Κομμουνιστικό Μανιφέστο, δημοκρατία και ρομπότ

του Δημήτρη Καλτσώνη

εφημ. Documento, 4/2/2018

Η γνωριμία

Πως διάβασα το Μανιφέστο πρώτη φορά; Θυμάμαι πως στην τρίτη λυκείου είχαμε ένα φιλόλογο, πολύ ιδιαίτερο καθηγητή. Μας προέτρεπε να διαβάζουμε βιβλία, λογοτεχνικά, επιστημονικά, ο,τιδήποτε, εκτός από τα σχολικά βιβλία και την προετοιμασία για τις πανελλήνιες. Πρότεινε λοιπόν στον καθένα μας από κάτι. Εμένα μου πρότεινε να διαβάσω το Μανιφέστο. Εννοείται πως δεν το διάβασα. Ήμουν προσηλωμένος στο στόχο μου να περάσω στη Νομική.

Ωστόσο, την τελευταία μέρα των εξετάσεων, μόλις ένιωσα απελευθερωμένος από το άγχος, το ίδιο απόγευμα έπιασα στα χέρια μου το βιβλίο. Μέσα στις επόμενες μέρες το είχα διαβάσει. Δεν μπορώ να ισχυριστώ ότι κατάλαβα πολλά πράγματα τότε. Ήταν όμως μια αποκάλυψη, ένας νέος κόσμος. Η κοινωνία γύρω μου, τα ερωτήματά μου, οι αντιφάσεις της, φαινόταν πως έμπαιναν σε μια λογική σειρά. Μπορούσα να αρχίσω να καταλαβαίνω τι συμβαίνει. Για την ακρίβεια, το Μανιφέστο έδινε τα κλειδιά μιας μακράς περιήγησης. Δεν το βίωσα ως ένα κείμενο φορτισμένο με φανατισμό αλλά ως απελευθέρωση της σκέψης. Το Μανιφέστο είναι ένα επιστημονικό, εκλαϊκευτικό βιβλίο. Συνέχισα τα επόμενα χρόνια τη μελέτη και άλλων έργων του Μαρξ, του Ένγκελς και του Λένιν αλλά και θεωρητικών άλλων ρευμάτων, όπως συνήθως κάνουν οι φοιτητές που έχουν ανησυχίες.

 

Η δημοκρατία

Ένα από τα θέματα στα οποία με εντυπωσίασε το Μανιφέστο και η μαρξιστική βιβλιογραφία ήταν εκείνο της δημοκρατίας. Το Μανιφέστο και γενικότερα οι αναλύσεις των Μαρξ και Ένγκελς με βοήθησαν να καταλάβω τη βαθύτερη ουσία της δημοκρατίας. Τεκμηρίωναν με πολύ πειστικό τρόπο ότι η δημοκρατία στο έδαφος του καπιταλισμού είναι μια βιτρίνα, έκφραση της κυριαρχίας της αστικής τάξης.

Αν παρατηρήσουμε τη σημερινή πραγματικότητα θα διαπιστώσουμε πόσο εύστοχη είναι αυτή η ανάλυση. Η οικονομική ολιγαρχία εξασφαλίζει τον έλεγχό της στην κυβέρνηση, στο Κοινοβούλιο, στους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς, στις εκλογικές διαδικασίες. Οικοδομεί ένα αόρατο δίχτυ σχέσεων ανάμεσα στα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα των κεφαλαιοκρατών και των τραπεζών με το πολιτικό προσωπικό των κυβερνήσεων και του κράτους συνολικά.

Η αστική τάξη φροντίζει να διατηρεί υπό τον έλεγχό της την κυβέρνηση και την κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Κατά τον 19ο αιώνα και μέχρι το μισό περίπου του 20ού ένας αποτελεσματικός μηχανισμός ήταν το γεγονός ότι το δικαίωμα της ψήφου ήταν περιορισμένο με περιουσιακά κριτήρια. Μόνο όσοι είχαν μια περιουσία πάνω από κάποιο επίπεδο μπορούσαν να εκλέγουν και να εκλέγονται. Από το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι αποκλείονταν οι γυναίκες. Χρειάστηκαν πολλοί και σκληροί αγώνες για να κατοχυρωθεί η καθολική ψηφοφορία για τους άντρες και στη συνέχεια για τις γυναίκες.

