Τα ιδεολογήματα της ΕΕ και η επίδρασή τους στη λαϊκή συνείδηση


του Βασίλη Λιόση


Περίληψη του κειμένου που ακολουθεί παρουσιάστηκε στην εκδήλωση για τις ευρωεκλογές που διοργανώθηκε από τον Συντονισμό δράσης και διαλόγου κομμουνιστικών δυνάμεων που πραγματοποιήθηκε την Τετάρτη 17/04 στην ΑΣΟΕΕ.


Συνήθως στις παρεμβάσεις των κομμουνιστικών συλλογικοτήτων που αφορούν την ΕΕ, αναφέρονται οι οικονομικοί και πολιτικοί σχεδιασμοί του ευρωπαϊκού κεφαλαίου, καταγράφονται οι ενδοκαπιταλιστικές και ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις που λαμβάνουν χώρα στο εσωτερικό της ΕΕ, οι σχέσεις ανάμεσα στην ΕΕ, τις ΗΠΑ, την Κίνα κ.λπ. Όλα αυτά είναι απολύτως απαραίτητα και αποτελούν το πρώτιστο καθήκον προκειμένου να αναλύσουμε τη φύση της ΕΕ, αλλά και του σύγχρονου καπιταλισμού. Υπάρχει, ωστόσο, μία παράμετρος που μάλλον υποτιμάται και σπανίως θίγεται. Αυτή αφορά τον τρόπο που τα ιδεολογικά μυθεύματα από τους γραφειοκράτες των Βρυξελλών αλλά και από τους λογής λογής παρατρεχάμενους που αναπαράγουν όλες αυτές τις ιδεολογικές κατασκευές, επιδρούν στη συνείδηση των λαϊκών στρωμάτων.  

 


Α. ΤΟ ΨΕΥΔΟΟΡΑΜΑ ΤΗΣ ΕΙΡΗΝΙΚΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ


Η φιλολογία που εκπορεύτηκε από τότε που ως στρατηγικός στόχος τέθηκε η δημιουργία μιας «ενωμένης Ευρώπης», είναι πάνω κάτω και η ίδια που ακολουθείται και σήμερα. Το ευρωπαϊκό οικοδόμημα παρουσιάζεται ως προϊόν ευγενών ιδεών.


Οι απόψεις του Αντενάουερ για την Ευρώπη εδράζονταν στην πεποίθηση ότι η ευρωπαϊκή ενότητα ήταν απαραίτητη προϋπόθεση, υποτίθεται, για τη διαρκή ειρήνη και σταθερότητα. Το 1946, ο Τσόρτσιλ εκφώνησε ομιλία στο Πανεπιστήμιο της Ζυρίχης, όπου υποστήριξε την ανάγκη να δημιουργηθούν οι «Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης» και καλούσε τους Ευρωπαίους να στρέψουν τα νώτα τους στα δεινά του παρελθόντος και το βλέμμα τους προς το μέλλον. Δήλωσε ότι η Ευρώπη δεν έχει την πολυτέλεια να άγεται και να φέρεται από τις δυνάμεις του μίσους και την αντεκδίκησης που γεννήθηκαν από τις πληγές του παρελθόντος και ότι το πρώτο βήμα για την ανασύσταση της «ευρωπαϊκής οικογένειας» της δικαιοσύνης, του ελέους και της ελευθερίας είναι η δημιουργία «ενός είδους Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης. Μόνον έτσι οι εκατοντάδες εκατομμύρια άνθρωποι του μόχθου θα μπορέσουν να ξαναγευτούν τις απλές χαρές και τις ελπίδες που νοηματοδοτούν τη ζωή», υποστήριξε. Το 1943, ο Μονέ διατύπωσε για πρώτη φορά ξεκάθαρα το όραμά του για την ένωση της Ευρώπης με στόχο τη δήθεν επίτευξη και τη διατήρηση της ειρήνης. Όπως δήλωσε χαρακτηριστικά: «Δεν πρόκειται να υπάρξει ειρήνη στην Ευρώπη εάν τα κράτη ανασυσταθούν στη βάση της εθνικής κυριαρχίας... Οι ευρωπαϊκές χώρες είναι πολύ μικρές για να εγγυηθούν στους λαούς τους την αναγκαία ευημερία και κοινωνική ανάπτυξη. Τα ευρωπαϊκά κράτη πρέπει να συγκροτηθούν στο πλαίσιο ομοσπονδίας...». Ο Σουµάν, έτρεφε την πεποίθηση ότι αν επιτυγχανόταν η ταύτιση των οικονομικών συμφερόντων των ευρωπαϊκών κρατών, ο πόλεμος   θα καθίστατο «όχι απλώς αδιανόητος, αλλά και πρακτικά ανέφικτος»[1].


