Νέες τεχνολογίες (ντ), κεφαλαιοκρατία και εργατική τάξη* - Β' ΜΕΡΟΣ




του Βασίλη Λιόση


Β' ΜΕΡΟΣ



Δ. Η τέταρτη φάση και η καπιταλιστική κρίση

Η εισαγωγή των νέων τεχνολογιών μεταβάλλει την οργανική σύνθεση του κεφαλαίου, όπου οργανική σύνθεση είναι η αναλογία ανάμεσα στο σταθερό και μεταβλητό κεφάλαιο. Το σταθερό κεφάλαιο διογκώνεται σε σχέση με το μεταβλητό. Ας θυμηθούμε επιπλέον πώς ορίζεται το ποσοστό κέρδους (ΠΚ): ΠΚ= , όπου υ είναι η υπεραξία και μ, σ είναι το μεταβλητό και σταθερό κεφάλαιο αντίστοιχα. Αν τους όρους του κλάσματος τους διαιρέσουμε με το μ, τότε το κλάσμα γίνεται ΠΚ=  . Έτσι δημιουργούμε ένα κλάσμα όπου ο αριθμητής είναι ο βαθμός εκμετάλλευσης και στον παρονομαστή υπάρχει η οργανική σύνθεση του κεφαλαίου. Επομένως το ΠΚ εξαρτάται από αυτούς τους δύο παράγοντες: το βαθμό εκμετάλλευσης και την οργανική σύνθεση κεφαλαίου. Το αν το ΠΚ θα πάει σε αυξητική ή σε καθοδική τάση, εξαρτάται από τους ρυθμούς με τους οποίους εξελίσσονται τα δύο κλάσματα, οι δυο αυτοί παράμετροι. Η εισαγωγή των νέων τεχνολογιών αυξάνει τον βαθμό εκμετάλλευσης, αφού εντατικοποιεί την εργασία και σε κάποιες περιπτώσεις μειώνει το εργατικό δυναμικό, άρα η ιδιοποίηση της υπεραξίας γίνεται από λιγότερους εργαζόμενους. Από την άλλη το κλάσμα  μειώνεται (ή τουλάχιστον αυτή είναι η τάση του), αφού ο αριθμητής μειώνεται και ο παρανομαστής αυξάνεται. Πώς, όμως, τελικά η εισαγωγή νέων τεχνολογιών επιδρά στην εξέλιξη του ΠΚ και άρα πώς επιδρά στην καπιταλιστική κρίση;


 Πριν να δούμε πώς αυτό το ερώτημα αντιμετωπίστηκε από μαρξιστές ή μαρξίζοντες οικονομολόγους και οικονομολογούντες, πρέπει να διευκρινίσουμε κάτι κρίσιμο: την κρίση δεν την δημιουργούν οι νέες τεχνολογίες, αλλά ο τρόπος που συνδέονται αυτές με τη συσσώρευση του κεφαλαίου. Αν γενικά καταλήξουμε σε ένα συμπέρασμα πως πίσω από την αύξηση της ανεργίας ή την πρόκληση κρίσεων ο κινητήριος μοχλός και η γενεσιουργός αιτία είναι οι ντ, τότε είτε τις δαιμονοποιούμε και τις κρίνουμε με νεολουδίτικη άποψη, είτε τους αποδίδουμε μία απόλυτα αυτοτελή δύναμη που βρίσκεται πάνω από τον καπιταλισμό και τις σχέσεις που τον συνοδεύουν.


Στη μαρξιστική ή μαρξίζουσα φιλολογία οι ντ συνδέονται με τα μακρά κύματα, με τα οποία πρώτοι ασχολήθηκαν οι Πάρβους, Τρότσκι και Κοντράτιεφ, ενώ σε μεταγενέστερες εποχές ασχολήθηκαν οι Σουμπέτερ και Μαντέλ. Τι είναι όμως αυτά τα μακρά κύματα; Ο Μαντέλ αναρωτιέται σχετικά: «[…] κατά πόσον η κυκλική ετούτη κίνηση επαναλαμβάνεται μονάχα κάθε 10, 7 ή 5 χρόνια, η μήπως υπάρχει καμιά ξεχωριστή εσώτερη δυναμική στη διαδοχή των βιομηχανικών κύκλων που να χαρακτηρίζει και διαχωρίζει μακρότερα χρονικά διαστήματα [;]» (Μαντέλ Ε., χχ:89).


