Ιμπεριαλισμός, παγκοσμιοποίηση και η κερδοφορία του κεφαλαίου

 

του Μάικλ Ρόμπερτς[1]

 

μετάφραση του Άρη Ντα Κούνια Ντα Κώστα Ντίας

 επιμέλεια Διονύσης Περδίκης

 

Αναδημοσιεύουμε μεταφρασμένο το παρόν κείμενο με την άδεια του συγγραφέα και του Rupture Magazine. Το κείμενο μπορεί να βρεθεί και σε μορφή pdf στον παρακάτω σύνδεσμο:

Ιμπεριαλισμός, παγκοσμιοποίηση και κερδοφορια του κεφαλαιου - Michael Roberts.pdf 



Κερδοφορία και ιμπεριαλισμός

 

Τα χαρακτηριστικά του σύγχρονου ιμπεριαλισμού βρίσκονται στον σύγχρονο καπιταλισμό. Αυτό δεν είναι ταυτολογία. Η σύνδεση κλειδί μεταξύ ιμπεριαλισμού και καπιταλισμού είναι η γενική τάση της κερδοφορίας του κεφαλαίου να πέφτει με την πάροδο του χρόνου, οδηγώντας στη μετατόπιση κεφαλαίου εξωχώρια από τα εθνικά κεφάλαια που αναζητούν την αναστροφή αυτής της πτώσης.

 

Όταν 150 χρόνια πριν ο Μαρξ σκιαγράφησε τον νόμο της τάσης του ποσοστού κέρδους να πέφτει κατά την καπιταλιστική συσσώρευση – ένα νόμο που θεωρούσε ως τον «πιο σημαντικό στην πολιτική οικονομία» – έκανε ξεκάθαρο ότι υπήρχαν ‘αντιδρώντες’ παράγοντες στην λειτουργία αυτού του νόμου[2]. Όντως, αυτός είναι ο λόγος που ο νόμος είναι μια ‘τάση’ που δεν πραγματοποιείται πάντοτε. Ένας σημαντικός αντενεργών παράγοντας είναι το ξένο εμπόριο και η υπερπόντια επένδυση. Αυτά μπορούσαν να φτηνύνουν το κόστος των πρώτων υλών που εξάγονταν από τις αποικίες και να αυξήσουν το βαθμό εκμετάλλευσης του εργατικού δυναμικού χρησιμοποιώντας την άφθονη προμήθεια φτηνής εργασίας (ένας αναξιοποίητος ‘εφεδρικός στρατός’) στις αποικιακές περιοχές. Το κέρδος που δημιουργούσε αυτή η εργασία μπορούσε να μεταφέρεται στις ιμπεριαλιστικές οικονομίες και έτσι να αυξάνει το ποσοστό κέρδους στο κέντρο.

 

Ο Λένιν στον Ιμπεριαλισμό[3] εξήγησε αυτόν τον αντισταθμιστικό παράγοντα ως εξής. «Η ανάγκη εξαγωγής κεφαλαίου δημιουργείται από το γεγονός ότι σε μερικές χώρες ο καπιταλισμός έχει ‘παραωριμάσει’ και για το κεφάλαιο δεν υπάρχει (στις συνθήκες της ανεξέλικτης γεωργίας και της εξαθλίωσης των μαζών), πεδίο για ‘επικερδή’ τοποθέτηση»[4]. Αυτή είναι μια περιορισμένη εξήγηση. Ο Χάινρικ Γκρόσμαν την προχώρησε παραπέρα[5]. «Γιατί, λοιπόν, επικερδείς επενδύσεις δεν μπορούν να βρεθούν εντός συνόρων; Το γεγονός της εξαγωγής κεφαλαίου είναι τόσο παλιό όσο και ο σύγχρονος καπιταλισμός ο ίδιος. Το επιστημονικό καθήκον συνίσταται στην εξήγηση αυτού του γεγονότος, επομένως και στην ανάδειξη του ρόλου που παίζει στο μηχανισμό της καπιταλιστικής παραγωγής».