Όπως η ίδια η ζωή έδειξε όλες αυτές οι διακηρύξεις περί ειρήνης ήταν φθηνά ιδεολογικά τρικ που διαλύθηκαν αρκετές φορές και ιδιαίτερα κατά τον βομβαρδισμό της Γιουγκοσλαβίας.

 


Β. Η ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΤΗΣ Ε.Ε.


Όσον αφορά τη σύγχρονη προπαγάνδα υπέρ της ΕΕ, ας δούμε κατ’  αρχάς τον τρόπο που παρουσιάζεται η ΕΕ σε σχολικά εγχειρίδια.


Σε παλαιότερο  βιβλίο γεωγραφίας της Β΄ Γυμνασίου αναφέρεται πως η ΕΕ ήταν αποτέλεσμα της θέλησης των Ευρωπαίων ηγετών για διασφάλισης της ειρήνης[2]. Επίσης ότι τα κράτη που απαρτίζουν την ΕΕ είναι ανεξάρτητα και κυρίαρχα έθνη[3]. Ακόμη, αναφέρεται ότι κατάκτηση της ΕΕ είναι η προσήλωση στους δημοκρατικούς θεσμούς και η θέσπιση του κοινού νομίσματος, αφού επιτρέπει τη σύγκριση των τιμών ανάμεσα στις διάφορες χώρες  (!)[4] και εξασφαλίζει μια ισορροπημένη οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη[5].  Ειδικά όσον αφορά στην Ελλάδα εκτιμάται πως η ένταξή της στην ΕΟΚ/ΕΕ α) ενίσχυσε αποτελεσματικά την αμυντική και διπλωματική  θέση της στη νοτιοανατολική Ευρώπη, καθώς και στη διεθνή σκηνή, β) εξασφάλισε (μέσω της συνεχούς χρηματοδότησης από την ΕΕ στο πλαίσιο της κοινοτικής κοινωνικής συνοχής) την απαραίτητη οικονομική στήριξη για την αποκατάσταση των παλιών και την κατασκευή νέων βασικών υποδομών (οδικών αξόνων όπως π.χ. της Εγνατίας Οδού, σχολείων, λιμανιών, αεροδρομίων, τηλεπικοινωνιακών δικτύων κ.ά.), γ) προώθησε τη σύγκλιση της οικονομίας της με τις υπόλοιπες χώρες της ένωσης και δ) στήριξε αποφασιστικά και συνέβαλλε αποτελεσματικά στην  ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ[6].


Στο Βιβλίο των Νέων της Ευρώπης που διανέμεται στα σχολεία αναφέρεται πως το ευρωκοινοβούλιο είναι η φωνή των λαών, πως το ευρώ είναι ευλογία για τους τουρίστες και πως η θέσπισή του επέφερε χαμηλό πληθωρισμό, χαμηλά επιτόκια, προσέλκυση ξένων επενδύσεων κι έκανε τις οικονομίες πιο ανθεκτικές, πως προωθείται το πνεύμα της επιχειρηματικότητας, πως  η ΕΕ προώθησε τη συνεργασία κι όχι τον ανταγωνισμό[7].