Η απάντηση του Μαντέλ είναι καταφατική. Δεν υπάρχουν μόνο οι κλασικοί βιομηχανικοί κύκλοι που έχουν μία διάρκεια περίπου οκταετίας, αλλά μιλά και για μεγάλα κύματα πεντηκονταετίας που συνδέονται στενά με την εισαγωγή των εκάστοτε ντ. Γράφει χαρακτηριστικά: «Με την ανατροπή της όλης παραγωγικής τεχνικής συνδέεται μία σημαντική ύψωση στην οργανική σύνθεση του κεφαλαίου που οδηγεί αργά ή γρήγορα, ανάλογα με τις συγκεκριμένες συνθήκες, σε μιαν πτώση του μέσου ποσοστού κέρδους. Αυτή με τη σειρά της δυσκολεύει την επόμενη τεχνολογική επανάσταση. Οι δυσκολίες αξιοποίησης, που μεγαλώνουν στη δεύτερη φάση της κάθε βασικής νέας παραγωγικής τεχνικής[1], προκαλούν μίαν αύξηση στην υποεπένδυση και στο αναξιοποίητο κεφάλαιο. Μονάχα εφόσον συγκεκριμένες προϋποθέσεις οδηγήσουν σε μιαν αιφνιδιαστική αύξηση του μέσου ποσοστού κέρδους, απορροφιούνται μαζικά στις καινούριες σφαίρες παραγωγής, διευκολύνοντας έτσι την εφαρμογή μιας βασικά νέας παραγωγικής τεχνικής, τ’ ακινητοποιημένα για κάμποσες δεκαετίες κεφάλαια» (Μαντέλ Μ, χχ:98).


Ο Μαντέλ διακρίνει τέσσερις μακρούς κύκλους: α) Ο πρώτος ξεκινά από τα τέλη του 18ου αιώνα και φτάνει μέχρι το 1847 (διάδοση της βιοτεχνικά και χειροτεχνικά παραγμένης ατμομηχανής), β) ο δεύτερος «αγκαλιάζει» την περίοδο 1847-αρχές του 1890 (οι ατμομηχανές γίνονται ο κύριος κινητήριος μοχλός στο εργοστάσιο), γ) ο τρίτος ξεκινά τη δεκαετία του 1890 και φτάνει μέχρι το Β΄ παγκόσμιο πόλεμο (διευρυμένη χρήση του ηλεκτροκινητήρα) και δ) ο τέταρτος εκκινεί στη Βόρεια Αμερική το 1940 και στις υπόλοιπες χώρες το 19545-48 (διακρίνεται για τη διευρυμένη οδήγηση μηχανών με ηλεκτρονικούς μηχανισμούς), (Μαντέλ Ε., χχ: 98-99).


Δεν γνωρίζουμε αν ο Μαντέλ επεξέτεινε τη μελέτη του σε μεταγενέστερα έργα του, αλλά εικάζουμε ότι θα είχε διακρίνει κι ένα πέμπτο κύκλο με βάση τις σύγχρονες εξελίξεις. Ο ερευνητής Πωλ Μέισον συμφωνεί με την περιοδολόγηση του Μαντέλ και θεωρεί ότι στα τέλη της δεκαετίας του 1990 εμφανίζονται τα βασικά στοιχεία του πέμπτου κύκλου: «[…] Σε αυτόν κινητήριες δυνάμεις είναι η τεχνολογία δικτύων, η κινητή τηλεφωνία, μία πραγματικά παγκοσμιοποιημένη αγορά και τα πληροφοριακά αγαθά.[…]» (Μέισον Π.2016:106-107).   


Ας δούμε, επιπλέον, τον τρόπο που επηρεάζει η είσοδος των ντ το φαινόμενο της κύκλησης του κεφαλαίου σε ένα τομέα της παραγωγής. Ο ενδοκαπιταλιστικός ανταγωνισμός σε εθνικό και διεθνικό επίπεδο, η αστείρευτη δίψα για μεγιστοποίηση του κέρδους, η αντιμετώπιση της ταξικής πάλης υπαγορεύουν την εισαγωγή των ντ και τις νέες μορφές οργάνωσης της παραγωγής. Η είσοδος αυτή επιταχύνει, σε κάποιες φάσεις τους ρυθμούς κύκλησης του κεφαλαίου: «Στην ιστορία του κεφαλαίου η μείωση του χρόνου περιστροφής του κεφαλαίου στην παραγωγή και την αγορά και η μείωση του χρόνου ζωής των καταναλωτικών προϊόντων (η οποία κορυφώνεται με τη μετατόπιση από την παραγωγή πραγμάτων που διαρκούν στην παραγωγή θεαμάτων που είναι εφήμερα) είναι επιτακτική ανάγκη, την οποία επιβάλει σε μεγάλο βαθμό ο ανταγωνισμός. Σε αυτό το πεδίο φαίνεται πιο καθαρά η σχέση της τεχνολογίας με την παραγωγή της φύσης, όπως δείχνει η εκτροφή προβάτων για την παραγωγή κρέατος μέσα σε ένα χρόνο αντί για τρεις, καθώς και η εκτροφή χοίρων σε επιταχυνόμενο ρυθμό. Η αυξανόμενη ταχύτητα των μεταφορών και των επικοινωνιών περιορίζει τις τριβές και τα εμπόδια της γεωγραφικής απόστασης καθιστώντας τη χωρητικότητα και τη χρονικότητα του κεφαλαίου μάλλον δυναμικό παρά πάγιο γνώρισμα της κοινωνικής τάξης πραγμάτων. […]» (Harvey D., 2015:172).


