Ο Τσε το επαναστατικό κόμμα, η σχέση του με το λαό.*


του Δημήτρη Καλτσώνη


Είναι, νομίζω, γνωστό και δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι ο Τσε υποστήριζε την ανάγκη ύπαρξης και πρωτοπόρας δράσης ενός επαναστατικού κόμματος το οποίο θα πρέπει να συγκεντρώνει την επαναστατική πρωτοπορία της εργατικής τάξης και των άλλων καταπιεζόμενων στρωμάτων και να βασίζεται στη μαρξιστική λενινιστική ιδεολογία. Το συμπέρασμα αυτό διατύπωνε με σαφήνεια στην εισαγωγή του βιβλίου «Το μαρξιστικό-λενινιστικό κόμμα» που εκδόθηκε από το υπό ίδρυση τότε «Ενιαίο κόμμα της σοσιαλιστικής επανάστασης της Κούβας».

Η εμπειρία της επανάστασης στη Κούβα τον είχε διδάξει ότι αυτό δεν είναι πάντα δεδομένο. Δεν αρκεί να αυτοπροσδιορίζεται ένα κόμμα ως πρωτοπορία της εργατικής τάξης. Πρέπει και να το αποδεικνύει στην πράξη. Στην προεπαναστατική Κούβα, το προεπαναστατικό κομμουνιστικό κόμμα, δέσμιο του σεχταρισμού, δεν μπόρεσε να αποτελέσει την πρωτοπορία του λαού. Σε τέτοια αναδείχθηκε το Κίνημα 26 Ιούλη με επικεφαλής τον Φιδέλ Κάστρο, τον Ραούλ Κάστρο, τον Τσε Γκεβάρα και άλλους που με πνεύμα ενωτικό, επαναστατικό και πρόγραμμα προσαρμοσμένο στις συνθήκες κατάφερε να προσελκύσει το λαό στον αγώνα.

           
Ο Τσε δεν έμεινε στις βασικές θεωρητικές παραδοχές που είχαν διατυπωθεί από τους θεμελιωτές του μαρξισμού. Τις εμπλούτισε με τη στάση ζωής, με το παράδειγμά του και, λιγότερο βέβαια, με θεωρητικές επεξεργασίες. Αυτό το έκανε τόσο κατά τη διεξαγωγή της επανάστασης όσο και μετά -πράγμα πιο δύσκολο-, όταν ήταν υπουργός Βιομηχανίας. Αυτόν τον εμπλουτισμό θα ήθελα να αναδείξω γιατί αποτελεί πολύτιμη παρακαταθήκη για την υπόθεση της κοινωνικής απελευθέρωσης των λαών.

           
Όλη η αγωνία που τον διακατείχε ήταν να μην διαρραγούν οι στενοί δεσμοί, δεσμοί αίματος, ανάμεσα στο επαναστατικό κόμμα και στο λαό. Όλη η έγνοια του ήταν να γίνει πραγματικά κυρίαρχος ο λαός, ο καθημερινός εργαζόμενος άνθρωπος.

           
Γι' αυτό, για παράδειγμα, στάθηκε αταλάντευτα στο πλάι του Φιδέλ Κάστρο και της λοιπής επαναστατικής ηγεσίας στην κρίση που ξέσπασε το 196
2. Εκείνη την περίοδο μια ομάδα υπό τον Άνιμπαλ Εσκαλάντε, στέλεχος του παλιού ΚΚ και στέλεχος στη συνέχεια του ενιαίου επαναστατικού κόμματος (στο οποίο είχαν συγχωνευθεί το Κίνημα 26 Ιούλη, το παλιό ΚΚ και άλλες οργανώσεις) κατέλαβαν μια σειρά θέσεις στον κομματικό και κρατικό μηχανισμό, παραμερίζοντας τους αγωνιστές της Σιέρα Μαέστρα και επέβαλλαν έναν αυταρχικό, γραφειοκρατικό, δογματικό τρόπο αντιμετώπισης του λαού και των προβλημάτων.

           
Ο Φιδέλ Κάστρο το Μάρτιο του 1962 μίλησε ανοιχτά για το πρόβλημα στην κουβανέζικη τηλεόραση. Απευθύνθηκε στο λαό για να τον ενεργοποιήσει για την επίλυση του προβλήματος. Ο Τσε επίσης με διάφορες ομιλίες και παρεμβάσεις του κατήγγειλε τις δεσποτικές μεθόδους, την ωραιοποίηση των καταστάσεων, τα παχιά λόγια και συνθήματα που χαρακτήριζαν τον Εσκαλάντε και το περιβάλλον του. Προέτρεψε ο Τσε, “να ακούσουμε τη φωνή του λαού, που είναι σε καλύτερη θέση να σε προσανατολίσει”, “ενάντια στη γραφειοκρατία και στο σεχταρισμό”[1].