                  

Στο δε βιβλίο της Ιστορίας Γενικής Παιδείας της Γ΄ λυκείου η προπαγάνδα συνεχίζεται: η δημιουργία της ΕΟΚ παρουσιάζεται ως η υλοποίηση οραματιστών πολιτικών όπως ο Μονέ, ο Σουμάν, ο Σπάακ και ο Αντενάουερ,  γράφεται ότι «η ΕΟΚ σημείωσε μεγάλη οικονομική επιτυχία από τα πρώτα χρόνια της ζωής της» και ότι «παρά τα προβλήματα που κατά καιρούς εμφανίστηκαν στη διαδικασία της ευρωπαϊκής ενοποίησης, η Ε.Ε. και η αρχή της υπερεθνικότητας εκπροσωπούν μια επανάσταση στις διεθνείς σχέσεις, καθώς και μια ελπιδοφόρα αλλαγή του ρου της ευρωπαϊκής ιστορίας, μακριά από τις εθνικιστικές αντιπαλότητες του παρελθόντος και προς την κατεύθυνση της ενότητας. Η ενοποιητική διαδικασία κατοχυρώνει τη δημοκρατία, επεκτείνει το πεδίο εφαρμογής των ανθρώπινων δικαιωμάτων, επιτρέπει την άμβλυνση των περιφερειακών ανισοτήτων και δίνει στην Ευρώπη μια αυξημένη επιρροή στις διεθνείς σχέσεις»[8].              


Ασφαλώς, εκτός των σχολικών εγχειριδίων, και η ίδια η ΕΕ αναλαμβάνει να προπαγανδίσει τις καπιταλιστικές αξίες. Όπως μας πληροφορούν οι ιστοσελίδες της ΕΕ «Την Ημέρα της Ευρώπης (9 Μαΐου) γιορτάζουμε την ειρήνη και την ενότητα στην Ευρώπη. Η ημερομηνία αυτή σηματοδοτεί την επέτειο της ιστορικής «Διακήρυξης Σουμάν». Η 9η Μάη είναι ως γνωστό η επέτειος της αντιφασιστικής νίκης των λαών. Χαρακτηρίζεται από τη θυσία των εκατομμυρίων ανθρώπων που έδωσαν τη ζωή τους για να σταματήσει το τέρας του φασισμού, από τα 25 εκατομμύρια νεκρούς σοβιετικούς πολίτες, από την κόκκινη σημαία με το σφυροδρέπανο που καρφώνει ο σοβιετικός στρατιώτης στο ράιχσταγκ. Αυτές όμως είναι μνήμες που η «δημοκρατική» Ευρώπη έπρεπε να εξαλείψει. Έτσι, σύμφωνα με το παραπάνω απόσπασμα πρέπει να γιορτάζουμε την ημέρα γενικά της Ευρώπης και το απίστευτα «ευγενές» όραμα της δημιουργίας ενός κεντρικού οργάνου για την κεντρική διαχείριση παραγωγής χάλυβα και άνθρακα. 

