Για την έννοια του έθνους (Μέρος Γ')

 

του Βασίλη Σουλιώτη

συνέχεια του πρώτου και δεύτερου μέρους


ΜΕΡΟΣ Γ'


1.     Ο διάλογος για το έθνος

Έχοντας επιχειρήσει μια όσο το δυνατότερο περιεκτικότερη ανάλυση των θέσεων των δύο ιστορικών, Σβορώνου  του Λιάκου, μπορούμε τώρα να παρακολουθήσουμε τις απόψεις των συμμετεχόντων στο διάλογο για τις προαναφερθείσες θέσεις των δύο ιστορικών  αλλά και τις προσωπικές τους θεωρήσεις πάνω στο ζήτημα του έθνους.

Το  πρώτο άρθρο-βιβλιοκριτική με το οποίο ανοίγει αυτός ο διάλογος είναι του αρθρογράφου της εφημερίδας του Βήματος, Μανόλη Σαββίδη. Ασχολείται με ζητήματα ορολογίας του λεξιλογίου που αφορά το ελληνικό έθνος και κάνει τρεις παρατηρήσεις. Η πρώτη, την ανάγκη κατανόησης των συνθηκών που γεννούν διάφορες ονομασίες όπως αυτές του Έλληνα, του Ρωμιού, του Γραικού, του Νεοέλληνα κ.ο.κ. προκειμένου να κατανοήσουμε τη σημασία τους. Η δεύτερη παρατήρηση επισημαίνει την αλλαγή του περιεχομένου που δίνεται κάθε φορά σε όρους όπως των παραπάνω. Όπως σημειώνει ο Μανόλης Σαββίδης η χρήση τέτοιων όρων θέλει ιδιαίτερη προσοχή καθώς ενδέχεται το σημαινόμενο να έχει διαφορετικό περιεχόμενο στο παρελθόν και στο σήμερα. Η τρίτη παρατήρηση είναι ότι ακόμα και στον ίδιο χρόνο και τόπο μπορούμε να έχουμε και πάλι διαφορετικά σημαινόμενα του ίδιου σημαίνοντος. Δεν εννοούμε όλοι με τον ίδιο τρόπο την έννοια του Έλληνα που κατά τον Σαββίδη, υπερβαίνει αυτή του πολίτη και υπηκόου του κράτους και αφορά στην πραγματικότητα  «μια άλλη διάσταση, ανώτερη ανθρωπιστική και δυνάμει πανανθρώπινη»[1].

Ο Νάσος Βαγενάς, που έχει κάνει και την φιλολογική επιμέλεια, στο έργο του Σβορώνου, -ένας από τους βασικούς συνομιλητές στο διάλογο- είναι αυτός του οποίου τα άρθρα θα πυροδοτήσουν τη συζήτηση και τα οποία αφορούν τόσο μια κριτική των θέσεων ελλήνων ιστορικών -και όχι μόνο- πάνω στο ζήτημα του ελληνικού έθνους όσο και την προσωπική του πρόσληψη του σχήματος του Σβορώνου.

Ως προς τον πρώτο άξονα υποστηρίζει ,πρώτον, ότι αντίθετα με τους ισχυρισμούς πολλών νεότερων ιστορικών οι οποίοι ασχολούνται με το ελληνικό έθνος, ο αυτοπροσδιορισμός ομάδων πληθυσμού ως Ελλήνων δεν είναι φαινόμενο των τελών του 18ου αιώνα αλλά προγενέστερο. Δεύτερον, ασκεί κριτική ως προς το ότι προκειμένου να ερμηνεύσουν την ελληνική εθνογένεση μεταφέρουν τις θεωρίες για ξένων μελετητών (όπως του Gellner, του Hobsbawm και του Anderson) για το έθνος χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τα πραγματολογικά δεδομένα που αφορούν την ελληνική ιστορία[2].

Ως προς τον Σβορώνο ο Νάσος Βαγενάς θεωρεί ότι το ιστορικό σχήμα του  για το ελληνικό έθνος διαφέρει τόσο από την παραδοσιακή αντίληψη μιας εθνικής ιστοριογραφίας όσο και από την μαρξιστική παράδοση καθώς η δεύτερη τείνει να συμφωνεί με τις κυρίαρχες σύγχρονες ιστοριογραφικές αντιλήψεις για το έθνος[3]. Ο Νάσος Βαγενάς με άλλα λόγια ισχυρίζεται ότι ο Σβορώνος  δεν θεωρεί ότι το έθνος –και η έννοια του έθνους- γεννιούνται μέσω της αστικής τάξης. Αυτό που απορρέει και είναι παράγωγο της αστικής τάξης είναι το έθνος-κράτος. Κατά τον Βαγενά ο Σβορώνος υποστηρίζει ότι η έννοια του έθνους είναι δημιούργημα παλαιότερων ιστορικών περιόδων, το χρονικό βάθος των οποίων δεν αποσαφηνίζεται, και έχει διαμορφωθεί από διαφορετικούς λαούς. Τέλος ο Βαγενάς μας μεταφέρει ότι ο Σβορώνος αρνείται το σχήμα των εθνικιστικών ιστορικών σχημάτων του παρελθόντος που βλέπουν μια ιστορική συνέχεια του ελληνισμού αλλά παραδέχεται την ύπαρξη μιας λανθάνουσας πολιτιστικής και –εν μέρει- εθνολογικής συνέχειας με τη γλώσσα να αποτελεί τον βασικό παράγοντα [4]. Ο Βαγενάς υποστηρίζει έτσι ότι η διαφορά του Σβορώνου έγκειται στο ότι αποσυνδέει τη γέννηση της ιδέα τους έθνους με την ανάδυση του νεωτερικού κόσμου.

Ο  κοινωνιολόγος Νίκος Δεμερτζής παίρνοντας τη σκυτάλη και απαντώντας στον Νάσο Βαγενά και στην αναφορά του περί της σημασίας των πραγματολογικών στοιχείων,  υπενθυμίζει ότι οι πηγές σε κάθε περίπτωση δεν μιλούν από μόνες τους. Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι ο Νίκος Δεμερτζής όταν μιλάει για το φαινομένου του έθνους, μιλάει ταυτόχρονα για τον εθνικισμό. Χωρίς να ταυτίζει τις δύο έννοιες, καθώς αναφέρεται στην ανάγκη συστηματικής προσέγγισης και των δύο εννοιών, θεωρεί αναγκαίο να πραγματευθεί το περιεχόμενο τους ταυτόχρονα καθώς υποστηρίζει ότι, «[…]το έθνος συγκροτείται […]από τον ιδεολογικό λόγο του εθνικισμού». Προτιμά να μιλά για «εθνικισμούς» χρησιμοποιώντας πληθυντικό καθώς όπως αναφέρει είναι αδύνατον  να φτιάξουμε μια τυπολογία η οποία να «ενσωματώνει τη συνολική ιστορική εμπειρία»[5]. Το έθνος όπως παρακάτω σημειώνει στο άρθρο του πράγματι κατασκευάζεται από το εθνικισμό σε μια περίοδο που ξεκινά περίπου από τα τέλη του 18ου αιώνα. Η ύπαρξη  ανθρώπων που αυτοπροσδιορίζονται ως Έλληνες και πριν από αυτό το χρονικό σημείο δεν αναιρεί αυτή τη θέση καθώς το ότι δεν υπάρχουν έθνη δεν σημαίνει αυτόματα το ότι δεν υπάρχουν εθνότητες, πολιτισμικές ομάδες δηλαδή που υπάρχουν «ανέκαθεν»[6].