           
Ο Τσε, λοιπόν, δεν αρκέστηκε να αναπαράγει απλώς τη λενινιστική θεωρία περί επαναστατικού κόμματος. Την εφάρμοσε και την εμπλούτισε δημιουργικά στην πράξη. Όπως έλεγε ο Φιδέλ Κάστρο,
«ο Τσε έφερε τις ιδέες του μαρξισμού-λενινισμού στην πιο δροσερή, στην πιο καθαρή και πιο επαναστατική έκφρασή τους».

           
Μπορούμε, για λόγους μεθοδολογικούς, να συνοψίσουμε την συμβολή του Ερνέστο Γκεβάρα στο ζήτημα αυτό σε πέντε άξονες.

           
1.Επέμενε διαρκώς ότι οποιοδήποτε πολιτικό ή οικονομικό σχέδιο πρέπει να είναι καρπός της δημοκρατικής συμμετοχής του λαού και όχι αυθαίρετη επιλογή της όποιας πρωτοπορίας ή γραφειοκρατίας. “Κάθε σχέδιο στο οποίο δε συμμετέχει ο λαός απειλείται σοβαρά με αποτυχία”, τόνιζε. Οι κοινωνικές αλλαγές, η επανάσταση «δεν μπορεί να προχωρήσει αν κάθε της κατάκτηση, κάθε της βήμα δεν γίνεται από το σύνολο των πολιτών, από όλες τις μάζες του λαού».

           
«Και εμείς οι ίδιοι, -έλεγε με άλλη ευκαιρία- μια κυβέρνηση επαναστατική, μέρος του λαού, έχουμε διδαχθεί ρωτώντας πάντοτε το λαό, χωρίς ποτέ να διαχωριζόμαστε από αυτόν. Διότι αυτός που διοικεί και απομονώνεται μέσα σε έναν γυάλινο πύργο, προσπαθώντας να καθοδηγήσει το λαό με φόρμουλες, είναι αποτυχημένος και βαδίζει στο δρόμο του δεσποτισμού».

           
2.Το επαναστατικό κόμμα, τα μέλη και τα στελέχη του πρέπει διαρκώς να βρίσκονται σε επαφή με το λαό, σε στενή διαλεκτική σχέση μαζί του. Αν χαθεί αυτή, είτε σε συνθήκες αγώνα στο έδαφος του καπιταλισμού είτε στο έδαφος του σοσιαλισμού, παραμονεύει η γραφειοκρατικοποίηση και ο εκφυλισμός του επαναστατικού κόμματος. “Το να είσαι σε επαφή με τους ανθρώπους, το να χορτάσεις επαφή με τους ανθρώπους, είναι ωφέλιμο για τη διοίκηση γιατί λόγω των καθηκόντων της είναι εκτεθειμένη στους κινδύνους της γραφειοκρατίας και της απομάκρυνσης από τις μάζες”.

           
Τα στελέχη του επαναστατικού κόμματος θα πρέπει να ελέγχονται από το λαό, τόσο σε συνθήκες καπιταλισμού όσο και, πολύ περισσότερο, σε συνθήκες σοσιαλισμού. Έλεγε: «Όποιος θέλει να είναι ηγέτης, θα πρέπει να μπορεί να αντιμετωπίσει την κρίση των μαζών, ή μάλλον να την υποστεί. Πρέπει να πεισθεί ότι διαλέχτηκε γιατί είναι ο καλύτερος ανάμεσα στους καλύτερους, με τη δουλειά του, με το πνεύμα θυσίας του, με την πρωτοποριακή του στάση σ’ όλες τις καθημερινές μάχες που δίνει το προλεταριάτο για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού».

           
3.Το επαναστατικό κόμμα είτε διεξάγει αγώνα ενάντια στην ολιγαρχία είτε κυβερνά πρέπει να λέει πάντοτε την αλήθεια, να μην κρύβει, να μην ωραιοποιεί, να μην συγκαλύπτει τα λάθη του. “Το σημαντικό δεν είναι να δικαιολογήσουμε το λάθος, είναι να εμποδίσουμε την επανάληψή του”. Ο ίδιος επίσης έλεγε:
«Ο τρόπος μου να φέρω σε πέρας τα πράγματα είναι να λέω την αλήθεια, προσωπικά πιστεύω ότι είναι το καλύτερο όλων».