Η ΕΕ, όμως, δε σταματά εδώ. Προχώρησε και στην ταύτιση κομμουνισμού φασισμού, προωθώντας τη θεωρία των δυο άκρων. Στις 25 Ιανουαρίου του 2006 δόθηκε από το Συμβούλιο της Ευρώπης το «Αντικομμουνιστικό Μνημόνιο» με τον τίτλο: «Για την ανάγκη διεθνούς καταδίκης των εγκλημάτων των ολοκληρωτικών κομμουνιστικών καθεστώτων». Ακολουθεί στις 2-3 Ιούνη 2008 η Συνδιάσκεψη της Πράγας με τίτλο «Συνείδηση της Ευρώπης και κομμουνισμός». Στη συνέχεια, στις 2 Απριλίου του 2009, το Ευρωκοινοβούλιο υιοθέτησε ψήφισμα, βάσει του οποίου καθιερώνεται η 23η Αυγούστου ως «Ευρωπαϊκή Ημέρα Μνήμης για τα θύματα όλων των ολοκληρωτικών και αυταρχικών καθεστώτων». Επόμενος σταθμός η 21 Απριλίου του 2010 όπου μια άτυπη ομάδα ευρωβουλευτών υπό τον τίτλο «Συμφιλίωση των Ευρωπαϊκών Ιστοριών», διακηρύσσει: «Να αναπτύξουμε μια κοινή προσέγγιση σχετικά με τα εγκλήματα των ολοκληρωτικών καθεστώτων, μεταξύ άλλων του κομμουνιστικού καθεστώτος της ΕΣΣΔ, για να διασφαλιστεί η συνέχεια της διαδικασίας της αξιολόγησης των ολοκληρωτικών εγκλημάτων και η ίση μεταχείριση και μη διάκριση των θυμάτων ολοκληρωτικών καθεστώτων». Στη συνέχεια δημοσιεύεται έκθεση της Κομισιόν, με θέμα «Η μνήμη των εγκλημάτων που διαπράχθηκαν από τα ολοκληρωτικά καθεστώτα στην Ευρώπη», δημοσιεύεται στις 22 Δεκέμβρη 2010. Στην έκθεση αυτή, καλεί τα κράτη - μέλη να εντείνουν τις προσπάθειές τους στην ανάδειξη του «εγκληματικού» κομμουνισμού (π.χ. θεσμική απαγόρευση κομμουνιστικών συμβόλων).


Παράλληλα, η ΕΕ ενισχύει ιδεολογικά και πολιτικά τον νεοφασισμό. Η ΕΕ έχει ανοίξει την κάνουλα και παρέχει εκατομμύρια ευρώ στους Ευρωπαίους νεοναζί. Έχει πλέον αποκαλυφθεί ότι χρηματοδότησε με 600.000 ευρώ, για το έτος 2016, το μόρφωμα φασιστικών κομμάτων «Συμμαχία για την Ειρήνη και την Ελευθερία» (APF – Alliance for Peace and Freedom), της οποίας βασικό μέλος είναι η Χρυσή Αυγή. Σε σχετική έρευνα το Ίδρυμα Expo υποστηρίζει  ότι από το 2014, συνολικά 2,3 εκατ. ευρώ έχουν καταλήξει σε ακροδεξιές και νεοναζιστικές οργανώσεις όπως η APF. Άλλωστε, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε πως ο Walter Hellstein, Γερμανός δικηγόρος, είχε διοριστεί πρόεδρος της λεγόμενης Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το ανώτατο όργανο στο πλαίσιο της «ΕΕ των Βρυξελλών». Το 1964 ο Hellstein ήταν ήδη ο κύριος αρχιτέκτονας του κατασκευάσματος της ΕΕ για επτά χρόνια. Ο Hellstein δεν είχε νομιμοποιηθεί από καμία δημοκρατική διαδικασία. Με την επικουρία των διαδόχων του καρτέλ του πετρελαίου και φαρμάκων της IG Farben δημιούργησε ένα μεγάλο γραφειοκρατικό σώμα 3.000 διοικητικών υπαλλήλων στις Βρυξέλλες με έναν προϋπολογισμό που σήμερα θα αποτιμείτο σε εκατομμύρια ευρώ. Ποιος ήταν ο παραπάνω κύριος; Ο Hallstein είχε υπηρετήσει το ναζιστικό καθεστώς  ως ένθερμος υποστηρικτής της ναζιστικής νομοθεσίας. Το 1939 δεν άφησε καμία αμφιβολία για το τι πρέσβευε λέγοντας πως: «Ένας από τους πιο σημαντικούς νόμους (στις ναζιστικά κατεχόμενες ευρωπαϊκές χώρες) είναι ο νόμος για την προστασία του γερμανικού αίματος και τιμής»[9].