Η παραπάνω παρατήρηση μπορεί να επεκταθεί και σε άλλους τομείς (και εκτός φύσης). Η ανάπτυξη των ντ, αλλά και το σχεδιασμένο φρενάρισμα των παραγωγικών δυνάμεων, είναι δύο συνυπάρχουσες και αντιφατικές διαδικασίες, με την πρώτη τάση να είναι η κυρίαρχη. Το φρενάρισμα εξυπηρετεί, ανάμεσα και σε άλλες επιδιώξεις, μία σχεδιασμένη πολιτική συνεχούς κατανάλωσης (προϊόντα που βγαίνουν σταδιακά με τεχνολογικές βελτιώσεις για τη μία συνεχή ροή κατανάλωσης ή προϊόντα που χαλάνε εύκολα και η επισκευή τους δεν είναι οικονομικά συμφέρουσα όπως για παράδειγμα οι ψηφιακές φωτογραφικές μηχανές, τα κινητά, οι εκτυπωτές κ.ά.). Σε κάθε περίπτωση οι συνεχείς βελτιώσεις και το κυνήγι για το ποιος θα βγάλει στην αγορά πρώτος εκείνη ή την άλλη πατέντα επιταχύνουν τους ρυθμούς περιστροφής. Με δεδομένη, όμως, μια συγκεκριμένη μορφή διαχείρισης που συμπιέζει το εργατικό εισόδημα αλλά και την τάση πτώσης του ποσοστού κέρδους, οι εντεινόμενοι ρυθμοί περιστροφής, ενώ μεγιστοποιούν τους ρυθμούς συσσώρευσης κερδών και διευκολύνουν την αξιοποίηση του κεφαλαίου, μακροπρόθεσμα επιδεινώνουν και ανακυκλώνουν το πρόβλημα των κρίσεων. 


 

Ε. Η αστική οπτική

Στην ελληνική βιβλιογραφία μία πρώτη καταγραφή των αστικών απόψεων για τη νέα πραγματικότητα που δημιουργούν οι ντ έγινε από τον Σοβιετικό Γκεόργκι Σαχναζάροφ. Ο Σαχναζάροφ αποκωδικοποιεί τις τεχνοειδυλλιακές απόψεις, όπως ο ίδιος τις ονομάζει, και παραθέτει τις απόψεις των Ζαν Φουραστιέ, Ζμπίγνιου Μπρεζίνσκι, Ντάνιελ Μπελ, Τζέιμς Μπέρνχαμ και άλλων. Εντοπίζει πέντε βασικούς ισχυρισμούς όλων αυτών των διανοητών: 

Ισχυρισμός 1: Το κύριο και καθοριστικό κριτήριο για την πρόοδο μιας κοινωνίας αποτελεί πλέον η τεχνολογική πρόοδός της.   

Ισχυρισμός 2: Η επιστημονικοτεχνική επανάσταση προκάλεσε ριζική μεταστροφή στη διάρθρωση της παραγωγής και προετοίμασε το έδαφος ώστε να δοθούν τεχνικές λύσεις στην παροχή αγαθών.

Ισχυρισμός 3: Με δεδομένο τον βαρύνοντα ρόλο του μάνατζμεντ, η κατοχή του κεφαλαίου απέκτησε δευτερεύουσα σημασία και έχει ολοένα μικρότερη επίδραση στο κοινωνικό γίγνεσθαι.

Ισχυρισμός 4: Δεσπόζουσα θέση στο κοινωνικό οικοδόμημα έχουν πλέον οι εργάτες με το λευκό κολάρο (υπεροχή της πνευματικής εργασίας έναντι της χειρωνακτικής).

Ισχυρισμός 5: Λόγω των αλλαγών στην κοινωνία, το περιεχόμενο της κρατικής εξουσίας μεταβάλλεται ριζικά και η ελίτ των επιστημόνων μετατρέπεται σε ηγετική πολιτική δύναμη (Σαχναζάροφ Γκ., 1987:15-50).


Η επόμενη γενιά αστών μελλοντολόγων επιχείρησε μάλλον περισσότερο εκλεπτυσμένες αναλύσεις. Ο Άλβιν Τόφλερ προβλέπει μία μελλοντική κατάσταση όπου η αγορά θα τροποποιηθεί ριζικά. Για τον Τόφλερ «η ηρωική εποχή της οικοδόμησης της αγοράς έχει τελειώσει». Ο νέος πολιτισμός θα βασίζεται στην αγορά, αλλά δεν θα υφίσταται η ανάγκη οικοδόμησης, επέκτασης και ολοκλήρωσης της υπάρχουσας δομής της (Τόφλερ Α., 1982:343).

