τις σημαντικότατες κοινωνικές κατακτήσεις των λαών της Σοβιετικής Ένωσης (και των άλλων πρώην σοσιαλιστικών χωρών) καθώς και τη συμβολή τους στην αντιφασιστική νίκη και στην παγκόσμια ειρήνη κατά το τελευταίο μισό του 20ού αιώνα.

 

            Δύο ομάδες παραγόντων

 

Οι παράγοντες που συνέβαλλαν σε αυτή την κατάληξη μπορεί να κατηγοριοποιηθούν σε δύο ομάδες:

Η πρώτη ομάδα αποτελείται από παράγοντες ιστορικά συγκυριακούς. Οι βασικότεροι είναι το χαμηλό επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων στη Ρωσία, το χαμηλό μορφωτικό και πολιτιστικό επίπεδο του λαού, η απουσία εμπειρία δημοκρατικής διακυβέρνησης, η απουσία εμπειρίας επαναστατικής διακυβέρνησης. Αυτοί οι παράγοντες αφορούσαν ειδικά τη Ρωσία και τις άλλες επαναστάσεις του 20ού αιώνα. Μπορεί όμως να μην αφορούν τις μελλοντικές επαναστάσεις.

Η δεύτερη ομάδα αποτελείται από μόνιμους παράγοντες που τις αντιμετώπισε η ΕΣΣΔ αλλά θα έχουν να τις αντιμετωπίσουν και οι επαναστάσεις του 21ου αιώνα. Αυτοί είναι α. η λυσσαλέα αντίσταση της αστικής τάξης, εγχώριας και διεθνούς, η πρόκληση εμφύλιου πολέμου, η στρατιωτική ιμπεριαλιστική επέμβαση, και β. Ο κοινωνικός καταμερισμός της εργασίας, ο οποίος παραμένει και μετά την επαναστατική αλλαγή καθώς δεν είναι ώριμες οι συνθήκες υπέρβασής του. Άρα παραμένει ως ανάγκη η διάκριση ανάμεσα σε διευθύνοντες και διευθυνόμενους, κυβερνώντες και κυβερνώμενους και κατά συνέπεια παραμένει αντικειμενικά ο κίνδυνος απόσπασης των πρώτων από τους δεύτερους.

Οι αρχές της Κομμούνας έρχονται να τιθασεύσουν, να περιορίσουν ακριβώς αυτή την αντικειμενική τάση και να θέσουν τα θεμέλια υπερίσχυσης μιας άλλης ιστορικής τάσης, αυτής της πλήρους εξάλειψης του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας.

 

            Η σοβιετική εμπειρία

 

Όλοι αυτοί οι παράγοντες δρούσαν υπονομευτικά προς τη προσπάθεια να οικοδομηθεί η επαναστατική δημοκρατία. Σε τέτοιες συνθήκες η λήψη των αποφάσεων συγκεντρώθηκε σταδιακά στους κυβερνώντες. Η λειτουργία των βαθιά δημοκρατικών θεσμών, όπως για παράδειγμα ήταν τα Σοβιέτ και οι άλλοι παρόμοιοι επαναστατικοί δημοκρατικοί θεσμοί, άρχισαν να ατονούν. Η επαναστατική δημοκρατία βαθμιαία αποδυναμωνόταν. Αυτό δεν συνέβη μόνο σε συνθήκες εμφυλίου πολέμου και εξωτερικών επεμβάσεων –πράγμα φυσιολογικό- αλλά και μετά, στη σχετικά ομαλή, ειρηνική περίοδο. Για παράδειγμα, στο τέλος του εμφυλίου και της ιμπεριαλιστικής επέμβασης στη Ρωσία οι συνελεύσεις βάσης και τα τοπικά Σοβιέτ είχαν σταματήσει σχεδόν τη λειτουργία τους.

Η ιστορική εμπειρία έδειξε ότι τα πολιτικά προνόμια που συγκεντρώθηκαν στα χέρια των κυβερνώντων συμπληρώθηκαν τελικά από υλικά προνόμια. Η ανάληψη από την πλευρά των κυβερνώντων της ευθύνης χάραξης της πολιτικής, έτεινε να τους αυτονομήσει και υλικά, από την άποψη των συνθηκών ζωής και του βιοτικού επιπέδου.