Επιπλέον η έννοια της κατασκευής όπως και του πρώτου συνθετικού της φράσης «φαντασιακή κοινότητα» δεν θα πρέπει να γίνεται σημείο παρανόησης. Η χρήση με άλλα λόγια του όρου «κατασκευή» δεν υποδηλώνει μια βουλησιαρχική διαδικασία αυθαίρετου χαρακτήρα. Αντίθετα η κατασκευή αυτή γίνεται έχοντας ως πρωτογενές υλικό τις εθνότητες οι οποίες συγκροτούνται πολιτικά σε έθνη όχι ως φανταστικές κοινότητες αλλά ως φαντασιακές[7].  Η επινόηση αφορά έτσι στο πως το φαντασιακό στοιχείο συγκροτεί το έθνος όχι απλά χρησιμοποιώντας το προϋπάρχον πολιτισμικό υλικό που είναι ενσωματωμένο σε κάθε εθνοτική ομάδα αλλά επινοώντας ένα παρελθόν το οποίο επιδιώκει να αναπαράγει την πολιτική οντότητα του έθνους κράτους και των θεσμών που συγκροτούνται σε αυτό[8].

Το ζήτημα του προσδιορισμού του έθνους ως «φαντασιακής κοινότητας» απασχολεί και τον Βαγενά. Ο ορισμός του Anderson για το έθνος ως μιας κυρίαρχης πολιτικής κοινότητας που είναι φαντασιακής γιατί τα περισσότερα μέλη της δεν θα συνευρεθούν και δεν θα γνωριστούν ποτέ μεταξύ τους (νιώθοντας όμως ότι όλοι τους ανήκουν σε αυτήν) είναι κατά τον Βαγενά προβληματική. Καταρχήν γιατί στο βαθμό που ο Anderson αναγνωρίζει την εθνική κοινότητα ως πολιτική, και άρα προσδιορίζεται από συγκεκριμένα και αντικειμενικά χαρακτηριστικά , καθιστά τον όρο «φαντασιακή»  αντιφατικό καθώς αυτός έχει ένα απτό πολιτικό περιεχόμενο. Δευτερευόντως γιατί ο ίδιος ο Anderson στις επόμενες σελίδες του ίδιου του έργου επισημαίνει και άλλα στοιχεία που παίζουν ρόλο στην συγκρότηση του έθνους και είναι πολιτισμικά και όχι πολιτικά[9].

Στις απόψεις του Αντώνη Λιάκου και με αφορμή το προαναφερθέν του δοκίμιο θα απαντήσει με μια σκληρή κριτική ο Βασίλης Κρεμμυδάς[10].  Πως τελικά, αναρωτιέται ο ίδιος,  μπορεί το «δοκίμιο» ενός ιστορικού για το έθνος να μην είναι «ιστορικό δοκίμιο» αλλά μια επίκληση στην ανάγκη για στοχασμό και χωρίς τελικά η συζήτηση για το έθνος να γίνεται καταρχήν με  «ιστοριογραφικούς όρους»[11]. Κατά τον  Κρεμμυδά ο Λιάκος τιθέμενος επικεφαλής των μεταμοντέρνων ιστορικών στην Ελλάδα και μεταφέροντας τις απόψεις αυτές στο πεδίο της ιστορικής επιστήμης επιλέγει όταν μιλάει για το έθνος και το πώς αυτό δημιουργείται να μιλάει για «επινόηση» χωρίς να αναζητά πλέον την ιστορική αλήθεια που βρίσκεται πίσω από τους ιστορικούς μύθους.  Στην ανάλυση του για το έθνος «η κοινωνία απουσιάζει εντελώς», οι οικονομικές, κοινωνικές, ταξικές σχέσεις εξαφανίζονται,  ενώ το ίδιο το έθνος μετατρέπεται από πραγματικότητα και γεγονός σε νοητική κατηγορία. Σύμφωνα με τον Κρεμμυδά έτσι στον Λιάκο η ιστορική έρευνα και η ανάγκη για γνώση των κοινωνικών σχέσεων αντικαθίσταται από την ανάγκη για «στοχασμό» καθώς «όλα κινούνται στο επίπεδο της θεωρίας και των ιδεών»[12].

Στο δικό του άρθρο αντίστροφα ο μεταφραστής και κριτικογράφος Θόδωρος Παρασκευόπουλος επισημαίνει και αυτός την απουσία της ιστορίας σε ένα δοκίμιο το οποίο αφορά το έθνος κάνει όμως και μια επιπλέον παρατήρηση. Κατά τον Παρασκευόπουλο και σε αντίθεση με άλλους που συμμετέχουν στο διάλογο οι απόψεις του Αντώνη Λιάκου δεν είναι αποτέλεσμα μιας θεωριοκρατικής αντίληψης αλλά το αντίθετο[13]. Στο έργο του Λιάκου εμφανίζεται η έλλειψη του εννοιολογησης του έθνους και μια πλήρης αδιαφορία για τους μετασχηματισμούς που αυτό υφίσταται ιστορικά[14]. Πρόκειται, προσθέτει ο ίδιος, για κάτι που παραδέχεται ο ίδιος ο Λιάκος ο οποίος δεν αναζητά το περιεχόμενο του όρου έθνος αλλά το πως η έννοια έθνος χρησιμοποιείται «στη δόμηση της εξουσίας, στη συγκρότηση του πολιτικού λόγου»[15].

Ο Παρασκευόπουλος σημειώνει επίσης ότι ο Λιάκος καθοδηγούμενος από έναν μεταμοντέρνο σχετικισμό αντιλαμβάνεται το έθνος ως μια ιδεοληψία που υπάρχει μόνο, ως κατασκευή, «στο μυαλό μας»[16].  Είναι όμως αδύνατον συνεχίζει ο ίδιος ακόμα και αν δεν χρειάζεται πράγματι να ορίσουμε το τι είναι έθνος, να συζητήσουμε για αυτό χωρίς να ορίσουμε το περιεχόμενο του, χωρίς δηλαδή μια γενική θεώρηση του με βάση τις αντιφάσεις του, τις συγκρούσεις του και εν γένει όλους τους προσδιορισμούς του[17].