 

Ο Νικόλας Νεγρεπόντης, μέσα σε μία έκρηξη αισιοδοξίας για τη νέα εποχή διαπιστώνει πως η ψηφιακή εποχή έχει τέσσερις ιδιότητες που θα συνεισφέρουν στον τελικό θρίαμβο: την αποκέντρωση, την οικουμενικότητα, την αρμονικότητα και την ενδυνάμωση. Και ο Νεγρεπόντης συμπληρώνει: «[…] Ενώ οι πολιτικοί αγωνίζονται με το όχημα της Ιστορίας, μια νέα γενιά θα εμφανιστεί από το ψηφιακό τοπίο, απαλλαγμένη από τις παλιές προλήψεις. Τα παιδιά αυτά απελευθερώνονται από τους γεωγραφικούς περιορισμούς, με βάση τις αρχές της φιλίας, της συνεργασίας, του παιχνιδιού και της γειτονίας.. η ψηφιακή τεχνολογία μπορεί να είναι μια φυσική δύναμη που να οδηγεί τους ανθρώπους σε μια μεγαλύτερη παγκόσμια αρμονία» (Νεγρεπόντης Ν., 1995:234-236).


Ο Τζέρεμι Ρίφκιν είναι ο πλέον γνωστός διανοητής περί νέων τεχνολογιών και των επιδράσεών τους στην κοινωνία. Στο πιο γνωστό βιβλίο του κάνει το μνημόσυνο της εργατικής τάξης –όπως ο ίδιος λέει– αλλά δεν κλείνει τα μάτια του και στα προκύπτοντα προβλήματα: «[…] Το σφύριγμα των υψικαμίνων και ο αδιάκοπος θόρυβος γιγαντιαίων μηχανημάτων τώρα δεν είναι παρά ένας μακρινός απόηχος. Στη θέση τους, το μόνο που μπορεί να ακουστεί είναι ο σιγανός βόμβος ηλεκτρονικών υπολογιστών, καθώς διαβιβάζουν πληροφορίες κατά μήκος κυκλωμάτων και ατραπών και μετατρέπουν πρώτες ύλες σε μια αφθονία αγαθών.


»[…] Η άλλη πλευρά της νεοεμφανιζόμενης τεχνο-ουτοπίας […] αναφέρεται ελάχιστα στις επίσημες εκθέσεις […]. Αυτός ο άλλος κόσμος βρίθει από εκατομμύρια αποξενωμένους εργάτες, οι οποίοι αντιμετωπίζουν ένα όλο και πιο μεγάλο άγχος σε περιβάλλοντα εργασίας υψηλής τεχνολογίας και μια εντεινόμενη επαγγελματική ανασφάλεια […]» (Rifkin J., 1996α:333-334). Στην επόμενη θεώρησή του διαπιστώνει πως η αγορά δίνει τη θέση της στα δίκτυα, ότι η υλική οικονομία συρρικνώνεται, ότι το καθετί είναι μία υπηρεσία (Rifkin J., 2001β).


Στο τελευταίο του πόνημα θεωρεί πως βρισκόμαστε σε μία εποχή μετάβασης από τον Καπιταλισμό της Αγοράς στο Συνεργασιακό κοινόκτητο χώρο. Κατά τον Ρίφκιν πάμε σε μία εποχή μηδενικού οριακού κόστους ή σχεδόν μηδενικού οριακού κόστους. Για να στηρίξει τον ισχυρισμό του αναφέρει τα παραδείγματα των τρισδιάστατων εκτυπώσεων, την κυκλοφορία ψηφιακών βιβλίων, την παροχή online εκπαίδευσης, τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Επαναλαμβάνει δε το προηγούμενο απόφθεγμά του για το τέλος της εργατικής τάξης. Εν τέλει ο Ρίφκιν εύχεται η αντικατάσταση του καπιταλισμού από το Συνεργασιακό κοινόκτητο χώρο να γίνει όσο πιο σύντομα, αφού αυτό θα θεραπεύσει τη βιόσφαιρα (Ρίφκιν Τζ., 2017γ).


Σε μία ακόμη πρόσφατη θεώρηση οι Erik Brynjolfsson και Andrew Mcaffe, προσπαθούν να κρατήσουν τις ισορροπίες, αποφεύγοντας αισιόδοξες και ωραιοποιημένες προβλέψεις. Κατά τους συγγραφείς βρισκόμαστε σε ένα σημείο καμπής: «[…] Οι νέες τεχνολογίες είναι εκθετικές, ψηφιακές και συνδυαστικές, αλλά επίσης σημαντικό είναι ότι τα περισσότερα από τα οφέλη είναι ακόμη μπροστά μας. […]» (Brynjolfsson & Mcaffe, 2016:413). Ωστόσο, οι συγγραφείς φυλάνε τα νώτα τους αφού συμπληρώνουν πως α) μία επερχόμενη εξέλιξη είναι η αύξηση της ανισότητας, β) η τεράστια πυκνότητα και συνθετότητα του ψηφιακού κόσμου εμπεριέχει κι ένα σοβαρό μειονέκτημα: μία τυχόν αρχική ατέλεια θα προκαλέσει μία αλληλουχία γεγονότων προκαλώντας σοβαρά προβλήματα στο όλο οικοδόμημα (θυμίζει κάπως τη θεωρία του χάους), γ) η ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης μπορεί να επιβεβαιώσει τα δυστοπικά σενάρια των ταινιών επιστημονικής φαντασίας με τα ρομπότ να επαναστατούν (Brynjolfsson & Mcaffe, 2016:414-420). 