                  

Το καλοκαίρι του 2017 κοινοποιήθηκε κρατικό έγγραφο που με την ένδειξη «Εξαιρετικά Επείγον» αναφερόταν σε προγράμματα πρόληψης της ριζοσπαστικοποίησης των νέων. Το πρόγραμμα αυτό θα χρηματοδοτείται και θα επιβραβεύει, με έως 60.000 ευρώ, 15 τοπικά αθλητικά σωματεία και φορείς που θα συνεργάζονται με την Ασφάλεια και την Αντιτρομοκρατική ώστε «να εστιάζουν, µέσω του αθλητισµού, στην παρακολούθηση και την πρόληψη διαδικασιών ριζοσπαστικοποίησης». Το πρωτοφανές αυτό πρόγραμμα συγχρηματοδοτείται από κοινοτικούς (75%) και εθνικούς πόρους (25%). Είναι προφανές ότι η έννοια της ριζοσπαστικοποίησης είναι για την ΕΕ διασταλτική και μπορεί να συμπεριλάβει οτιδήποτε θεωρήσει μεμπτό. Σε συνάφεια με αυτό έχει εκδοθεί από την ελληνική αστυνομία, υπό την αιγίδα της ΕΕ, οδηγός τσέπης με τίτλο «Δράσεις κατά της ριζοσπαστικοποίησης και του εξτρεμισμού». Κατά τον οδηγό τσέπης, στον κίνδυνο της ριζοσπαστικοποίησης εντάσσονται οι αναρχικοί, οι ακροαριστερές και οι ακροδεξιές οργανώσεις. Ανάμεσα στα άλλα αναφέρεται στον εν λόγω οδηγό: «Η ακροαριστερή τρομοκρατία της Μεταπολίτευσης στην Ελλάδα διακρίνεται συνήθως σε δύο “γενιές”, οι οποίες διαφέρουν ως προς τις ιδεολογίες που υιοθετούν, καθώς και ως προς τις τακτικές που χρησιμοποιούν και τους στόχους που επιλέγουν. Η πρώτη γενιά αποτελούνταν από ομάδες και οργανώσεις που εμπνέονταν από τις μαρξιστικές-λενινιστικές ιδέες…»[10].


Σήμερα σε αυτά τα κίβδηλα οράματα και τα αντικομουνιστικά σχήματα της ΕΕ προστίθενται και εκβιαστικά διλήμματα. Η αποχώρηση από το ευρώ ή την ΕΕ, υποτίθεται θα σημάνει ολική καταστροφή και απομόνωση μιας χώρας. Μάλιστα, οι θιασώτες της ΕΕ απαντούν σε όσους θέτουν ζήτημα εξόδου πως είναι υπέρ της εξόδου από την Ευρώπη, ταυτίζοντας κουτοπόνηρα μία γεωγραφική έννοια με μία οικονομικοπολιτική.

Μαζί, όμως με όλη αυτή την προπαγάνδα συνυπάρχει και μία πραγματικότητα η οποία εμπεριέχει ανεργία, φτώχια, ελαστικές σχέσεις εργασίας, συρρίκνωση των κοινωνικών παροχών κ.λπ. Έτσι εν μέσω προπαγάνδας και πραγματικότητας σχηματίζεται μία αντιφατική συνειδησιακή εικόνα. Οι δημοσκοπήσεις της  περσινής χρονιάς είναι ενδεικτικές. 

 


Γ. ΤΙ ΕΔΕΙΞΑΝ ΟΙ ΔΗΜΟΣΚΟΠΗΣΕΙΣ


Τον Μάρτιο του 2018, το 68% των Ελλήνων αξιολογούσε τη συμμετοχή της χώρας μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση θετικά, από 53,5% το 2017. Την ίδια στιγμή, ωστόσο, 6 στους 10 Έλληνες εξακολουθούσε να πιστεύει ότι η συμμετοχή της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση ωφέλησε περισσότερο την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σχεδόν οι μισοί Έλληνες πιστεύανε ότι η χώρα από τη συμμετοχή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση ζημιώθηκε στον τομέα της οικονομικής ανάπτυξης και της ευημερίας. Ένας στους τέσσερις θα επιθυμούσε η χώρα να έχει εθνικό νόμισμα[11].