Η κατάργηση του αστικού κράτους από τις επαναστάσεις και η δημιουργία σοσιαλιστικών κρατών είχε χαρακτηριστεί από την κατάργηση των υλικών προνομίων των κυβερνώντων. Σταδιακά όμως παρατηρήθηκε η επανεδραίωσή τους. Στη Σοβιετική Ένωση εμφανίστηκε πολύ νωρίς η τάση αυτή. Ο Λένιν εντόπισε έγκαιρα το πρόβλημα. Ήδη στο Κράτος και επανάσταση βρέθηκε στην ανάγκη να παρέμβει τονίζοντας ότι «εντελώς ασυγχώρητα ενεργούν οι μπολσεβίκοι εκείνοι» που προτείνουν αυξήσεις των μισθών των κρατικών αξιωματούχων, αντί να τους περιορίζουν στο επίπεδο του συνηθισμένου εργατικού μισθού.

Λίγο αργότερα, έχοντας ήδη συσσωρεύσει την πρώτη πείρα και τις δυσκολίες από την οικοδόμηση του νέου κράτους, ο Λένιν επισήμαινε με έμφαση την ανάγκη κατάργησης των προνομίων των διοικούντων. Στην 9η Πανρωσική Συνδιάσκεψη του κόμματος το 1920 πρότεινε: “να επεξεργαστούμε εντελώς ακριβείς πρακτικούς κανόνες για τα μέτρα εξάλειψης της ανισότητας (στις συνθήκες ζωής, στο μέγεθος του μισθού εργασίας κτλ) ανάμεσα στους “ειδικούς” και στα υπεύθυνα στελέχη, από τη μια μεριά, και τη μάζα, από την άλλη – ανισότητας που παραβιάζει το δημοκρατισμό και αποτελεί πηγή αποσύνθεσης του Κόμματος και μείωσης του κύρους των κομμουνιστών”.

Στην πραγματικότητα, υπό το βάρος των παραγόντων που αναφέρθηκαν, η κατάσταση πήρε άλλο δρόμο. Η αναλογία βασικού μισθού και μισθών των υψηλότερων κλιμακίων των κυβερνώντων στη Σοβιετική Ένωση διαμορφώθηκε ήδη κατά τη δεκαετία του 1930 σε 1:10 και αργότερα στο 1:15 ή και 1:20. Σε αυτά πρέπει να προστεθούν και τα διάφορα μη μισθολογικά προνόμια. Ανάλογες ήταν οι εξελίξεις και στις άλλες σοσιαλιστικές χώρες.

Στα μισθολογικά προνόμια πρέπει να προστεθούν και τα κάθε είδους υλικά προνόμια  όπως για παράδειγμα, πρόσβαση σε ειδικές υπηρεσίες στην υγεία, στην παιδεία, στην κατοικία κά. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα ηγετικά στελέχη του ΚΚ της Σοβιετικής Ένωσης διέθεταν, την τελευταία τουλάχιστον περίοδο, υπηρετικό προσωπικό, κηπουρούς κλπ. Τα νόμιμα αυτά προνόμια συμπληρώνονταν και με άλλα, παράνομα αποκτημένα.

 

            Επιπτώσεις στην οικονομία

 

Η γραφειοκρατική στρέβλωση των σοσιαλιστικών κρατών είχε πολύ εμφανείς αρνητικές επιπτώσεις και στην οικονομία. Η δημιουργία των νέων παραγωγικών σχέσεων βαθμιαία αποδυναμώθηκε.

Το γεγονός ότι οι εργαζόμενοι αποξενώνονταν ολοένα και περισσότερο από τις οικονομικές (και όχι μόνο) αποφάσεις οδήγησε στην πτώση του ενδιαφέροντος για την εργασία και τα αποτελέσματά της. Τα τεράστια οικονομικά και κοινωνικά επιτεύγματα της πρώτης επαναστατικής περιόδου άρχισαν να αποδυναμώνονται. Οι οικονομικοί δείκτες οδηγήθηκαν σε στασιμότητα και υποχώρηση.