Τα προβλήματα στις θέσεις του Λιάκου δεν περιορίζονται εκεί κατά τον Παρασκευόπουλο καθώς η τεκμηριωτική βάση των επιχειρημάτων πάνω στα οποία ασκεί κριτική στον Σβορώνο για κακή χρήση της μαρξιστικής θεωρίας βασίζονται σε πρώιμες επεξεργασίες των Μαρξ και Ένγκελς πάνω στο θέμα[18].

Καταθέτοντας την δική του άποψη για το έθνος θεωρεί ότι δεν πρέπει να υποτιμηθεί η θεωρητική πλευρά της συζήτησης για αυτό. Το πραγματολογικό υλικό και τα παραδείγματα γέννησης εθνών είναι σημαντικά αλλά όχι ικανά για τον προσδιορισμό του τι είναι έθνος και όπως υπογραμμίζει, «η καλή παράδοση επιστημονικών εννοιών απαιτεί θεωρητική –όχι την εξιστορητική- ανάπτυξη των εννοιών». Συμφωνεί δε με τον Σβορώνο ότι ο τρόπος ερμηνείας της γένεσης του κάθε ξεχωριστού έθνους λειτουργεί αντίστροφα καθώς εκεί έχουμε να ασχοληθούμε και με τη θεωρία αλλά και τους με συγκεκριμένους υλικούς όρους που το γεννούν και το διαμορφώνουν[19]. Πρόκειται εδώ για τη διαλεκτική σχέση ανάμεσα στη γενική θεωρία και την έρευνα των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της κάθε εθνογένεσης ξεχωριστά την οποία αναφέρει ο Σβορώνος.

Στον διάλογο παρεμβαίνει και ο ανθρωπολόγος και συγγραφέας Δημοσθένης Κούρτοβικ κάνοντας ορισμένες επισημάνσεις. Στην πρώτη διαπιστώνει ότι η θεωρία του Σβορώνου αποτελεί έναν «ιστορικό συμβιβασμό» ανάμεσα στην παραδοσιακή εθνική εξιστόρηση και την μαρξιστική αντίληψη και  ενώ απορρίπτονται οι αντιλήψεις περί φυλετικής συνέχειας εν τούτοις υιοθετείται η αντίληψη μιας συνέχειας του ελληνισμού  δια μέσου μιας κοινής ιστορικής συνείδησης η οποία έχει ως όχημα την ελληνική γλώσσα [20].  Κατά τον Κούρτοβικ εδώ κρύβεται και το επίμαχο και προβληματικό σημείο στις θέσεις του Σβορώνου καθώς η ελληνική γλώσσα αν και υφίσταται από τους αρχαίους χρόνους έως τους νεότερους ταυτόχρονα ούτε μια είναι ούτε και ενιαία. Επιπλέον, προσθέτει ο Κούρτοβικ, η κοινή συνείδηση των ελληνικών πληθυσμών δεν ήταν πάντα ίδια ενώ και η ίδια η συνεχής ανανέωση της ελληνικής παράδοσης καταδεικνύει αυτή τη μεταβολή αν όχι και την ίδια τη ρήξη[21]. Όπως και ο Δεμερτζής, ο Κούρτοβικ επισημαίνει ότι τα έθνη δεν είναι αυθαίρετες κατασκευές αλλά η εθνική ιστορία κατασκευάζει το εθνικό παρελθόν επιλέγοντας αυτά τα οποία της είναι απαραίτητα και απορρίπτοντας αυτά που δεν είναι[22].

Ένα ακόμα άρθρο που θα δημοσιευθεί στα πλαίσια του διαλόγου είναι αυτό του Χρήστου Χατζηιωσήφ. Στο εκτενές αυτό άρθρο ο έλληνας ιστορικός θα κάνει μια επισκόπηση της εξιστόρησης του Σβορώνου για το ελληνικό έθνος και θα προχωρήσει σε ένα σχολιασμό των απόψεων που έχουν εκτεθεί από τους Λιάκο και Βαγενά[23].

Η κριτική του Χατζηιωσήφ προς τον Βαγενά αφορά την προσωπική ανάγνωση του τελευταίου στο σχήμα του Σβορώνου. Σε αυτήν επισημαίνεται ότι ενώ ο Βαγενάς αναγνωρίζει τις μαρξιστικές ερμηνευτικές θέσεις του Σβορώνου, αυτή η αναγνώριση δεν καταλήγει και στην κατανόηση της μαρξιστικής του θεωρίας για το έθνος[24]. Σύμφωνα με τον Χ. Χατζηιωσήφ ο Βαγενάς δίνει έμφαση στον πολιτισμικό παράγοντα, ο οποίος στη ανάλυση του Σβορώνου αποτελεί ένα δευτερευούσης, μόνο, αξίας στοιχείο. Αυτή η έμφαση εκ μέρους του έλληνα φιλολόγου υποβαθμίζει το  πιο κρίσιμο κομμάτι που αφορά  τις κοινωνικές και οικονομικές σχέσεις ως παράγοντες εμφάνισης του έθνους. Πιο συγκεκριμένα ο Χρήστος Χατζηιωσήφ υποστηρίζει ότι αντίθετα από την παρουσίαση του Βαγενά, ο Σβορώνος δεν θεωρεί ότι το έθνος και η εθνική ιδέα προϋπάρχουν της αστικής τάξης. Προκειμένου ωστόσο να στηριχθεί μια τέτοια θέση εκ μέρους του Βαγενά προσφεύγει σε μια συνέντευξη του Σβορώνου την οποία είχε παραχωρήσει το 1988 στο περιοδικό Σύγχρονα Θέματα[25].

Αν πράγματι συνέβαινε κάτι τέτοιο αυτό θα ήταν σε αντίθεση με την αντίληψη του Σβορώνου όπως αύτη έχει διατυπωθεί παλαιότερα στα έργα του, Ανάλεκτα και Επισκόπηση, κάτι που δεν συμβαίνει όπως ο Χ. Χατζηιωσήφ αναφέρει.  Επιπλέον και ως προς αυτά που λέει στη συνέντευξη του, ο Χατζηιωσήφ υποστηρίζει ότι τα λεγόμενα του Σβορώνου δεν στοιχειοθετούν τον ισχυρισμό του περί αποσύνδεσης έθνους και αστικής τάξης[26]. Η οποιαδήποτε σύγχυση προκύπτει από την λανθασμένη και εν τη ρύμη του λόγου χρήση, σε συγκεκριμένο σημείο, του όρου εθνότητα αντί αυτού του έθνους στις απαντήσεις που δίνει στη συνέντευξη:

«…ο 18ος αιώνας διαμορφώνει τις προϋποθέσεις της δημιουργίας του ανεξάρτητου κράτους, της εθνικής ιδέας ως εθνικού προτάγματος. H προσφορά της αστικής τάξης είναι για μένα η σύλληψη της επαναστατικής λύσης για το εθνικό ζήτημα~ δεν την εξετέλεσε μόνη της, όμως τη συνέλαβε. Δεν ανεξαρτητοποιώ την εθνική ιδέα και το εθνικό πρόβλημα από τις ταξικές εξελίξεις, αλλά ορισμένες ιδέες, όπως η εθνική ιδέα, η γένεση της ιδέας της εθνότητας, ανεξαρτητοποιούνται από τις ταξικές εξελίξεις"[27].