 

Η θεωρία του Μαρξ υποστηρίζει ότι θα υπάρχει μια τάση να εξισωθούν τα ποσοστά κέρδους μεταξύ των διαφορετικών κεφαλαίων (ακόμα και υπό μονοπωλιακό καπιταλισμό) – όντως, με αυτόν τον τρόπο οι υψηλότεροι βαθμοί εκμετάλλευσης στον φτωχό ή αποικιακό [παγκόσμιο (σ.τ.μ.)] Νότο καταλήγουν στα ποσοστά κέρδους του πλούσιου και ιμπεριαλιστικού [παγκόσμιου (σ.τ.μ.)] Βορρά. Υπάρχει μεταφορά αξίας από τα λιγότερο παραγωγικά κεφάλαια του Νότου προς τα πιο παραγωγικά του Βορρά.

 

Ας εξετάσουμε το ακόλουθο παράδειγμα. Έστω ότι και στο Βορρά και στο Νότο ο βαθμός εκμετάλλευσης [δλδ. το ποσοστό εκμετάλλευσης, σ.τ.μ.] (υ/μ)[6] είναι σε όρους αξίας ο ίδιος και ίσος με 100%. Οι καπιταλιστές του Βορρά χρησιμοποιούν την τελευταία τεχνολογία οπότε ο χρόνος που χρειάζεται για να παραχθεί η αξία της εργατικής δύναμης είναι πολύ λιγότερος (20μ) από ότι στο Νότο όπου οι καπιταλιστές χρησιμοποιούν παλαιότερη τεχνολογία και πιο φτηνή εργασία. Αλλά ο βαθμός εκμετάλλευσης [το ποσοστό εκμετάλλευσης, σ.τ.μ.] είναι ο ίδιος σε αυτό το παράδειγμα (στο Βορρά 20/20 και στο Νότο 60/60).

 

Βορράς:           80σ+20μ+20υ=120Α               Ποσοστό κέρδους= 20υ/(80σ+20μ)= 20%

                                                                        Βαθμός εκμετάλλευσης= 20υ/20μ= 100%

 

Νότος:             40σ+60μ+60υ=160Α               Ποσοστό κέρδους= 60υ/(40σ+60μ)= 60%

                                                                        Βαθμός εκμετάλλευσης= 60υ/60μ= 100%

 

Σύνολο:           120σ+80μ+80υ=280Α             Μέσο Ποσοστό κέρδους= 80υ/(120σ+80μ)= 40%

 

Οι καπιταλιστές στο Νότο αποσπούν 160Α σε αξία από τους εργάτες τους, ενώ οι καπιταλιστές στο Βορρά αποσπούν λιγότερα, 120Α. Το ποσοστό κέρδους σε όρους αξίας στο Βορρά θα ήταν μόνο 20% ενώ στο Νότο 60%. Αλλά ο ανταγωνισμός στην παγκόσμια αγορά εξισώνει το μέσο ποσοστό κέρδους στο 40%. Επομένως, η τιμή παραγωγής (prices of production, σ.τ.μ.) για τον Βορρά και τον Νότο είναι 140 και ο Βορράς γίνεται αποδέκτης μια μεταφοράς αξίας 20 από τον Νότο. Οι καπιταλιστές του Βορρά λαμβάνουν ένα μέρος από την αξία που δημιουργήθηκε από τους εργάτες του Νότου μέσω του ανταγωνισμού των τιμών που εξισώνει το ποσοστό κέρδους στην παγκόσμια αγορά.

 

Έτσι λοιπόν,    Βορράς:           80σ+20μ+40υ=140Τ (σε σύγκριση με 120Α),

οπότε κέρδος κατά τη μεταφορά αξίας 20.

                       Νότος:             40σ+60μ+40υ=140Τ (σε σύγκριση με 160Α),

οπότε απώλεια κατά τη μεταφορά αξίας 20.

 

Τώρα ας υποθέσουμε ότι οι εργάτες στο Νότο είναι ‘υπερεκμεταλλευόμενοι’ και εξαναγκάζονται να δεχτούν μικρότερο μισθό (κατά το ήμισυ από 60μ σε 30μ σε σχέση με το παραπάνω παράδειγμα). Τώρα η υπεραξία στο Νότο είναι πολύ υψηλότερη (και το ποσοστό υπεραξίας είναι τώρα 300% σε σύγκριση με 100% στο Βορρά). Η διαδικασία της παγκόσμιας αγοράς παράγει ένα μέσο ποσοστό κέρδους υψηλότερο από πριν, στο 65%.