Οι κυβερνώντες των σοσιαλιστικών κρατών προσπάθησαν να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα αυτό όχι ξαναδίνοντας στους εργαζόμενους ουσιαστικό ρόλο στη λήψη των οικονομικών και άλλων αποφάσεων (κάτι που θα αναιρούσε τον αποκλειστικό ρόλο των κυβερνώντων) αλλά μεγεθύνοντας την αυτοτέλεια των επιχειρήσεων και των διευθυντών, εισάγοντας τη λογική του κέρδους, διευρύνοντας τις εμπορευματικές σχέσεις. Αυτό ήταν όμως ένα βήμα προς την κατεύθυνση της παραπέρα αποδόμησης των νέων παραγωγικών σχέσεων και εγγύτερα προς την καπιταλιστική παλινόρθωση.

 

Η μεταρρύθμιση Κοσύγκιν

 

Είναι χαρακτηριστική από την άποψη αυτή η μεταρρύθμιση που έγινε στη Σοβιετική Ένωση και στις άλλες χώρες τη δεκαετία του 1960. Ο μέχρι τότε οικονομικός σχεδιασμός είχε αποφέρει καταπληκτικά αποτελέσματα. Έδωσε τη νίκη σε βάρος των δυνάμεων του ναζισμού, ανόρθωσε τις οικονομίες μετά τον πόλεμο, μετέτρεψε την ΕΣΣΔ από καθυστερημένη, ημιφεουδαρχική χώρα σε ανεπτυγμένη βιομηχανική πρώτης γραμμής. Ωστόσο, ο σχεδιασμός δεν ήταν ουσιαστικά δημοκρατικός και λαϊκός αφού η συμμετοχή ήταν σε μεγάλο βαθμό τυπική. Ο σχεδιασμός ήταν κατά βάση διοικητικός, γραφειοκρατικός. Γι' αυτό, από ένα σημείο και έπειτα άρχισε να γίνεται αναποτελεσματικός, οπότε δόθηκε η λύση της σχετικής εμπορευματοποίησης της οικονομίας με τη μεταρρύθμιση Κοσύγκιν.

 

Ο μετασχηματισμός σε αστική τάξη

 

Στο τελικό στάδιο μεθοδεύτηκε από το ηγετικό γραφειοκρατικό στρώμα η ανατροπή του σοσιαλιστικού κράτους, η μετατροπή του συσσωρευμένου χρήματος και των υλικών προνομίων του σε κεφάλαιο. Η γραφειοκρατία (τουλάχιστον το σημαντικότερο τμήμα της) μετασχηματίστηκε σε αστική τάξη. Οι πρώην αξιωματούχοι μετατράπηκαν σε καπιταλιστές ιδιοποιούμενοι τη δημόσια περιουσία. Υπάρχουν άφθονα παραδείγματα με ονοματεπώνυμο που το αποδεικνύουν.

Η ηγετική γραφειοκρατία δεν ήταν αστική τάξη αλλά μετατράπηκε σε τέτοια. Για να γίνει αυτή η μετατροπή χρειαζόταν ένα ποιοτικό άλμα. Η βαθμιαία αυτονόμηση (πολιτική και οικονομική) της ηγετικής γραφειοκρατίας δεν σήμαινε αυτόματα τη μετατροπή της σε κυρίαρχη, εκμεταλλεύτρια τάξη. Η γραφειοκρατία δεν κατείχε τα μέσα παραγωγής, ούτε καρπωνόταν υπεραξία. Τα διαχειριζόταν κατά κανόνα χωρίς την ουσιαστική συμμετοχή του λαού και καρπωνόταν από το κοινωνικό προϊόν μεγαλύτερο μερίδιο από εκείνο που αντιστοιχούσε στην προσφορά της εργασίας της. Η εργατική τάξη δεν πωλούσε την εργατική της δύναμη όπως συμβαίνει στην καπιταλιστική αγορά.