 

 

ΣΤ. Νέες τεχνολογίες και ταξική πάλη


Ο Μαρξ χρησιμοποίησε τις έννοιες της τυπικής και πραγματικής υπαγωγής της εργασίας, έννοιες συνυφασμένες με τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής[2]. Όσον αφορά την τυπική υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο, αυτή χαρακτηρίζει μία αρχική φάση κατά την οποία οι προϋπάρχουσες εργασιακές διαδικασίες (π.χ. χειροτεχνική εργασία) υποτάσσονται στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Η υπαγωγή λειτουργεί με διττή έννοια: τόσο αυτής της υποταγής, όσο και της λειτουργίας υπό την καπιταλιστική λογική. Σε αυτή τη φάση τον κυρίαρχο ρόλο τον έχει η απόλυτη υπεραξία που εκφράζεται μέσω της παράτασης της εργάσιμης ημέρας. Όσο δε αφορά την πραγματική υπαγωγή, ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής γίνεται κυρίαρχος με ένα σχεδόν απόλυτο τρόπο, η υποταγή ασφαλώς και παραμένει ουσιώδες χαρακτηριστικό της καπιταλιστικής παραγωγής, η απόλυτη υπεραξία εξακολουθεί να είναι μορφή απομύζησης των εργατών, αλλά βαρύνουσα μορφή αποκτά η ιδιοποίηση της υπεραξίας μέσω της σχετικής της μορφής που πραγματώνεται λόγω της αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας η οποία με τη σειρά της εξασφαλίζεται με την είσοδο των ντ. 

Κατά την περίοδο της πραγματικής υπαγωγής οι όροι άσκησης της εργασίας τροποποιούνται ριζικά και οι εργασιακές ικανότητες γίνονται αντικείμενο ακόμη πιο εντατικής εκμετάλλευσης. Για παράδειγμα: ο εργοδότης έχει πλέον δυνατότητα για τρομακτική πύκνωση χρόνου και εργασίας που θέτει τον εργαζόμενο με πολύ βαθύτερο τρόπο υπό τον έλεγχό του, με παράλληλη αύξηση εργασιακών καθηκόντων και χωρίς φυσικά αύξηση μισθού ή μείωση χρόνου εργασίας. Ας σκεφτούμε επίσης το επαγγελματικό κινητό τηλέφωνο και τι σημαίνει αυτό ή ακόμη και την υπηρεσία "location" που πολλές επιχειρήσεις απαιτούν από τους πωλητές ή τους τεχνικούς υποστήριξης να την έχουν ενεργή κατά την ώρα εργασίας και με δυνατότητα εντοπισμού της θέσης τους. Πρόκειται για ριζική αλλαγή και αντιδραστική οργουελική ενοποίηση εργάσιμου και μη εργάσιμου  χρόνου.


Επομένως, η είσοδος των ντ αυξάνει το βαθμό εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης, ανεξάρτητα αν αυτό γίνεται άμεσα αντιληπτό. Πρόκειται, λοιπόν, για μία διαδικασία που αντικειμενικά φέρνει την εργατική τάξη πιο κοντά στην εξέγερση, αλλά στο υποκειμενικό επίπεδο αυτό το γεγονός δεν λειτουργεί γραμμικά. Εδώ παρουσιάζεται ο ρόλος του υποκειμενικού παράγοντα και πιο συγκεκριμένα της πρωτοπορίας.         Οι συνδικαλιστικοί και πολιτικοί αγώνες καθώς και η ιδεολογική δουλειά, οφείλουν όλα αυτά μαζί να αποδεικνύουν, ανάμεσα στα άλλα,  τόσο την ύπαρξη εκμετάλλευσης όσο και τον αυξημένο βαθμό της σε σχέση με πρότερες εποχές.


Ο κίνδυνος να παρουσιαστεί ένα νέο ρεύμα λουδιτισμού είναι υπαρκτός για δυο λόγους: η βαθύτατη ήττα που έχει υποστεί το εργατικό και κομμουνιστικό κίνημα και η ευρεία χρονική περίοδος εντός της οποίας βιώνεται αυτή η ήττα είναι ο ένας λόγος. Η αυθόρμητη λειτουργία της συνείδησης σε συνδυασμό με το φετιχισμό του εμπορεύματος, είναι ο άλλος λόγος. Το ρεύμα των νεολουδιτών είναι υπαρκτό, αλλά μάλλον όχι διακριτό. Πρόκειται για ένα κίνημα (;) νεοχίπιδων, βασικές αρχές των οποίων είναι: η εναντίωση σε μερικές μορφές ή σε όλες τις μορφές νέας τεχνολογίας, η άρνηση του καταναλωτισμού, η υιοθέτηση μοντέλων κοινωνιών που υπάρχουν σήμερα και που έχουν απαρνηθεί τις κατακτήσεις του σημερινού πολιτισμού (π.χ. Άμις στις ΗΠΑ)[3]. Το ρεύμα αυτό είναι σύμφυρμα μικροαστικών και αναρχικών αντιλήψεων που δαιμονοποιεί τις ντ, αθωώνοντας επί της ουσίας τον καπιταλισμό και μιλώντας γενικά και αόριστα για τα «κακά της βιομηχανικής κοινωνίας». Αδυνατεί να κατανοήσει πως η τεχνολογική πρόοδος δεν είναι πισωγύρισμα, αλλά αντικειμενικά πρόοδος. Εν ολίγοις, οι έννοιες της εκμετάλλευσης και του τρόπου που χρησιμοποιούνται οι ντ εντός του καπιταλιστικού πλαισίου «εξαφανίζονται».