 

Βορράς:           80σ+20μ+20υ=120Α               Ποσοστό κέρδους= 20υ/(80σ+20μ)= 20%

                                                                        Ποσοστό εκμετάλλευσης= 20υ/20μ= 100%

 

Νότος:             40σ+30μ+90υ=160Α               Ποσοστό κέρδους= 90υ/(40σ+30μ)= 130%

                                                                        Ποσοστό εκμετάλλευσης= 90υ/30μ= 300%

 

Σύνολο:           120σ+50μ+110υ=280Α           Μέσο Ποσοστό κέρδους= 110υ/(120σ+50μ)= 65%

 

Μέσω της μεταφοράς αξίας στην παγκόσμια αγορά, οι καπιταλιστές στο Βορρά τώρα λαμβάνουν επιπλέον 45Α από τους υπερεκμεταλλευόμενους εργάτες του Νότου. Η υπερεκμετάλλευση στο Νότο αυξάνει τα κέρδη για τον Βορρά. Η συνολική υπεραξία σε Βορρά και Νότο έχει αυξηθεί από 80 στην αρχική περίπτωση σε 110 στην περίπτωση υπερεκμετάλλευσης.

 

Βορράς:           80σ+20μ+65υ=165Τ (σε σύγκριση με 120Α),

οπότε κέρδος κατά τη μεταφορά αξίας 45.


Νότος:             40σ+30μ+45υ=115Τ (σε σύγκριση με 160Α),

οπότε απώλεια κατά τη μεταφορά αξίας 45.

 

Οι μισθοί των εργατών του Βορρά δεν άλλαξαν. Με αυτή την έννοια, οι εργάτες του Βορρά δεν ‘ζουν από’ τους εργάτες του Νότου. Τόσο οι καπιταλιστές του Νότου όσο και του Βορρά εκμεταλλεύονται τους εργάτες του Νότου αποσπώντας αξία από αυτούς.

 

Είναι η κούρσα για τα υψηλότερα ποσοστά κέρδους η κινητήρια δύναμη του παγκόσμιου καπιταλισμού και ο οδηγός του ιμπεριαλισμού και του ανταγωνισμού μεταξύ των ιμπεριαλιστικών εθνών-κρατών. Το ξένο εμπόριο μπορεί να αποδώσει υπερκέρδος για την προηγμένη χώρα. Για παράδειγμα, από περίπου τα μέσα του 1960 και έπειτα, το ποσοστό κέρδους έπεσε στις κυριότερες οικονομίες φτάνοντας στο μεταπολεμικό ελάχιστο μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’80. Έτσι, τα ηγετικά καπιταλιστικά κράτη επιδίωξαν να αντισταθμίσουν τον νόμο του Μαρξ μέσω ανανεωμένων κεφαλαιακών ροών προς χώρες που διέθεταν τεράστιες δυνητικές εφεδρείες εργασίας οι οποίες θα ήταν πειθήνιες και θα αποδέχονταν μισθούς ‘υπερεκμετάλλευσης’. Οι παγκόσμιοι φραγμοί εμπορίου μειώθηκαν, οι περιορισμοί στη διασυνοριακή ροή κεφαλαίων ελαττώθηκαν, και πολυεθνικές εταιρίες μετακίνησαν κεφάλαιο κατά βούληση εντός των εταιρικών τους λογαριασμών. Αυτό εξηγεί τις πολιτικές των μεγάλων ιμπεριαλιστικών κρατών εγχώρια (εντατικοποιημένη επίθεση στην εργατική τάξη) και εκτός συνόρων (η επιδίωξη μετατροπής ξένων εθνών σε υποτελείς). Η παγκοσμιοποίηση είναι επομένως το προϊόν της επιδίωξης να αυξηθεί η κερδοφορία μετά από μια σημαντική κάμψη της στις μεγαλύτερες καπιταλιστικές οικονομίες.

 


 


Αυτή η σύνδεση μεταξύ των αλλαγών του ποσοστού κέρδους των μεγαλύτερων καπιταλιστικών οικονομιών και της παγκοσμιοποίησης μπορεί να δειχθεί από όταν ο καπιταλισμός έγινε ο κυρίαρχος τρόπος παραγωγής στον κόσμο, ξεκινώντας με την Ευρώπη, τις ΗΠΑ και την Ιαπωνία στα μέσα του 19ου αιώνα. Επιπλέον, φαίνεται ότι μετά από μια ιδιαίτερα μακρά περίοδο χαμηλής κερδοφορίας και στασιμότητας της παραγωγής, ο ιμπεριαλιστικός ανταγωνισμός στη διαπάλη για το μοίρασμα των μεριδίων της παγκόσμιας υπεραξίας γίνεται οξύς.  Ο ανταγωνισμός μεταξύ των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων για τη λεία της εκμετάλλευσης μετατρέπεται σε αρπαγή των λάφυρων του πολέμου.