Ο Νάσος Βαγενάς απαντώντας, εκτιμά ότι ενώ ο Σβορώνος ποτέ δεν υιοθετεί το παπαρηγόπουλειο σχήμα, πάντα τοποθετεί τη γέννηση της ιδέας του έθνους πολύ πριν τον 18ο αιώνα και συγκεκριμένα την περίοδο μετά την πρώτη κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους το 1204. Σύμφωνα με τον Βαγενά ο Σβορώνος θεωρεί ότι το ελληνικό έθνος γεννιέται εκείνη την περίοδο και διαμορφώνεται κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας[28]. Η αποσύνδεση της σύγχρονης αστικής τάξης από την ιδέα του έθνους είναι υπαρκτή στον Σβορώνο κατά τον Βαγενά και αντίστροφα από ότι την άποψη του Χατζηιωσήφ η λανθασμένη χρήση αφορά την έννοια της εθνότητας και όχι του έθνους όπως συμβαίνει και στο παραπάνω παράθεμα στο οποίο ο έλληνας ιστορικός εννοεί  «τη γένεση της ιδέας του έθνους» και όχι της «εθνότητας».

Αυτό σύμφωνα με τον Βαγενά αποδεικνύεται και από τις υπόλοιπες αναφορές του στο θέμα και συγκεκριμένα στη συζήτηση του με τον γενικό γραμματέα του ΚΚΕ κατά τη δεκαετία του 40’, Νίκο Ζαχαριάδη[29]. Ο ίδιος παραθέτοντας αποσπάσματα από τη συζήτηση αυτή υπογραμμίζει ότι ο Σβορώνος αναγκάστηκε κατεβαίνοντας από το βουνό όπου συμμετείχε στην αντιστασιακή δράση με τον ΕΛΑΣ, να υποστηρίξει την ιδέα της συνέχειας του ελληνισμού, καθώς ο Ζαχαριάδης είχε υιοθετήσει την ταύτιση της γέννησης του έθνους με αυτή του έθνους κράτους, ενώ στην πραγματικότητα η πρώτη αφορά παλαιότερες περιόδους και στην περίπτωση του ελληνικού έθνους, την περίοδο του Βυζαντίου[30].

Σύμφωνα με τον Βαγενά ωστόσο,  η αποσύνδεση του έθνους δεν γίνεται γενικά με την αστική τάξη γενικά αλλά μόνο με αυτή που εμφανίζεται στον καπιταλισμό. Με άλλα λόγια ο Νάσος Βαγενάς υποστηρίζει ότι ο Σβορώνος διαπιστώνει την ύπαρξη αστικής τάξης ήδη στο Βυζάντιο κατά τον 10ο και 11ο έστω και σε σπαργανική μορφή[31]. Ο Βαγενάς έτσι απορρίπτει την κριτική του Χατζηιωσήφ, αρνείται ότι ανακαλύπτει μια διαφοροποίηση στα γραφόμενα από τη δεκαετία του 50’ μέχρι τη δεκαετία του 80’ αλλά αντίθετα επιχειρηματολογεί πάνω στη βάση του ότι οι απόψεις του Σβορώνου παρέμειναν ίδιες και χωρίς αναίρεση των αρχικών του βασικών θέσεων[32].

2.    Συμπεράσματα και παρατηρήσεις

Η διχογνωμία στο διάλογο για το εάν το σχήμα του Σβορώνου ακολουθεί την παπαρηγοπουλική εξιστόρηση για τη γέννηση του ελληνικού έθνους αποτελεί μόνο την επιφάνεια της διαφωνίας, καθώς οι διαφορετικές απόψεις έχουν ένα ιδεολογικό και μεθοδολογικό συγκείμενο που καθορίζει τις απαντήσεις που δίνονται στο πως ορίζεται το έθνος, ποιες είναι οι προϋποθέσεις εμφάνισης του και με ποια κριτήρια και μεθοδολογικά εργαλεία εξάγουμε τα συμπεράσματα μας για τα δύο αυτά ερωτήματα.

Το ερώτημα έτσι σχετικά με το τι αποτελεί σε θεωρητικό επίπεδο τον πυρήνα της ιστοριογραφικής αυτής διαπάλης αποκτά μεγαλύτερο ενδιαφέρον στο μέτρο που το περιεχόμενο των δύο θεωρήσεων δεν διχοτομείται κάθετα και με απόλυτο τρόπο καθώς και στις δύο περιπτώσεις απορρίπτεται μια ρομαντική εξήγηση που δίνει αξία στο αίμα και την φυλή σε σχέση με την καταγωγή του έθνους. Κατά δεύτερον ούτε ο Λιάκος αλλά ούτε και ο Σβορώνος αρνούνται τον πολιτικό χαρακτήρα της ανάδυσης του  έθνους στους νεωτερικούς χρόνους αλλά και την ιδεολογική του χρήση που υπηρετεί τον σχηματισμό τον εθνοκρατικών οντοτήτων από τα τέλη του 18ου αιώνα και έπειτα.

Αναλυτικότερα, γίνεται σαφές από τις θέσεις του Σβορώνου ότι αποτελεί μέρος της συλλογιστικής του ότι το συντελεσμένο έθνος αποτελεί παράγωγο του μετασχηματισμού της ατομικής αλλά και της συλλογικής συνείδησης με την ιδέα περί έθνους να λειτουργεί ταυτόχρονα ως μηχανισμός που επιδιώκει να μετασχηματίσει περαιτέρω την κοινωνία συνολικά και να αναπαράγει τους κυρίαρχους μηχανισμούς και εξουσίες ενώ χρησιμεύει στην απορρόφηση των κοινωνικών συγκρούσεων που υφίστανται μέσα στο εσωτερικό της εκάστοτε εθνικής κοινότητας.

Η μεγάλη διαφορά έγκειται κατά τη γνώμη μας στον παράγοντα της συνείδησης της οποίας η σημασία και ο ρόλος είναι εκ διαμέτρου αντίθετα στις δύο διαφορετικές θεωρήσεις.  Ακόμα περισσότερο η διαφορά στην βαρύτητα σχετίζεται κατά τη γνώμη μας με τον κλασσικό δυισμό ανάμεσα στην ιδεαλιστική προσέγγιση του Λιάκου και την μαρξιστική ανάλυση του Σβορώνου.