Είναι γνωστή η φιλολογία περί «άυλης» εργασίας καθώς και οι θεωρίες για το τέλος της εργατικής τάξης. Θα ήταν αφελές και θα αποτελούσε χοντροκομμένη ανάγνωση της πραγματικότητας μία διαπίστωση με βάση την οποία τίποτα δεν αλλάζει και ότι ο καπιταλισμός του 21ου αιώνα είναι ίδιος με αυτόν του 20ου και του 19ου αιώνα. Από τη μία υπάρχουν σταθερές: η βασική αντίθεση είναι αυτή ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία. Πηγή κέρδους του κεφαλαίου είναι η ιδιοποίηση της υπεραξίας. Οι δυο βασικές τάξεις στον καπιταλισμό είναι η αστική και η εργατική. Η εργατική τάξη είναι φορέας αντικειμενικά μιας νέας κοινωνίας. Εντός της το βιομηχανικό προλεταριάτο είναι ο πυρήνας της κοινωνικής πρωτοπορίας. Ανάμεσα στις δυο βασικές τάξεις υπάρχουν στρώματα που παλινδρομούν προς τη μία και την άλλη κατεύθυνση. Μάλιστα σε περιόδους κρίσης μεγάλα τμήματά τους προλεταριοποιούνται. Οι κρίσεις ήταν και παραμένουν δομικό χαρακτηριστικό του καπιταλισμού. 


Από την άλλη διάφορα φαινόμενα αλλάζουν μερικώς μορφή, αλλά όχι περιεχόμενο. Για παράδειγμα, όπως ήδη έχουμε επισημάνει το βιομηχανικό προλεταριάτο μάλλον βαίνει μειούμενο. Το ειδικό του βάρος, όμως, δεν μειώνεται αντίστοιχα. Εξακολουθεί και είναι εκείνο το τμήμα της κοινωνίας που παράγει τον βασικό όγκο του κοινωνικού πλούτου. Η μείωσή του και οι συνακόλουθες θεωρίες που προβλέπουν την εξαφάνισή του, πιθανώς να επηρεάζουν την ίδια τη συνείδησή του. Επιπλέον, η λεγόμενη άυλη παραγωγή, στο βαθμό που υιοθετείται ως ιδέα από τους ίδιους τους εργαζόμενους που βρίσκονται σε ανάλογους τομείς παραγωγικής δραστηριότητας, λειτουργεί ανασταλτικά για τη ριζοσπαστικοποίηση τους ή σε κάθε περίπτωση δυσκολεύει τη συνειδητοποίηση της ουσίας της εκμετάλλευσής τους. 


Αλλαγές υπάρχουν και θα υπάρξουν και στον τομέα των κοινωνικών συμμαχιών. Η ποσοστιαία εκπροσώπηση των αγροτικών στρωμάτων στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, είναι πλέον πολύ μικρή. Η σημασία της συμμαχίας εργατικής τάξης και φτωχομεσαίας αγροτιάς έχει ασθενήσει. Αντιθέτως η σημασία της συμμαχίας εργατικής τάξης και διανόησης έχει «ανέβει επίπεδα». Επιπροσθέτως, μέσα στην εσωτερική ταξική διαστρωμάτωση της εργατικής τάξης, ένα μεγάλο τμήμα της ανήκει στην εργατική διανόηση. Αυτό σημαίνει πως έτσι κι αλλιώς η διανόηση, με την έννοια των εργαζομένων που εργάζονται διανοητικά, έχει πια ένα κοινωνικό ρόλο που δεν είχε στο παρελθόν ή σε κάθε περίπτωση ήταν πιο αδύναμος. 