 

 

Οι φάσεις της παγκοσμιοποίησης

 

Έχουν υπάρξει τρεις [μακρές, σ.τ.μ.] υφέσεις στην ιστορία του καπιταλισμού: μια κατά τον ύστερο 19ο αιώνα· η Μεγάλη Ύφεση του ’30· και η παρούσα Μακρά Ύφεση.

Συμπίπτουν με διαφορετικές φάσεις του καπιταλισμού. Η ύφεση του ύστερου 19ου αιώνα έδωσε την ώθηση για την ανάπτυξη του σύγχρονου ιμπεριαλισμού, ήτοι την επέκταση του χρηματιστικού κεφαλαίου στις «αποικίες». Αυτό εν  τέλει οδήγησε σε μια νέα ιμπεριαλιστική σύγκρουση  η οποία δεν επιλύθηκε με τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

 

Η ηγεμονική ιμπεριαλιστική δύναμη, η Μεγάλη Βρετανία, είχε αμετάκλητα αποδυναμωθεί από τον πόλεμο του 1914-18, αλλά η ανερχόμενη ηγεμονική δύναμη, οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, δεν ήταν έτοιμη ή πρόθυμη να ενδυθεί το μανδύα της ιμπεριαλιστικής επικυριαρχίας. Οι ανερχόμενες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, Γερμανία και Ιαπωνία, προσπάθησαν να αποσπάσουν μεγαλύτερο μερίδιο από τα λάφυρα. Αυτό οδήγησε στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και την τελική ανάληψη της Παξ Αμερικάνα (Pax Americana) μετά το 1945.

 

Η παρούσα Μακρά Ύφεση μπορεί να ξεκινήσει μια καινούργια περίοδο ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών (αλλά περισσότερα για αυτό παρακάτω).

 

Μπορούμε να δείξουμε εμπειρικά ότι η παγκοσμιοποίηση εμπορίου και κεφαλαίου εκτοξευόταν όποτε η κερδοφορία του κεφαλαίου έπεφτε στα ιμπεριαλιστικά κέντρα.

 


 

Μεταξύ 1832-48 η κερδοφορία του κεφαλαίου στις μεγαλύτερες οικονομίες έπεσε· μετά ακολούθησε μια επέκταση της παγκοσμιοποίησης που ώθησε ανοδικά την κερδοφορία (1850-1870). Όμως, η νέα πτώση στην κερδοφορία οδήγησε στην πρώτη [μακρά, σ.τ.μ.] ύφεση του ύστερου 19ου αιώνα (1870-1890), στη διάρκεια της οποίας αυξήθηκε ο προστατευτισμός και συρρικνώθηκαν οι κεφαλαιακές ροές. Με την οικονομική ανάκαμψη μετά το 1890, ο ιμπεριαλιστικός ανταγωνισμός αυξήθηκε, οδηγώντας στον Μεγάλο Πόλεμο του 1914-18.

 

Στην μετά το 1918 περίοδο, μετά τις ήττες αρκετών Ευρωπαϊκών επαναστάσεων και την απομόνωση του Σοβιετικού κράτους, υπήρξε μια βραχεία περίοδος αύξουσας κερδοφορίας, πριν μια καινούργια πτώση οδηγήσει στην Μεγάλη Ύφεση της δεκαετίας του 1930. Ο ιμπεριαλιστικός ανταγωνισμός φούσκωσε ξανά οδηγώντας στο Β’ ΠΠ.

 

Ξανά μετά την ήττα διάφορων εργατικών αγώνων μετά το 1945 σε Ευρώπη, Ιαπωνία και στις περιοχές  των αποικιών, ο καπιταλισμός εισήλθε σε μια νέα ‘χρυσή εποχή’ σχετικά γοργής ανάπτυξης και αύξουσας κερδοφορίας. Η παγκοσμιοποίηση του εμπορίου (ελάττωση σε δασμούς και προστατευτισμό) και του κεφαλαίου (οδηγούμενες από το δολάριο οικονομίες και διεθνείς οργανισμοί) αναζωογονήθηκε, μέχρι που η κερδοφορία άρχισε να πέφτει τη δεκαετία του 1970. Αυτή τη δεκαετία σημειώνεται κάμψη στη φιλελευθεροποίηση του εμπορίου και των κεφαλαιακών ροών. Ωστόσο, από τη δεκαετία του 1980 ο καπιταλισμός πέρασε σε μια νέα επέκταση της παγκοσμιοποίησης εμπορίου και κεφαλαίου για να ανορθωθεί η κερδοφορία.