Στην περίπτωση του Αντώνη Λιάκου η συνείδηση και ο μετασχηματισμός της αποτελεί το καταληκτικό στοιχειό στην ανάλυση για το έθνος και τον κυρίαρχο παράγοντα στην ερμηνευτική του σύνθεση προκειμένου να εξηγήσει τη γέννηση του. Βεβαίως στην ανάλυση του αυτή δεν παραβλέπει τα ιστορικά δεδομένα επισημαίνοντας ότι η ιδέα για το έθνος δημιουργείται στους νεωτερικούς χρόνους εξυπηρετώντας τις ανάγκες των νέων κυρίαρχων ελίτ. Η σκέψη του ωστόσο περιορίζεται τελικά στο πεδίο της κουλτούρας, των εννοιών και των ιδεών ενώ περιθωριοποιείται ο ρόλος της οικονομίας, των κοινωνικών συσχετισμών και ανταγωνισμού ως καθοριστικού παράγοντα. Και τελικά αν και διακηρυκτικά έχει θέσει το ερώτημα του ποια νήματα εξυφάνθηκαν για να γεννηθεί το έθνος καταλήγει να περιγράφει περισσότερο το τι εξυπηρετεί η εθνική ιδεολογία και ταυτότητα.

Ένα ακόμα κομβικό ζήτημα στις διατυπώσεις του Λιάκου για το έθνος είναι το ότι σε αυτές παραγνωρίζεται σε πολύ μεγάλο βαθμό το ποιες είναι οι κοινωνικές δυνάμεις που ωθούν στην διαδικασία της εθνοποιητικής διαδικασίας. Για την περίπτωση της Ελλάδας στις περισσότερες περιπτώσεις οι αναφορές του εξαντλούνται σε ονόματα όπως είναι ο Παπαρρηγόπουλος, ο Ζαμπέλιος, ο Πολίτης χωρίς να αναλύεται ο ταξικός χαρακτήρας της κοινωνίας ως βασική παράμετρος εμφάνισης των ιστορικών φαινομένων στα οποία αναφερόμαστε στην συγκεκριμένη εργασία.

Ακριβώς το αντίθετο συμβαίνει με τον Σβορώνο για τον οποίο η επισήμανση της σημασίας του μετασχηματισμού της συλλογικής συνείδησης αποτελεί μόνο την αφετηρία στην αναζήτηση μιας αιτιοκρατικής ερμηνείας για τη γέννηση του έθνους ως πολιτικής κοινότητας. Για αυτό και ο Σβορώνος όπως αναφέρθηκε παραπάνω αναζητά τις ιστορικές νομοτέλειες, οικονομικές και κοινωνικές,  που καθοδηγούν τις αλλαγές στο συνειδησιακό περιεχόμενο ενός λαού. Αναζητά τα οικονομικά αίτια στο πως εμφανίζονται νέες κοινωνικές ομάδες τα οποία θέτουν το εθνικό αίτημα.

Ακόμα όμως περισσότερο ο Σβορώνος κατανοεί την συνείδηση ως απαραίτητο βασικό στοιχείο για την αλλαγή αλλά που ταυτόχρονα δεν είναι ικανό και αναζητά την «ικανότητα» αυτή σε άλλες προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την γέννηση του έθνους όχι μια διαδικασία αυθαίρετης κατασκευής αλλά η οποία υπόκειται σε περιορισμούς που σχετίζονται με προϋπάρχουσες ιστορικές συσσωματώσεις. Η οικονομική ενότητα των πληθυσμών, η χωρική ενότητα και ως αποτέλεσμα αυτών η πολιτισμική ενότητα των πληθυσμών μετατρέπουν την ερμηνεία γέννησης των εθνών από μια μεταφυσική εξήγηση σε ερμηνεία που παίρνει υπόψη της όλες τις παραμέτρους οι οποίες εξάλλου σε μεγάλο βαθμό εξηγούν και τα αίτια της αντοχής της εθνικής ιδεολογίας έναντι των εσωτερικών της αντιφάσεων. 

Η κυριαρχία εξάλλου της εθνικής ιδεολογίας και της συνείδησης ενός εθνικού «συνανήκειν» δεν πραγματοποιείται έξω από περιορισμούς που αφορούν την παραγωγή, τον τρόπο, τις δυνάμεις, τις σχέσεις της και το επίπεδο καταμερισμού της εργασίας. Δεν υπερβαίνει τους περιορισμούς της ταξικής συγκρότησης των κοινωνιών, των ταξικών συσχετισμών αλλά και της έκβασης της ταξικής σύγκρουσης που πραγματώνεται κάθε φορά στο επίπεδο του εποικοδομήματος. Η κυριαρχία αυτή δεν πραγματώνεται εξάλλου ούτε εκτός των ιδιαίτερων υλικών όρων,  μέσα στους οποίους πραγματοποιείται η εθνογένεση. Παραγόντων όπως το κλίμα, τη γεωμορφολογία, τα δημογραφικά δεδομένα, τους υφιστάμενους φυσικούς πόρους, την ανάπτυξη της τεχνολογίας και τα οποία μάλιστα δεν αφορούν μόνο τον εσωτερικό κύκλο διαδικασιών μιας πληθυσμιακής ομάδας που τείνει να μετασχηματιστεί σε έθνος αλλά και έναν ευρύτερο γεωγραφικό χώρο ο οποίος βρίσκεται σε διασύνδεση, επικοινωνία και αλληλεπίδραση με τον εσωτερικό.

Όλα αυτά τα δεδομένα που υφίστανται και πριν τους νεωτερικούς χρόνους αποτελούν προϋποθέσεις για τη συγκρότηση του έθνους οι οποίες είναι στην πραγματικότητα και οι προϋποθέσεις για την αλλαγή της συνείδησης. Είναι αυτά τα δεδομένα τα οποία έχουν δημιουργήσει τις προαναφερθείσες ενότητες -όπως τη γλώσσα- των οποίων η διάρκεια δημιουργεί ιστορικότητα και βεβαίως κάθε είδους συνέχειες που δεν είναι εθνικές αλλά πληθυσμιακά ενοποιητικές έτσι ώστε να μπορούμε να μιλάμε για εθνότητες και μη συντελεσμένα έθνη όπως κάνει ο Νίκος Σβορώνος.