Στην αρχική φάση η ηγετική γραφειοκρατία επιδίωκε την ενίσχυση του σοσιαλιστικού κράτους, ταυτίζοντας όμως τα δικά της ιδιαίτερα συμφέροντα και τις δικές της ιδιαίτερες αντιλήψεις με εκείνες του σοσιαλισμού και της εργατικής τάξης. Το γεγονός αυτό προσέδωσε στην εσωτερική και εξωτερική πολιτική των σοσιαλιστικών κρατών ένα μικτό χαρακτήρα όπου συνυπήρχαν, σε διαφορετικές παραλλαγές ανάλογα με τις συνθήκες, η επαναστατική πολιτική και η γραφειοκρατική στρέβλωση.

Το γραφειοκρατικό στρώμα υπήρξε πηγή και υλική βάση επιλογών λαθεμένων και μη συμβατών με τη μαρξιστική ανάλυση. Λειτουργούσε ως καρκίνωμα στο σώμα του σοσιαλιστικού κράτους. Μεγάλωνε, ισχυροποιούνταν για την ακρίβεια, μαζί του μέχρι που το έπνιξε. Έτεινε, ολοένα και περισσότερο, να λαμβάνει αποφάσεις που δεν έπαιρναν επαρκώς υπόψη τα συμφέροντα των εργαζομένων και δεν εναρμονίζονταν με αυτά.

Ωστόσο, η γραφειοκρατική παραμόρφωση των σοσιαλιστικών εγχειρημάτων, για την οποία τόσο έγκαιρα είχε προειδοποιήσει ο Λένιν και που οδήγησε τελικά στο θάνατό τους, δεν ακυρώνει καθόλου τα τεράστια οικονομικά και κοινωνικά επιτεύγματα των επαναστάσεων ούτε την ιστορικής σημασίας  συμβολή τους στην υπεράσπιση της ειρήνης, στην αντιμετώπιση του φασισμού, του ιμπεριαλισμού και της αποικιοκρατίας.

Εφόσον όμως οι κοινωνίες δεν προχωρούσαν μπροστά, στην οικοδόμηση νέων σχέσεων, δεν έμενε παρά να πισωγυρίσουν, να επιστρέψουν δηλαδή στις καπιταλιστικές παραγωγικές σχέσεις. Η ποσότητα (αρνητικές μεταβολές) που σωρεύθηκε μετατράπηκε σε ποιοτική διαφοροποίηση με τις ανατροπές του 1989-1990.

 

Το θετικό αντιπαράδειγμα της Κούβας

 

Πόσο σημαντική είναι η μέριμνα για την εφαρμογή των αρχών της Παρισινής Κομμούνας φαίνεται και από τη διαφορετική έκβαση της επανάστασης στην Κούβα. Χωρίς καμιά διάθεση εξωραϊσμού ή απόκρυψης των προβλημάτων και των μελλοντικών κινδύνων, είναι γεγονός ότι στην Κούβα η τάση για γραφειοκρατική απόσπαση των κυβερνώντων ήταν σαφέστατα πιο περιορισμένη. Οι πρακτικές της κουβανέζικης επανάστασης στο ζήτημα αυτό προσέγγιζαν περισσότερο τις αρχές της Κομμούνας.

Αυτός είναι και ο βασικότερος λόγος που το κουβανικό καθεστώς άντεξε τις αφόρητες ιμπεριαλιστικές πιέσεις δεκαετιών, ειδικά μετά την απώλεια των συμμάχων του το 1989. Ο λαός αισθανόταν κοντά στους ιθύνοντες, τόσο από την άποψη των συνθηκών διαβίωσης όσο και από την άποψη της συνεχούς προσπάθειας της κυβέρνησης της χώρας να συζητά διεξοδικά κάθε πολιτικό και οικονομικό μέτρο.

 

            Το κύριο καθήκον

 

Κατά συνέπεια, για την αναζωογόνηση των επαναστατικών ιδεών και για τις επαναστάσεις του 21ου αιώνα τίθεται ένα κύριο καθήκον που έχει τρεις στενά συνδεδεμένες μεταξύ τους πτυχές:

1. διαρκής καταπολέμηση της τάσης γραφειοκρατικοποίησης του επαναστατικού κόμματος και του κράτους,

2.  ολοένα και πιο ουσιαστική δημοκρατία, προσέλκυση των εργαζομένων στη διοίκηση,

3.  απόκρουση των ποικιλόμορφων επιθέσεων της αστικής τάξης.