Επιπτώσεις θα υπάρχουν και στην ανισόμετρη ανάπτυξη που θα αφορούν τόσο ανακατατάξεις όσο και το άνοιγμα της ψαλίδας. Οι πέντε μεγάλες  χώρες της ρομποτικής θεωρούνται οι ΗΠΑ, η Ιαπωνία, η Νότια Κορέα, η Γερμανία και η Κίνα. Το 70% των παγκόσμιων πωλήσεων πραγματοποιείται σε αυτές τις χώρες. Ας πάρουμε την πιο αδύναμη οικονομία από αυτές, τη Ν. Κορέα. Η συγκεκριμένη χώρα με πληθυσμό 50 εκατομμυρίων κατοίκων παράγει ρομπότ αρκετές φορές περισσότερα από ότι η Νότια Αμερική, η Κεντρική Αμερική, η Αφρική και η Ινδία που αθροιστικά έχουν πληθυσμό 2,8 δις. Το πλεονέκτημα της πεντάδας μπορεί να γίνει ακόμη πιο ισχυρό στο μέλλον, αφού εκκινούν και θα εκκινούν από καλύτερες θέσεις τεχνογνωσίας από οποιονδήποτε άλλον ανταγωνιστή (Ross A., 2017:41 ). Στις ΗΠΑ, για παράδειγμα, εδώ και πάνω από είκοσι χρόνια, η πλειονότητα των κορυφαίων επιστημόνων πληροφορικής ζει και εργάζεται στη γνωστή Σίλικον Βάλεϊ (Ross A., 2017:316). Βεβαίως οι ντ δεν είναι ο μοναδικός παράγοντας ενίσχυσης μιας οικονομίας, ανακατατάξεων και ενίσχυσης της ανισομετρίας. Ο έλεγχος των τραπεζών και των παγκόσμιων ιμπεριαλιστικών οργανισμών, η ενέργεια, η στρατιωτική ισχύς είναι εξίσου ισχυροί παράγοντες που μπορεί να παίξουν και παίζουν καθοριστικό ρόλο στο παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό σύστημα.  


Η συγκέντρωση του κεφαλαίου, η κοινωνικοποίηση της παραγωγής και οι γιγαντιαίες δυνατότητες που ανοίγονται για την αντιμετώπιση του διατροφικού προβλήματος, για την αντιμετώπιση των ασθενειών, για τη ρύθμιση της παραγωγής μέσω ενός κεντρικού σχεδιασμού που θα στηρίζεται στη συνεχή ροή της πληροφορίας, όλα αυτά αποτελούν την πληρέστερη προετοιμασία για μία νέα κοινωνική δομή που σταδιακά θα απαλλαγεί από την εκμετάλλευση. Η εκτεταμένη εφαρμογή των ντ στην παραγωγή προσφέρει τεράστιες δυνατότητες για τον εργάσιμο ημερήσιο χρόνο. Αυτό σημαίνει πως ο άνθρωπος μπορεί να αναθέσει στις μηχανές πλειάδα εργασιακών δραστηριοτήτων που είναι μονότονες και βαρετές κι έτσι να εξοικονομήσει πολύ χρόνο για την αυτοπραγμάτωσή του. Επομένως, ο καπιταλισμός προσφέρει την ίδια τη λύση για την υπέρβασή του αρνούμενος ταυτόχρονα, λόγω της φύσης του, να τη δώσει.     

 

 

 

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

(http://www.euro2day.gr/news/economy/article/731918/elstat-diefkriniseis-gia-metrhsh-ths-anergias.html). 

Beaud Michel(1987), Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ, ΑΠΟ ΤΟ 1500 ΩΣ ΣΗΜΕΡΑ, Μαλλιάρης.

BRYNJOLFSSON ERIK, ANDREW McAFEE (2016), Η ΘΑΥΜΑΣΤΗ ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ, ΕΡΓΑΣΙΑ, ΠΡΟΟΔΟΣ ΚΑΙ ΕΥΗΜΕΡΙΑ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΩΝ ΕΞΥΠΝΩΝ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΩΝ, ΚΡΙΤΙΚΗ.

Castells Manuell (2003), Ο Μετασχηματισμός της Εργασίας και της Απασχόλησης: Δικτυακοί εργάτες, Άνεργοι και Ελαστικοί, ΛΕΣΧΗ του 21ΟΥ ΑΙΩΝΑ.

HARVEY DAVID (2015), ΔΕΚΑΕΦΤΑ ΑΝΤΙΦΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ, ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ.

http://www.epixeiro.gr/article/48191

http://www.kathimerini.gr/897214/article/epikairothta/kosmos/forologhsh-twn-rompot-proteinei-o-mpil-gkeits & http://www.protothema.gr/technology/article/656171/bil-geits-na-plironoun-forous-ta-robot-pou-tha-adikatastisoun-ergates/

Jones, Steve E.(2006), Against technology: from the Luddites to neo-Luddism, CRC Press.

MARX KARL (2016β), ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ, ΤΟΜΟΣ ΠΡΩΤΟΣ, ΚΨΜ.

REICH Robert B. (2016), ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΟΛΛΟΥΣ ΟΧΙ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΙΓΟΥΣ, ΛΙΒΑΝΗ.

Rifkin Jeremy (1996α), Το τέλος της εργασίας και το μέλλον της, Η δύση του παγκόσμιου εργατικού δυναμικού και το χάραμα της μετά-την-αγορά εποχής, «ΝΕΑ ΣΥΝΟΡΑ»-Α.Α. ΛΙΒΑΝΗ. 

Rifkin Jeremy (2001β), Η ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΒΑΣΗΣ, Η νέα κουλτούρα του υπερκαπιταλισμού, όπου όλη η ζωή είναι μία επί πληρωμή εμπειρία, ΛΙΒΑΝΗ.

ROSS ALEC (2017), Οι βιομηχανίες του μέλλοντος, ΙΚΑΡΟΣ.