Το ζήτημα της εμφάνισης του έθνους συνδέεται έτσι άμεσα και με  την ύπαρξη ενός ιδιαίτερου επιπέδου εμπορικών σχέσεων που επιτρέπουν την ανάδυση στρωμάτων της πόλης ως δρώντων στοιχείων που επιζητούν τον μετασχηματισμό του κοινωνικού περιβάλλοντος προς όφελος τους. Αυτά τα στρώματα και η παραγωγική τους δραστηριότητα που σχετίζεται όλο και περισσότερο με μια εκχρηματιζόμενη οικονομία που τείνει να βαθαίνει και τον καταμερισμό της εργασίας είναι αυτά που θέτουν σε κίνηση μια διαφοροποιημένη πνευματική σκέψη που τείνει να γεννήσει την ιδέα για το έθνος και το καταφέρνει όταν εμφανιστούν οι κατάλληλοι ιστορικοί όροι.

Κατ’ επέκταση η γέννηση του έθνους και της εθνικής ιδέας δεν είναι γέννημα του νεωτερικού κόσμου αυτού καθ’ αυτού αλλά συγκεκριμένων παραγωγικών σχέσεων μέσα από τις οποίες αναδύονται οι φορείς της εθνικής ιδέας δηλαδή των νέων στρωμάτων.  Το έθνος ιδωμένο ως πολιτική οντότητα είναι πράγματι δημιούργημα μιας ιδεολογικής διαδικασίας η οποία όμως συντελείται μέσα σε όρους και προϋποθέσεις που βρίσκονται στο επίπεδο του υλικού κόσμου και όχι του φαντασιακού.

Όπως σημειώνει και ο Νίκος Σβορώνος η σύλληψη της ιδέας του λαού έπεται των λαϊκών επαναστάσεων του 18ου και 19ου αιώνα, των επαναστάσεων δηλαδή που γίνονται από μεγάλες μάζες των μεσαίων και κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων και τάξεων .Υπό αυτή την έννοια το γεγονός ότι η νοηματοδότηση συγκεκριμένων πληθυσμιακών συσσωματώσεων έρχεται δεύτερη  μετά την ίδια την εμφάνιση τους δεν σημαίνει ότι αυτά δεν υπάρχουν ήδη προηγούμενα ως πραγματικές οντότητες (αντί για φαντασιακές κατασκευές που υπάρχουν μόνο όταν τις επινοήσουμε). Όπως λέει και μια γνωστή ρήση «δεν χρειάζεται να ανακαλύψουμε το οξυγόνο για να αρχίσουμε να αναπνέουμε».

Η πραγμάτευση γύρω από το σχήμα του Σβορώνου αφορά τρεις διαφορετικούς χρόνους. Ο πρώτος (στις αρχές της δεκαετίας του 1960) είναι αυτός κατά τον οποίο ο Σβορώνος γράφει το δοκίμιο, ο δεύτερος (στα μέσα του 2005 περίοδο κατά την οποία στην Ελλάδα η οικονομία λειτουργεί ακόμα με όρους «ανάπτυξης») είναι  αυτός κατά τον οποίο εκδίδεται το βιβλίο και διεξάγεται ο διάλογος για το έθνος, τέλος ο τρίτος (2018) είναι αυτός ο οποίος γράφεται η συγκεκριμένη εργασία. Οι θεωρήσεις των δύο ιστορικών δεν μπορούν έτσι να εξεταστούν και να ερμηνευθούν έξω και από το ιστορικό τους πλαίσιο στο οποίο εμφανίζονται.

 Το βιβλίο του Σβορώνου εκδίδεται τη δεκαετία του 2000 αλλά έχει γραφτεί στην Ελλάδα σε μια περίοδο κατά την οποία έχει προηγηθεί ο εμφύλιος πόλεμος, η νίκη της δεξιάς παράταξης  και η εγκαθίδρυση από τα τέλη της δεκαετία τους 40’ και του 50’ ενός αυταρχικού αντικομμουνιστικού κράτους που έχει ως πυρήνα του την εθνική ιδεολογία. Το έργο του Σβορώνου λοιπόν γράφεται ακριβώς τη «στιγμή» κατά την οποία έχουμε ένα βραχύβιο δημοκρατικό διάλλειμα με τις κυβερνήσεις της Ένωσης Κέντρου. Η θέση του Σβορώνου για το ελληνικό έθνος σχηματοποιείται και διατυπώνεται σε αυτή την περίοδο και αν και το έργο δεν εκδόθηκε ποτέ αποτελούσε ακριβώς μια ιστοριογραφική γέφυρα ανάμεσα στις παραδοσιακές εξιστορήσεις της εθνικής ιστορίας και στην μαρξιστική ανάγνωση για το ελληνικό έθνος. Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε αν η θεώρηση αυτή γεννήθηκε στον Σβορώνο εξαιτίας μιας ιδεολογικής αντίληψης που στόχευε σε μια ευρύτερη γεφύρωση ανάμεσα στο αστικό κράτος και τις παραδοσιακές αριστερές δυνάμεις της εποχής. Αυτό που εδώ ισχυριζόμαστε είναι ότι θα πρέπει να θεωρηθεί νόμιμη η εικασία ότι η επιλογή για την έκδοση του έργου του Σβορώνου την εποχή εκείνη ανταποκρινόταν στο αίτημα ενός πολιτικού γεφυρώματος κεντρώου χαρακτήρα που θα συνέβαλε στο ξεπέρασμα του εμφυλιοπολεμικού κλίματος της εποχής και θα επέτρεπε μια πολιτική κινητικότητα από τα αριστερά προς το κέντρο. Εκτός του ιστορικού χρόνου στη διαμόρφωση των θέσεων που εκφράζονται από τον έλληνα ιστορικό θα πρέπει να λάβουμε υπόψη και την προσωπική διαδρομή και επιλογές του Σβορώνου, την  ιδεολογική του τοποθέτηση αλλά και η συμμετοχή του στην εθνική αντίσταση με την ένταξη του στον ΕΑΜ-ΕΛΑΣ[33].

Αντίστοιχα οι θέσεις του Λιάκου δεν μπορούν να ερμηνευθούν έξω από τα σύγχρονα ιστορικά δεδομένα. Η παγκοσμιοποίηση και οι νέες ανάγκες των μεγάλων μονοπωλίων και των οικονομικών ελίτ οδήγησε στην δεκαετία του 1990 και τη δεκαετία του 2000 σε μια τάση ιδεολογικής αποκαθήλωσης του έθνους-κράτους. Οι νέες ανάγκες ακόμα μεγαλύτερης ελεύθερης κίνησης κεφαλαίων, εργατικού δυναμικού και εμπορευμάτων κατέστησε τις παλαιές εθνοκρατικές οντότητες βαρίδια που καθυστερούν μια τέτοια είδους εξέλιξη.