Τον Οκτώβριο του 2018 με βάση το ευρωβαρόμετρο η θετική γνώμη των Ελλήνων πολιτών για τη συμμετοχή της χώρας στην ΕΕ αυξήθηκε σε 45% από 38% στην αντίστοιχη έρευνα έναν χρόνο πριν. Μειωμένο κατά μία μονάδα είναι το ποσοστό εκείνων που θεωρούν τη συμμετοχή της Ελλάδας στην ΕΕ αρνητικό γεγονός (20%). Περισσότεροι από τους μισούς Έλληνες θεωρούσαν ότι η χώρα είχε ωφεληθεί από τη συμμετοχή της στην ΕΕ (54%), αισθητά αυξημένο ποσοστό από το 2017 (46%), ενώ αντίστοιχα μειώθηκαν όσοι έχουν αντίθετη γνώμη, από 46% σε 40%. Ως μεγαλύτερα οφέλη για την Ελλάδα αναγνωρίζανε «τη διατήρηση της ειρήνης και την ενίσχυση της ασφάλειας», «τη βελτίωση της συνεργασίας ανάμεσα στην Ελλάδα και τις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ» και «την προσφορά νέων ευκαιριών εργασίας για τους Έλληνες».


Απογοητευμένοι εμφανίζονται οι Έλληνες και όσον αφορά τη λειτουργία της δημοκρατίας. Ένας στους τρεις Έλληνες (30%) δηλώνει απολύτως ικανοποιημένος από τον τρόπο που λειτουργεί η δημοκρατία στην ΕΕ, σαφώς πιο χαμηλά από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (49%).

Τον Δεκέμβριο του 2018 η εμπιστοσύνη στην ΕΕ κυριαρχεί σε 17 κράτη μέλη της ΕΕ (από τα 15 την άνοιξη του 2018), με τα υψηλότερα ποσοστά στη Λιθουανία (65%), τη Δανία (60%) και τη Σουηδία (59%). Περισσότεροι από τους μισούς ερωτηθέντες δηλώνουν ότι "τείνουν να εμπιστεύονται" την ΕΕ στις Κάτω Χώρες (57%), τη Μάλτα (56%), την Πορτογαλία (55%), την Εσθονία και τη Βουλγαρία (από 53%), το Λουξεμβούργο (52%) και τη Γερμανία (51%). Στο άλλο άκρο της κλίμακας, οι χαμηλότερες αναλογίες παρατηρούνται στην Ελλάδα (26%), το Ηνωμένο Βασίλειο (31%) και την Τσεχία (32%). Συνολικά, η πλειοψηφία τείνει "να μην εμπιστεύεται" την ΕΕ σε δέκα χώρες. Τα μεγαλύτερα ποσοστά των ερωτηθέντων με αρνητική εικόνα της ΕΕ παρατηρούνται στην Ελλάδα (35%), στην Τσεχία (32%) και στο Ηνωμένο Βασίλειο, την Ιταλία και τη Γαλλία (από 27%) [12].

                  

Ένα γενικό συμπέρασμα από τα όσα αποτελέσματα παραθέσαμε είναι πως παρόλη την αδυσώπητη προπαγάνδα και τα ψεύδη, ένα αξιοπρόσεκτο τμήμα του ελληνικού αλλά και του ευρωπαϊκού πληθυσμού δεν έχει πειστεί για τον υποτιθέμενο ρόλο της ΕΕ. Ένα δεύτερο συμπέρασμα είναι πως ο ελληνικός λαός, ειδικά με το 2010 είναι από τους πλέον δύσπιστους για το ευρωπαϊκό οικοδόμημα και ένα τρίτο, απόλυτα, συναφές με το δεύτερο είναι πως υπάρχει σοβαρή βάση για τη δημιουργία μιας αντιιμπεριαλιστικής συνείδησης πιο στέρεης και πιο διευρυμένης.