 

Δεν είναι σύμπτωση ότι η κίνηση της κερδοφορίας του κεφαλαίου στις ιμπεριαλιστικές χώρες συμβαδίζει με το βαθμό ανοικτότητας στο παγκόσμιο εμπόριο. Η ανοδική κερδοφορία μεταξύ 1850-70 συνοδεύτηκε από μια σημαντική πτώση στους φραγμούς του διεθνούς εμπορίου. Ωστόσο, ενώ η κερδοφορία έπεσε από τα μέσα της δεκαετίας του 1860 κατά την διάρκεια της [μακράς, σ.τ.μ.] ύφεσης του ύστερου 19ου αιώνα, το ανοικτό εμπόριο σταμάτησε και ο προστατευτισμός επέστρεψε. Με αύξουσα κερδοφορία τη δεκαετία του 1920, οι εμπορικοί φραγμοί έπεσαν περαιτέρω εώς την άφιξη της Μεγάλης Κρίσης. Ένα νέο κύμα φιλελευθεροποίησης του εμπορίου ξεκίνησε μόλις μετά τη δεκαετία του 1970.

 


 

Έτσι λοιπόν, μπορούμε να χωρίσουμε την παγκοσμιοποίηση σε τρία μεγάλα κύματα. Το πρώτο ήταν μεταξύ 1860 και 1914 όταν η Ευρώπη και η Βόρεια Αμερική ήταν υπό την ισχυρή επήρεια της διεθνοποίησης. Η ροή αγαθών επιταχύνθηκε. Κεφάλαιο κινούνταν σχετικά ελεύθερα μεταξύ χωρών. Από ορισμένες πλευρές η χρηματοπιστωτική ενοποίηση ήταν πιο σαφής από ότι είναι σήμερα. Ακόμα και η μετανάστευση ήταν μεγαλύτερη από ότι είναι σήμερα. Περίπου 60 εκατομμύρια άνθρωποι έφυγαν από την Ευρώπη αναζητώντας την τύχη τους στον Νέο Κόσμο. Η Μεγάλη Βρετανία ήταν η ηγέτιδα οικονομία στον κόσμο.

 

Η βάση για το ευρωπαϊκό σύστημα ελευθέρου εμπορίου ήταν το σύμφωνο ελευθέρου εμπορίου του 1860 μεταξύ Μ. Βρετανίας και Γαλλίας. Πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες ακολούθως ευθυγραμμίστηκαν με αυτό το σύστημα. Ωστόσο, από τη δεκαετία του 1870, στην περίοδο της ύφεσης, μια ρωσική και αμερικανική ‘εισβολή σιτηρών’ υποκίνησε υψηλότερους δασμούς στο μεγαλύτερο μέρος της ηπειρωτικής Ευρώπης. Έτσι τελικά, το γενικό κόστος εμπορίου δεν σημείωσε εντυπωσιακή κάμψη μετά το 1870 καθώς δασμοί και μη δασμολογικοί φραγμοί αυξήθηκαν.

 

Στο δεύτερο κύμα μετά το Β’ ΠΠ, δημιουργήθηκαν διεθνείς κανονισμοί και οργανισμοί που να υποστηρίξουν την οικονομική ενοποίηση σε παγκόσμιο επίπεδο. Η συνεργασία βασίστηκε στην Συμφωνία του Μπρέτον Γουντς του 1944. Οι ΗΠΑ ήταν πλέον η ηγέτιδα οικονομία στον κόσμο και το δολάριο έγινε η νομισματική βάση του [διεθνούς, σ.τ.μ.] χρηματοπιστωτικού συστήματος. Το ‘σύστημα του Μπρέτον Γουντς’ σήμαινε ότι τα έθνη είχαν σταθερές συναλλαγματικές ισοτιμίες σε σχέση με το δολάριο των ΗΠΑ, το οποίο με τη σειρά του ήταν σταθερά προσδεμένο στον κανόνα του χρυσού.