Αυτές οι μεταβολές στο οικονομικό πεδίο έχουν την αντανάκλαση τους και στις αντιλήψεις των κυρίαρχων ιστοριογραφικών τάσεων οι οποίες λειτουργούν σαν καλοί αγωγοί των οικονομικών αιτημάτων στον χώρο της διανόησης. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο έχουμε και την αμφισβήτηση της εθνικής ιστοριογραφίας, αμφισβήτηση η οποία δεν είναι ιδεολογικά ουδέτερη αλλά έχει πρόσημο καθώς αυτή γίνεται από συγκεκριμένες θέσεις. Με άλλα λόγια η αμφισβήτηση των εθνοκρατικών οντοτήτων γίνεται ταυτόχρονα με την αποδοχή των νέων ευρύτερων κοινωνικών υπερεθνικών σχηματισμών που προτείνονται από την κυρίαρχη τάξη και οι οποίοι κατασκευάζονται με βάση μια νεοφιλελεύθερη αρχιτεκτονική των ισχυρότερων κομματιών των οικονομικών ελίτ.

Ταυτόχρονα και ως αντίστροφη διαδικασία αντίδρασης έχουμε την ανάδυση ξανά ενός εθνικιστικού λόγου ο οποίος εκπροσωπεί σε μεγάλο βαθμό τους φόβους και τα συμφέροντα των πιο αδύναμων στρωμάτων του αστικού κόσμου και το οποίο επιδιώκει την αναπαραγωγή ενός παλαιότερου οικονομικού μοντέλου που λειτουργώντας περισσότερο σε εθνικό επίπεδο μπορούσε να εξασφαλίσει την αναπαραγωγή και ενδεχομένως την ανάπτυξη τους. Όπως στην περίπτωση του Νίκου Σβορώνου έτσι και σε αυτή του Αντώνη Λιάκου θα πρέπει να λάβει κανείς υπόψη και τις δικές του ιδεολογικές και πολιτικές καταβολές και πεποιθήσεις.

Αντίστοιχα και η οπτική της παρούσας εργασίας δεν ξεφεύγει ούτε αυτή από το οικονομικό και κοινωνικό περιβάλλον μέσα στο οποίο κατατίθεται και το οποίο χαρακτηρίζεται από την εποχή της μεγάλης οικονομικής κρίσης που διαρκεί ήδη οχτώ χρόνια στην Ελλάδα (2010-2018), περίοδο κατά την οποία έχουν διαψευσθεί  οι βεβαιότητες περί μιας διαρκούς οικονομικής ανάπτυξης . Από παρόμοιους περιορισμούς όμως δεν μπορεί παρά να εξαρτάται και η συγκεκριμένη εργασία καθώς αυτή γράφεται με τον υποφαινόμενο ο οποίος και αυτός διαβάζει και ερμηνεύει τα ιστορικά επίδικα που εδώ θέτονται έχοντας μια συγκεκριμένη οπτική  μαρξιστικού προσανατολισμού μέσα στο περιβάλλον της σύγχρονης ιστορικής οικονομικής κρίσης της Ελλάδας.

Η ανάγκη ωστόσο μιας όσο γίνεται πληρέστερης αναπαράστασης του παρελθόντος δεν μπορεί να αναιρείται από τους υπαρκτούς αυτούς περιορισμούς. Το αίτημα αποστασιοποίησης του ιστορικού παραμένει ζητούμενο και σε καμία περίπτωση η αναγνώριση των υποκειμενικοτήτων αυτών δεν αναιρεί τη δυνατότητα ανασύνθεσης του παρελθόντος. Υπό αυτή την έννοια η παρούσα εργασία γράφτηκε με γνώση τόσο των υπαρχόντων προϊδεασμών όσο και της έλλειψης της απαιτούμενης διεπιστημονικής γνώσης απαραίτητης για κάθε ιστοριογραφικό εγχείρημα η οποία εξάλλου παραμένει ένα διαρκές ζητούμενο.

Και πάλι όμως η ανάγκη αποστασιοποίησης του ιστορικού, η δυνατότητα σωστής χρήσης των ιστορικών τεκμηρίων και η δυνατότητα μιας ανασύστασης του παρελθόντος η οποία δεν θα συντρίβεται από τον υποκειμενισμό του ιστορικού δεν αναιρεί μια άλλη πραγματικότητα, «Η συγγραφή του ιστορικού έργου είναι πολιτική πράξη στο βάθος, όσο και αν ο ιστορικός μπορεί να διατείνεται ότι είναι μακριά από την πολιτική και ότι προσπαθεί να δει την ιστορία έξω από την πολιτική»[34].

Ούτε ο διάλογος που παρουσιάζεται στην παρούσα εργασία βρίσκεται εκτός του πλαισίου – και ούτε θα μπορούσε άλλωστε-  των προαναφερθεισών παρατηρήσεων.  Ο διάλογος για το έθνος  δεν μπορεί παρά να αποτελεί μέρος μιας συζήτησης που ακόμα και όταν θα γίνεται σε ιστοριογραφικό επίπεδο δεν θα ξεφεύγει ποτέ ολοκληρωτικά από τις πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές συγκυρίες οι οποίες εν πολλοίς καθορίζουν τα ερωτήματα που αυτή η συζήτηση κάθε φορά θα θέτει αλλά και τις απαντήσεις που θα δίνονται. 

 

[1] Μανόλης Σαββίδης (2005, Ιανουάριος 23), «Βίβλους κατά βαρβάρων», Το Βήμα, (Ημερομηνία πρόσβασης: 12-01-2018), http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=163788

[2] Νάσος Βαγενάς, (2005, Ιανουάριος 23), «Οι περιπέτειες της ελληνικής συνείδησης», Το Βήμα, , (Ημερομηνία πρόσβασης: 22-07-2018), http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=163786

[3] Ν. Βαγενάς. «Οι περιπέτειες», ό.π. σελ.10

[4] Στο ίδιο, σελ.11

[5] Νίκος Δεμερτζής, (2005, Φεβρουάριος 6),  «Πότε δημιουργήθηκε το ελληνικό έθνος», Το Βήμα, (Ημερομηνία πρόσβασης: 18-10-2017),  http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=164061

[6] Δεμερτζής, «Πότε δημιουργήθηκε», ό.π.

[7] Στο ίδιο, σελ.

[8] Στο ίδιο, σελ.

[9] Νάσος Βαγενάς, (2005, Μάρτιος 6) ,«Ένας φαντασιακός ορισμός», Το Βήμα, (Ημερομηνία πρόσβασης: 02-011-2017), http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=164663

[10] Βασίλης Κρεμμυδάς, (2005, Σεπτέμβριος 24), «Έθνος ορφανό από Ιστορία στις θεωρίες του Αντώνη Λιάκου», Τα Νέα, σελ.10, (Ημερομηνία πρόσβασης: 20-08-2018) ,https://tinyurl.com/yarxyngu

[11] Β. Κρεμμυδάς, «Έθνος ορφανό», ό.π.