Υπάρχουν ωστόσο μηχανισμοί που εξασφαλίζουν τον έλεγχο του Κοινοβουλίου και της κυβέρνησης από την τάξη των οικονομικά ισχυρών. Πρώτα απ’ όλα είναι η χρηματοδότηση (επίσημη ή ανεπίσημη, νόμιμη ή παράνομη) των κομμάτων και των υποψηφίων που είναι αρεστοί σε αυτήν, η ανάπτυξη οικονομικών και ιδεολογικο-πολιτικών δεσμών μαζί τους. Ακόμη και κόμματα ή υποψήφιοι που, σε πρώτη φάση, μπορεί να μην συνδέονται με την άρχουσα τάξη και να εμπνέουν τη δυσπιστία της, σε μεταγενέστερη καταβάλλεται προσπάθεια για να προσεγγιστούν και να αναπτυχθούν δεσμοί μαζί τους ή ακόμη και να εξαγοραστούν.

Επιπλέον, οι κορυφές του κρατικού μηχανισμού ενσωματώνονται συστηματικά στην άρχουσα τάξη. Όταν δεν προέρχονται από την αστική τάξη, προσελκύονται οικονομικά και ιδεολογικο-πολιτικά σε αυτήν. Μια σειρά κορυφαία πολιτικά πρόσωπα (πρώην πρόεδροι, πρωθυπουργοί, υπουργοί κλπ), τόσο στην Ελλάδα όσο και σε όλες τις αστικές δημοκρατίες, μετά την πολιτική τους καριέρα σταδιοδρομούν σε διάφορα επιχειρηματικά πόστα ή ως πλουσιοπάροχα αμειβόμενοι σύμβουλοι ιδιωτικών, δημόσιων ή διεθνών οργανισμών.

 

Τυπική, όχι αληθινή ισότητα

Από την άλλη, οι ψηφοφόροι δεν έχουν τις ίδιες δυνατότητες καθώς δεν είναι όλοι ίδιοι. O Μαρξ κατέδειξε πειστικά ότι πίσω από την τυπική ισότητα των ψηφοφόρων κρύβονται πραγματικές και ενίοτε κραυγαλέες κοινωνικές ανισότητες, άρα και αντίστοιχες ανισότητες στην ευχέρεια επίδρασης. Υπάρχει χάσμα ως προς τις οικονομικές δυνατότητες, τις γνώσεις, τη δυνατότητα κατανόησης της κατάστασης, των πληροφοριών κλπ. Έτσι, τόσο πριν, όσο και μετά την ψηφοφορία, αλλά και τη στιγμή της ψήφου οι οικονομικά ισχυρότεροι έχουν ασύγκριτα πολύ περισσότερες δυνατότητες να καταλάβουν και να επηρεάσουν όχι μόνο την εκλογική διαδικασία αλλά εν γένει τις πολιτικές εξελίξεις.

Στους μηχανισμούς που φαλκιδεύουν τη δημοκρατική ουσία της καθολικής ψηφοφορίας πρέπει να συνυπολογιστεί ο ρόλος της κυρίαρχης ιδεολογίας. Αυτή, στις διάφορες αποχρώσεις της παράγεται και αναπαράγεται από τις ίδιες τις οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες της κοινωνίας. Οι διάφοροι ιδεολογικοί μηχανισμοί, τόσο οι κρατικοί όσο και οι ιδιωτικοί, επεξεργάζονται παραπέρα και την διαδίδουν.