 

Δυο οργανισμοί ιδρύθηκαν αυτή την περίοδο, η Παγκόσμια Τράπεζα (ΠΤ, IBRD) και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ, IMF). Επιπρόσθετα, μια ειδική συμφωνία, η Γενική Συμφωνία Δασμών και Εμπορίου (ΓΕΣΔΕ, GATT) τέθηκε σε ισχύ το 1948. Στην πράξη η ΓΕΣΔΕ (GATT) [ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου, ΠΟΕ, αποτελεί την μετεξέλιξή της, σ.τ.μ.] έγινε ο διεθνής οργανισμός που έθεσε το πλαίσιο για πολλά σημαντικά βήματα προς την αύξηση του παγκόσμιου ελεύθερου εμπορίου, κυρίως μέσω διαδοχικών μειώσεων στους βιομηχανικούς δασμούς. Αλλά από το 1970 το σύστημα του Μπρέτον Γουντς δεχόταν αυξανόμενες πιέσεις.

 

Πηγή[7]

Πρώτο Κύμα

Δεύτερο Κύμα

Τρίτο Κύμα

Χρονική περίοδος

1860-1914

1944-1971

1989-

Τεχνολογία

Ατμομηχανή.

Τηλέγραφος.

Ηλεκτρισμός.

Κινητήρας εσωτερικής καύσης.

Αεροσκάφη τζετ.

Τηλεόραση.

Δορυφόροι τηλεπικοινωνιών.

Μεταφορές κοντέινερ.

Μικροεπεξεργαστές.

Προσωπικοί Ηλ. Υπολογιστές.

Διαδίκτυο.

Φορητά τηλέφωνα.

Πολιτική Ηγεσία

Η Μ. Βρετανία οικονομικός ηγέτης.

Αποικιοκρατία.

Οι ΗΠΑ οικονομικός ηγέτης.

Ψυχρός Πόλεμος.

Πολυ-πολική (ΗΠΑ, ΕΕ, Κίνα).

Παγκόσμιες δημοκρατικές διαδικασίες.

Κατάσταση Εμπορίου

Αρχικά ελεύθερο εμπόριο, αλλά αυξανόμενος προστατευτισμός.

Βαθμιαία μειούμενοι δασμοί στη βιομηχανία.

Όλο και περισσότερες χώρες υιοθετούν το ελεύθερο εμπόριο.

Εμπόριο Υπηρεσιών

Περιορισμένης κλίμακας. Οι ναυτιλιακές μεταφορές πιο σημαντικές.

Περιορισμένης κλίμακας. Οι ναυτιλιακές μεταφορές πιο σημαντικές.

Αυξανόμενης κλίμακας σε όλο και περισσότερους κλάδους.

Κεφαλαιακές ροές

Ελεύθερες.

Ρυθμιζόμενες.

Ελεύθερες.

Μετανάστευση

Ελεύθερη.

Εκπατρισμός.

Ρυθμιζόμενη (εξαιρώντας τις σκανδιναβικές χώρες).

Μετανάστευση εργασίας

Ρυθμιζόμενη (εξαιρώντας την ΕΕ).

Πολιτική μετανάστευση.

 

Στο τρίτο κύμα από τα μέσα της δεκαετίας του 1980, οι πιο πολυπληθείς χώρες του αναπτυσσόμενου κόσμου, ειδικά η Κίνα και η Ινδία, άνοιξαν τις πύλες τους στον κόσμο. Η ευρωπαϊκή συνεργασία πλάτυνε και βάθυνε. Κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα, το διεθνές εμπόριο αυξήθηκε αρκετά ταχύτερα από την συνολική παραγωγή. Η εξαγωγή αγαθών έφτανε στο 31% του παγκόσμιου ΑΕΠ το 2006 σε σύγκριση με 12% το 1970. Οι άμεσες ξένες επενδύσεις (η ίδρυση ή εξαγορά εταιριών εξωχώρια) αυξήθηκαν δυο φορές γρηγορότερα από το εμπόριο. Και ακόμα ταχύτερη ήταν η άνοδος στις ξένες ομολογίες (επενδύσεις που δεν οδηγούν στον έλεγχο ιδιοκτησίας ξένων επιχειρήσεων).

Το τρίτο κύμα είναι ορατό στην επέκταση των ακαθάριστων ξένων περιουσιακών στοιχείων (κεφάλαιο επενδυμένο στο εξωτερικό) μετά το 1980.