[12] Στο ίδιο

[13] Θόδωρος Παρασκευόπουλος, «Αντώνη Λιάκου: ‘’Πώς στοχάστηκαν το έθνος αυτοί που ήθελαν να

αλλάξουν τον κόσμο;’’. Όλα παίζονται;», ,  (Ημερομηνία Πρόσβασης: 30-07-2018), http://nosferatos.blogspot.com/2011/12/blog-post_8415.html

[14] Θ. Παρασκευόπουλος, «Όλα παίζονται;», ό.π.

[15] Στο ίδιο

[16] Στο ίδιο

[17] Στο ίδιο

[18] Στο ίδιο

[19] Στο ίδιο

[20] Δημοσθένης Κούρτοβικ (2005, Μάρτιος 26), «Εθνική εποποιία, επική εθνοποιία»,  Τα Νέα, Αρ. Φύλου 18198, (Ημερομηνία Πρόσβασης: 22-07-2018), https://tinyurl.com/yarxyngu,

[21] Δ.Κούρτοβικ. «Εθνική εποποιία», ό.π.

[22] Στο ίδιο

[23] Χρήστος Χατζηιωσήφ, «Σύγχυση περιγραμμάτων και περιεχομένων», Ο Πολίτης 131, (3/2005), σελ.19

[24] Χ. Χατζηιωσήφ, «Σύγχυση περιγραμμάτων», ό.π , σελ.22

[25] Στο ίδιο, σελ.23

[26] Στο ίδιο, σελ.23

[27] Στο ίδιο, σελ.23

[28] Νάσος Βαγενάς, «Ο Σβορώνος και η διαμόρφωση του ελληνικού έθνους», Ο Πολίτης 131, (3/2005), σελ. 33

[29] Νίκος Σβορώνος, «Εβύθισα τη σκέψη μου μέσα στην πάσαν ώραν. Συνέντευξη με τον Νίκο Σβορώνο», Σύγχρονα Θέματα 35-36-37 (1988) , σελ. 36-71

[30] Ν. Βαγενάς, «Ο Σβορώνος», ό.π., σελ. 32

[31] Στο ίδιο, σελ. 32

[32] Στο ίδιο, σελ. 32

[33] Ν. Σβορώνος, «Συνέντευξη», ό.π., σελ.47-48

[34] Παρασκήνιο, (1983), Πως γράφεται η ιστορία;, Τηλεοπτική Εκπομπή, Αθήνα: Cinetic για την ΕΡΤ ΑΕ, http://archive.ert.gr/68828/


------∞------

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Βαγενάς, Νάσος,  «Ο Σβορώνος και η διαμόρφωση του ελληνικού έθνους», Ο Πολίτης 131 (3/2005), σελ. 30-37

Βαγενάς, Νάσος, «Οι περιπέτειες της ελληνικής συνείδησης», Το Βήμα, (23 Ιανουαρίου 2005), http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=163786 , (Ημερομηνία πρόσβασης: 22-07-2018)

Βαγενάς, Νάσος, «Ένας φαντασιακός ορισμός», Το Βήμα, (6  Μαρτίου 2005) , , http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=164663 , (Ημερομηνία πρόσβασης: 02-11-2017)

Δεμερτζής, Νίκος, «Πότε δημιουργήθηκε το ελληνικό έθνος», Το Βήμα, (6 Φεβρουαρίου 2005),  http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=164061, (Ημερομηνία πρόσβασης: 18-10-2017)

Κούρτοβικ , Δημοσθένης, «Εθνική εποποιία, επική εθνοποιία»,  Τα Νέα, Αρ. Φύλου 18198, (26 Μαρτίου 2005),  https://tinyurl.com/yarxyngu , (Ημερομηνία Πρόσβασης: 22-07-2018)

Κρεμμυδάς, Βασίλης,  «Έθνος ορφανό από Ιστορία στις θεωρίες του Αντώνη Λιάκου», Τα Νέα, (04 Σεπτεμβρίου 2005), https://tinyurl.com/yarxyngu , (Ημερομηνία πρόσβασης: 20-08-2018)

Λιάκος, Αντώνης,  Πως στοχάσθηκαν το έθνος αυτοί που ήθελαν να αλλάξουν τον κόσμο, Πόλις, Αθήνα 2005

Λιάκος, Αντώνης, «H ανακαίνιση της εθνικής ταυτότητας», Το Βήμα, (6 Μάρτιου 2005),    http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=164657 , (Ημερομηνία πρόσβασης: 08-02-2018)

Λιάκος, Αντώνης, «Μυθολογίες και αγιογραφίες»,  Το Βήμα, (6 Φεβρουαρίου 2005),   http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=164060 ,  (Ημερομηνία πρόσβασης: 11-12-2017)

Λιάκος, Αντώνης, «Προς επισκευήν ολομέλειας και ενότητος. Η δόμηση του εθνικού χρόνου», https://eclass.uoa.gr/modules/document/file.php/ARCH408/liakos_pros-episkeuin.pdf , (Ημερομηνία Πρόσβασης  30-05-2018)

Λιάκος, Αντώνης, «Καιρός να φτιάξουμε τους Έλληνες;», Το Βήμα, (3 Απριλίου 2005),   http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=165243 , (Ημερομηνία πρόσβασης: 10-01-2018)

Σαββίδης, Μανόλης, «Βίβλους κατά βαρβάρων», Το Βήμα, (23 Ιανουαρίου 2005), http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=163788 , (Ημερομηνία πρόσβασης: 12-01-2018)

Σβορώνος, Νίκος, Το ελληνικό έθνος. Γένεση και διαμόρφωση του νέου ελληνισμού, Πόλις, Αθήνα 2004

Σβορώνος, Νίκος, «Εβύθισα τη σκέψη μου μέσα στην πάσαν ώραν. Συνέντευξη με τον Νίκο Σβορώνο», Σύγχρονα Θέματα 35-36-37 (1988) , σελ. 36-71

Σβορώνος, Νίκος, Ανάλεκτα νεοελληνικής ιστορίας και ιστοριογραφίας, Θεμέλιο, Αθήνα 1999

Σβορώνος, Νίκος, Επισκόπηση της Νεοελληνικής Ιστορίας, Θεμέλιο, Αθήνα 1978

Σβορώνος, Νίκος (1983), Πως γράφεται η ιστορία;, Τηλεοπτική Εκπομπή «Παρασκήνιο», Αθήνα: Cinetic για την ΕΡΤ ΑΕ, http://archive.ert.gr/68828/

του Βασίλη Σουλιώτη

Δημοσίευση εργασίας σε τρία μέρη


του Βασίλη Σουλιώτη

Δημοσίευση εργασίας σε τρία μέρη


του Βασίλη Σουλιώτη

Δημοσίευση εργασίας σε τρία μέρη