Εκτός από αυτά, το μεγάλο κεφάλαιο διαθέτει στην ιδιοκτησία του τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Κανένας καθημερινός άνθρωπος, ούτε κάν μια ομάδα εργαζομένων, ένα συνδικάτο ή ένα πολιτικό κόμμα δεν μπορεί να έχει τα οικονομικά μέσα για να συντηρεί ένα ή περισσότερα τηλεοπτικά κανάλια ή ένα αριθμό ραδιοφωνικών σταθμών ή μια ομάδα εφημερίδων και περιοδικών. Ακόμη και τα μεγάλα συνδικάτα ή πολιτικά κόμματα δυσκολεύονται να ανταποκριθούν σε τέτοιο οικονομικό βάρος. Μόνο οι ισχυροί κεφαλαιοκράτες έχουν αυτή τη δυνατότητα.

Σε αυτά πρέπει να προστεθούν οι μηχανισμοί εξαγοράς τμημάτων του πληθυσμού, οι εκβιασμοί, τα πελατειακά δίκτυα. Τα τελευταία ανθούν ιδίως στις λιγότερο αναπτυγμένες οικονομίες αλλά στην πραγματικότητα μπορεί να τα συναντήσει κανείς ακόμη και στις αναπτυγμένες βιομηχανικές, εκεί ίσως με λιγότερη ένταση.

Υπάρχουν φυσικά και άλλα μέσα, πολύ πιο ορατά, που επηρεάζουν και διαστρεβλώνουν τις δημοκρατικές διαδικασίες έτσι ώστε να τις υποτάξουν στην κυρίαρχη τάξη. Ένα από αυτά είναι το εκλογικό σύστημα. Η απλή αναλογική είναι το μόνο εκλογικό σύστημα που εξασφαλίζει την ακριβή αποτύπωση των διαθέσεων του εκλογικού σώματος, που σέβεται την τυπική έστω ισοτιμία της ψήφου. Η χρήση της αποτελεί ωστόσο σπάνια εξαίρεση στις αστικές δημοκρατίες.

Θα αντιτάξει κάποιος ότι, παρόλα αυτά, οι αστικές δημοκρατίες παρέχουν μια σειρά δικαιώματα και ελευθερίες βάσει των οποίων όλες οι κοινωνικές τάξεις μπορούν να προωθήσουν τα αιτήματά τους και να διεκδικήσουν μερίδιο της εξουσίας. Μόνο που τα δικαιώματα αυτά ποικίλουν ανάλογα με τη δυναμική του εργατικού κινήματος. Κατά κανόνα, όσο πιο ισχυρό είναι το τελευταίο, τόσο πιο διευρυμένα είναι τα δικαιώματα που κατοχυρώνονται και αντίστροφα.

Σε κάθε περίπτωση, υφίστανται πάντοτε διάφοροι συνταγματικοί και νομικοί περιορισμοί που στενεύουν το περιθώριο εφαρμογής, ενώ κατά κανόνα αποφεύγεται οπωσδήποτε η κατοχύρωση δικαιωμάτων με πιο ριζοσπαστικό περιεχόμενο όπως είναι οι θεσμοί άμεσης δημοκρατίας ή το δικαίωμα της ανάκλησης των βουλευτών. Τα τελευταία στηλιτεύονται από την κυρίαρχη άποψη ως “οχλοκρατικά” και αναποτελεσματικά.

 

Η “άλλη” δημοκρατία 

Πως θα πάψει η δημοκρατία να είναι φενάκη; Οι Μαρξ και Ένγκελς, εξάγοντας συμπεράσματα από τη γαλλική επανάσταση και από την Παρισινή Κομμούνα, κατέληξαν ότι, για την απαλλαγή από τις καπιταλιστικές κρίσεις, την εξαθλίωση και τους πολέμους που αυτές φέρνουν, για την αναδιανομή του πλούτου σε όφελος των αδύναμων, για την εξάλειψη της εκμετάλλευσης και της καταπίεσης, για την πραγματική δημοκρατία απαιτείται μια επαναστατική αλλαγή. Αυτή θα πρέπει να εθνικοποιήσει τα βασικά μέσα παραγωγής, να αναδιανείμει τον κοινωνικό πλούτο, να επιβάλλει μια επαναστατική δημοκρατία και τη δημοκρατική συμμετοχή του λαού στο σχεδιασμό της ανάπτυξης. 