Κατσορίδας Δημήτρης (1998), Νέες ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΕΣ ΚΑΙ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ, Οι μεταβολές στην παραγωγή και εργασιακή διαδικασία, ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ-ΡΩΓΜΗ.

ΚΑΫΚ ΠΙΕΡ & ΖΥΛΜΠΕΡΓΚΕΡ ΑΝΤΡΕ (2017), ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΡΓΑΣΙΑ ΣΤΗΝ ΑΝΕΡΓΙΑ ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΠΙΣΩ, δημιουργία και καταστροφή θέσεων απασχόλησης σε μια οικονομία που αναπτύσσεται, ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΡΗΤΗΣ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ.

Κοριά Μπένζαμιν (1985), Ο εργάτης και το χρονόμετρο, Τεϊλορισμός-Φορντισμός και μαζική παραγωγή, Κομμούνα.

Λένιν Β. Ι. (1988β), Ο ιμπεριαλισμός ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού, Άπαντα, τ. 27, Σύγχρονη Εποχή.

Λένιν Β.Ι (1985α), Η μεγάλη πρωτοβουλία, Άπαντα, τ.39, Σύγχρονη Εποχή.

Μαντέλ Έρνεστ. (χχ), Ο ΥΣΤΕΡΟΣ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ, Gutenberg.

ΜΑΡΞ ΚΑΡΛ (1983), αποτελέσματα της άμεσης διαδικασίας παραγωγής [VI ανέκδοτο κεφάλαιο],  Α/συνέχεια.

ΜΑΡΞ ΚΑΡΛ (1990α), GRUNDRISSE der kritik der politischen okonomie, ΒΑΣΙΚΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ ΤΗΣ ΚΡΙΤΙΚΗΣ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ, ΤΟΜΟΣ Β’, ΣΤΟΧΑΣΤΗΣ.

Μέισον Πωλ (2016), ΜΕΤΑΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ, ΕΝΑΣ ΟΔΗΓΟΣ ΓΙΑ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ, ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ, 2016.

Μπο Μισέλ (1987), Η ιστορία του καπιταλισμού, Από το 1500 ως σήμερα, Μαλλιάρης-Παιδεία.

Νεγρεπόντης Νικόλας (1995), ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ, Καστανιώτη.

Παστρέ Ολιβιέ (1986), Η ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ Η ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ, Α/συνέχεια.

Πετσίνη Λάμπρου (1977), επιστημονική-τεχνική και βιομηχανική επανάσταση, ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ.

ΡΙΦΚΙΝ ΤΖΕΡΕΜΥ (2017γ), Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΟΥ ΜΗΔΕΝΙΚΟΥ ΟΡΙΑΚΟΥ ΚΟΣΤΟΥΣ, ΤΟ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ ΤΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ, Ο ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑΚΟΣ ΧΩΡΟΣ ΚΑΙ Η ΕΚΛΕΙΨΗ ΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ, ΕΝΑΛΙΟΣ.

Σαχναζάροφ Γκεόργκι (1987), ΤΟ ΦΙΑΣΚΟ ΤΗΣ ΜΕΛΛΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ, Σύγχρονη Εποχή.

Συλλογικό (1980), Οικονομική σχολή πανεπιστημίου Λομονόσοφ Μόσχας, Πολιτική οικονομία, Έκδοση υπουργείου παιδείας της ΕΣΣΔ, τ. 3, Gutenberg.

ΤΟΦΛΕΡ ΑΛΒΙΝ (1982), ΤΟ ΤΡΙΤΟ ΚΥΜΑ, ΚΑΚΤΟΣ.



[1]. Ο Μαντέλ θεωρεί πως υπάρχουν δυο φάσεις στην περίοδο του κάθε μακρού κύματος. Στην πρώτη φάση σημειώνεται η καθαυτό επαναστατική μετατροπή της τεχνικής, αύξηση του ΠΚ, επιτάχυνση της συσσώρευσης, της ανάπτυξης και της αξιοποίησης του προηγούμενα αναξιοποίητου κεφαλαίου. Στη δεύτερη φάση η καθαυτό επαναστατική μεταβολή στην παραγωγική τεχνική έχει πραγματοποιηθεί κι έχουμε μία βαθμιαία πτώση του ΠΚ και βαθμιαία επιβράδυνση στη συσσώρευση, στην ανάπτυξη της οικονομίας και δυσκολίες αξιοποίησης του συσσωρευμένου κεφαλαίου (ό.π., σελ.99-100).

[2]. Για το πώς όρισε ο Μαρξ τις έννοιες της τυπικής και πραγματικής υπαγωγής της εργασίας βλέπε αναλυτικότερα ΜΑΡΞ ΚΑΡΛ, αποτελέσματα της άμεσης διαδικασίας παραγωγής [VI ανέκδοτο κεφάλαιο], σελ.100-127, εκδ. Α/συνέχεια, 1983.

[3]. Βλέπε χαρακτηριστικά Jones, Steve E., Against technology: from the Luddites to neo-Luddism. CRC Press, 2006.


*Πρώτη δημοσίευση, Τετράδια Μαρξισμού, τεύχος 6
του Βασίλη Λιόση
του Βασίλη Λιόση