           
4.Το επαναστατικό κόμμα πρέπει να είναι αδιάλλακτο ενάντια σε τυχόν προνόμια των στελεχών του. Είναι γνωστά διάφορα περιστατικά, είτε από τον αντάρτικο αγώνα είτε όταν ήταν υπουργός, που δείχνουν πόσο αδιάλλακτος ήταν στο ζήτημα αυτό. Δεν έχει καφέ για όλους, δεν θα πιεί κανείς, ούτε εγώ, είπε σε μια σύσκεψη. Διατήρησε την αντάρτικη συνήθεια να μοιράζει τα πάντα με τους γύρω του. Είναι γνωστή η σφοδρή αντίδρασή του όταν ο ταμίας του κινηματογράφου δεν θέλησε να τον κάνει να πληρώσει εισιτήριο ή όταν ο διευθυντής ενός εργοστασίου προσπάθησε να του χαρίσει ένα ποδήλατο για την κόρη του.

           
Θεωρητικοποιώντας τη στάση ζωής του έλεγε: «Πρέπει να ξεκόψουμε μια και καλή απ’ την ιδέα ότι το να είσαι μέλος μιας μαζικής οργάνωσης ή του καθοδηγητικού κόμματος της Επανάστασης … σου δίνει την παραμικρή δυνατότητα  να αποκτήσεις ο,τιδήποτε περισσότερο απ’ τους άλλους» ενώ με διάφορες ευκαιρίες καυτηρίαζε την «ευννοιοκρατία». Τέτοια ήταν η απόλυτα ξεκάθαρη τοποθέτηση του Γκεβάρα για ένα πρόβλημα που ταλάνισε τα πρώην σοσιαλιστικά κράτη αλλά, συχνά, σε μικρογραφία ταλανίζει και εργατικά κόμματα που βρίσκονται στην αντιπολίτευση σε συνθήκες καπιταλισμού. “Για μένα είναι αδιανόητο να προσφέρεις οικονομική ανταμοιβή σε ένα ηγετικό στέλεχος”.

           
5. Ο βαθύς ανθρωπισμός ξεχώριζε τον Τσε. Ο βαθύς ανθρωπισμός πρέπει να διακρίνει τους επαναστάτες. «Ο μαρξιστής πρέπει να είναι ο καλύτερος, ο πιο ολοκληρωμένος από τους ανθρώπους, αλλά πάντοτε και πριν απ’ όλα να είναι άνθρωπος». Στο άρθρο του “ο σοσιαλισμός και ο άνθρωπος στην Κούβα” τόνιζε: «πρέπει να έχεις πολλή ανθρωπιά και μεγάλη συναίσθηση της δικαιοσύνης και της αλήθειας για να μην πέσεις σ’ ένα υπερβολικό δογματισμό, σ’ ένα ψυχρό σχολαστικισμό και να μην απομονωθείς από τις μάζες».

           
Στο ίδιο κείμενο σημείωνε επίσης: «δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε ότι ο μαρξιστής δεν είναι μια αυτόματη και φανατική μηχανή… Ο Φιντέλ καταπιάνεται ξεκάθαρα μ’ αυτό το πρόβλημα σε μια από τις παρεμβάσεις του: «ποιος είπε ότι ο μαρξισμός είναι αποποίηση των ανθρώπινων συναισθημάτων, της συναδελφοσύνης, της αγάπης προς τον πλησίον, του σεβασμού, της φροντίδας για το σύντροφο;»».
Ο επαναστάτης «δεν μένει ποτέ ξένος στη ζεστασιά της ανθρώπινης επαφής».

           
Δίνοντας μια καθολική διάσταση τόνιζε ότι ο πραγματικός επαναστάτης οφείλει επίσης, αν θέλει να ανταποκρίνεται στην ιδιότητα αυτή, «να ξεσηκώνεται ενάντια σε κάθε τι άδικο, όποιος κι αν το έκανε». Αυτή είναι η κληρονομιά του Τσε. Ας σκεφτούμε ξανά. Ας σκεφτούμε βαθιά και ας πράξουμε.

 

*Ομιλία στην εκδήλωση «Ο ΤΣΕ ΤΩΝ ΙΔΕΩΝ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΡΑΞΗΣ», στις 24/10/2017.


[1]              Για τις παραπομπές βλ. Δ. Καλτσώνης, Ο Τσε για το κράτος και την επανάσταση, εκδ. Τόπος, 2012 και Π.Ι. Τάιμπο ΙΙ, Ερνέστο Γκεβάρα, εκδ. Κέδρος, 2005 και την έκδοση Ο Τσε μιλάει στους νέους, εκδ. Διεθνές Βήμα, 2004.