 


Δ. Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ


Η απάντηση σε αυτή την ιδεολογική παρέμβαση της ΕΕ πρέπει  να είναι κινηματική και ιδεολογική. Ως κύριοι άξονες της μπορούν να αποτελέσουν:


α. Η αποκάλυψη των πραγματικών λόγων ίδρυσης της ΕΟΚ, δηλαδή η εξασφάλιση μιας πολιτικής και οικονομικής απάντησης στα τότε σοσιαλιστικά κράτη, η δημιουργία ενός συγκροτημένου ιμπεριαλιστικού οργανισμού που θα λειτουργούσε μαζί αλλά και σε αντιπαράθεση με τις ΗΠΑ, η μεγιστοποίηση της εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης. 


β. Η απόδειξη πως η ΕΕ εξυπηρετεί τους μεγάλους μονοπωλιακούς ομίλους και πως ιδεολογικά προωθεί τόσο τον κοσμοπολιτισμό του κεφαλαίου, όσο και τον νεοφασισμό.


γ. Ειδικότερα για την Ελλάδα η γρήγορη σχετικά ένταξή της στους κόλπους της ΕΟΚ δεν ήταν προϊόν της ισχύος του ελληνικού κεφαλαίου. Άλλωστε πολύ ισχυρότερες οικονομικά χώρες εντάχθηκαν αργότερα. Οι λόγοι ήταν κατά κύριο λόγο πολιτικοί, αφού η Ελλάδα θα έπρεπε να αποτελέσει το αντίβαρο στα κομμουνιστικά βαλκάνια. Ταυτόχρονα, θα πρέπει να αναδειχτεί το γεγονός πως η ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ επιδείνωσε σειρά οικονομικών δεικτών. Επηρέασε αποφασιστικά το εμπορικό ισοζύγιο, την αγροτική οικονομία, την αποβιομηχάνιση της χώρας και το αποκορύφωμα ήρθε μετά το 2010 με τα μνημόνια των οποίων βασικός πυλώνας υπήρξε η ΕΕ. Με λίγα λόγια οι δεσμοί εξάρτησης και υποτέλειας έγιναν περισσότερο έντονοι, κάτι που δεν σημαίνει ότι η ελληνική ολιγαρχία δεν ωφελήθηκε από αυτή τη διαδικασία.


δ. Ένα από τα πιο δύσκολα, αν όχι το πιο δύσκολο, αλλά απολύτως αναγκαίο ιδεολογικό και πολιτικά καθήκον, είναι να αποδειχτεί γιατί η χώρα μπορεί και εκτός ΕΕ. Τι θα σήμαινε αυτό πολιτικά, υπό ποιους όρους μπορεί κάτι τέτοιο να γίνει και αν θα είναι μία εύκολη διαδικασία.


Για όλα αυτά απαιτείται συγγραφή κειμένων, συγκρότηση μελετητικών ομάδων, εκδόσεις μελετών, ημερίδες και ό,τι μπορεί να αποκωδικοποιήσει τις πολιτικές της ΕΕ. Θα πρόκειται, εκτός των άλλων, και για μία πλευρά της προσπάθειας για ανασύσταση του κομμουνιστικού κινήματος στη χώρα μας.


 



[2]. Γεωλογία-Γεωγραφία, Β΄ Γυμνασίου, σελ. 91,ΟΕΔΒ.

[3]. Ό.π., σελ. 92.

[4]. Ό.π., σελ. 95.

[5]. Ό.π., σελ. 95.

[6]. Ό.π., σελ 96.

[7]. Βλέπε αναλυτικότερα Το βιβλίο των Νέων της Ευρώπης, 2011-2012.

[9]. Βλέπε αναλυτικότερα Σακκάτος Βαγγέλης, ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ, Ο ΛΑΚΚΟΣ ΤΩΝ ΛΕΟΝΤΩΝ, εκδ. ΔΡΟΜΩΝ, 2013.