Ο Ένγκελς, μάλιστα, σε μια “προφητική” παρατήρησή του στο βιβλίο Ο Εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία επισήμαινε ότι η εργατική τάξη, αν δεν εφαρμόσει με συνέπεια τις αρχές της επαναστατικής δημοκρατίας, μπορεί να χάσει την εξουσία που κατέκτησε με την επανάσταση.

Οι αρχές αυτές είναι: πραγματική αιρετότητα, ανά πάσα στιγμή ανακλητότητα, εναλλαγή, διαρκής έλεγχος από τα κάτω, κατάργηση των προνομίων και αμοιβή με ένα συνηθισμένο εργατικό μισθό για όλες τις υπεύθυνες κρατικές θέσεις. Η παραβίαση αυτών των αρχών, ο μαρασμός τους είναι αυτό ακριβώς που συνέβη στην περίπτωση της ΕΣΣΔ και των άλλων πρώην σοσιαλιστικών κρατών με τη γνωστή κατάληξη.

 

Τα ρομπότ

Στην κρίσιμη για τη χώρα και για την ανθρωπότητα περίοδο που διανύουμε, με τις τεράστιες προκλήσεις, το Κομμουνιστικό Μανιφέστο έχει πολλά να μας πει ακόμη. Η ιστορία της ανθρωπότητας είναι η ιστορία της σταδιακής, βασανιστικής εξάλειψης της ανοησίας και της πλάνης, όπως έλεγε ο Ένγκελς.

Ζούμε στην εποχή της κρίσης, της αφαίρεσης των λαϊκών κατακτήσεων, της ακραίας όξυνσης των κοινωνικών ανισοτήτων, των ιμπεριαλιστικών πολέμων, της αυτοματοποίησης - ρομποτοποίησης, της τεχνητής νοημοσύνης, της βιοτεχνολογίας, των τεράστιων κινδύνων για το περιβάλλον και την ανθρωπότητα εξαιτίας της ασυδοσίας των πολυεθνικών.

Τα επιτεύγματα της επιστήμης, του ανθρώπινου πολιτισμού, θα μπορούσαν να ανοίξουν καλύτερους δρόμους. Η ζωή των εργαζομένων θα μπορούσε να βελτιωθεί θεαματικά, αν αυτά χρησιμοποιούνταν σε όφελός τους και όχι για να πολλαπλασιάζουν θεαματικά τα κέρδη μιας ισχνής μειοψηφίας. Για παράδειγμα, οι ειδικοί εκτιμούν ότι οι ώρες εργασίας θα μπορούσαν σε 10-20 χρόνια το πολύ να μειωθούν σε 4 ημερησίως χωρίς μείωση αλλά, αντίθετα, με αύξηση των αποδοχών. Αντ' αυτών βιώνουμε μια τρομερή οπισθοδρόμηση. Αντί να εργαζόμαστε λιγότερο και με καλύτερες αποδοχές, συμβαίνει το αντίθετο. Ανεργία, περισσότερη δουλειά για όσους έχουν, πολύ χειρότερες αμοιβές, συνθήκες εργασίας του 19ου αιώνα.

Γιατί συμβαίνει αυτό; Επειδή η ανάπτυξη της τεχνολογίας είναι δέσμια των κεφαλαιοκρατικών σχέσεων. Χρησιμοποιείται για απολύσεις αντί για γενική μείωση των ωρών εργασίας. Αμύθητος πλούτος παράγεται και συσσωρεύεται σε ελάχιστους, στην Ελλάδα, στη Γερμανία, στις ΗΠΑ, στην Κίνα, παντού. Ο πλούτος που κατέχει το πλουσιότερο 1% ξεπερνά εκείνον που κατέχει το υπόλοιπο 99%. Έχει σημασία επομένως να θυμόμαστε τον Μαρξ: οι φιλόσοφοι μονάχα εξηγούσαν με διάφορους τρόπους τον κόσμο, το ζήτημα όμως είναι να τον αλλάξουμε”.