Η βασική αντίθεση στη σοσιαλιστική κοινωνία (Μέρος β')


του Δημήτρη Καλτσώνη


Γραφειοκρατία  και αστική τάξη

Ωστόσο, η αυτονόμηση των διοικούντων δεν τους καθιστά αστική τάξη. Το ηγετικό γραφειοκρατικό στρώμα δεν πρέπει να ταυτίζεται με την αστική τάξη ούτε το κοινωνικο-οικονομικό σύστημα της περιόδου αυτής με τον καπιταλισμό . Κανένα από τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά της καπιταλιστικής κοινωνίας, όπως αυτά αναλύθηκαν στο Κεφάλαιο δεν υπήρχε στην πρώην Σοβιετική Ένωση και στα άλλα κράτη. 

Δεν υπήρχε ιδιωτική ιδιοκτησία στα βασικά μέσα παραγωγής. Η εργατική δύναμη δεν ήταν εμπόρευμα, δεν πωλούνταν και αγοράζονταν από τους κεφαλαιοκράτες. Δεν υπήρχε ανεργία η οποία είναι βασικό στοιχείο της αγοραπωλησίας της εργατικής δύναμης. Οι διάφορες επιχειρήσεις δεν ανταγωνίζονταν μεταξύ τους αλλά υπόκειντο σε έναν πανεθνικό σχεδιασμό (χωρίς αυτό να αποτρέπει επιμέρους αντιθέσεις). Η αναρχία δεν χαρακτήριζε τη σοβιετική οικονομία, όπως συμβαίνει στις καπιταλιστικές οικονομίες. Η άντληση υπεραξίας δεν ήταν ο βασικός στόχος των επιχειρήσεων. Το οικονομικό σύστημα δεν χαρακτηριζόταν από περιοδικές κρίσεις υπερσυσσώρευσης και υπερπαραγωγής. Δεν παρατηρήθηκε η τάση σχετικής και απόλυτης εξαθλίωσης της εργατικής τάξης που χαρακτηρίζει την κεφαλαιοκρατική συσσώρευση .

Το ηγετικό γραφειοκρατικό στρώμα δεν είχε στην ιδιοκτησία του τα μέσα παραγωγής, ούτε ως συλλογική του ιδιοκτησία. Μπορεί να καρπωνόταν μεγαλύτερο μέρος του κοινωνικού προϊόντος από αυτό που αναλογούσε στην εργασία του αλλά αυτό δεν ταυτίζεται με το μηχανισμό άντλησης της υπεραξίας. Τα υλικά προνόμια της γραφειοκρατίας αποτελούσαν παραβίαση της σοσιαλιστικής αρχής κατανομής “στον καθένα ανάλογα με την εργασία του” αλλά δεν αποτελούσαν υπεραξία ούτε μπορούσαν να μετατραπούν σε κεφάλαιο στις συνθήκες της σοβιετικής και των άλλων σοσιαλιστικών κοινωνιών. Δεν παρατηρήθηκε η τάση αύξησης του βαθμού εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης που χαρακτηρίζει τον καπιταλισμό. Δεν υπήρχε ούτε διαρκής εισαγωγή νέων τεχνολογιών και σταθερού κεφαλαίου ούτε εντατικοποίηση της εργασίας. Αντίθετα, οι χώρες αυτές διακρίνονταν το τελευταίο διάστημα για τη δυσκολία ενσωμάτωσης των νέων τεχνολογιών στην παραγωγή και για ένα κλίμα εξαιρετικά χαμηλής παραγωγικότητας της εργασίας.

Το διευθυντικό γραφειοκρατικό στρώμα μπορεί, υπό προϋποθέσεις να γίνει τάξη εν τη γενέσει της. Αυτό επιβεβαιώθηκε στην πρώην Σοβιετική Ένωση, στην Κίνα και σε όλα τα πρώην σοσιαλιστικά κράτη, πλην της Κούβας. Η νέα αστική τάξη που εγκαθιδρύθηκε μετά τις ανατροπές, αποτελείται κατά ένα μέρος τουλάχιστον, από το πρώην διευθυντικό στρώμα. Για να γίνει αυτό όμως χρειάστηκαν δύο βασικοί παράγοντες: πρώτο, η πλήρης αποδόμηση του σοσιαλιστικού κράτους και, δεύτερο, η ιδιωτικοποίηση των βασικών μέσων παραγωγής. Οι όροι αυτοί πραγματοποιήθηκαν τη διετία 1989-1991 και λίγο μετά. Οι σημερινοί κεφαλαιοκράτες των χωρών αυτών προέρχονται κατά βάση από το στρώμα αυτό και λιγότερο, από τους απογόνους των ιδιοκτητών που απαλλοτριώθηκαν κατά την επανάσταση.


Η φύση της γραφειοκρατίας στο σοσιαλισμό


Από την άλλη, η κατανόηση της ακριβούς φύσης της γραφειοκρατίας στο σοσιαλισμό είναι πολύ σημαντική. Μας δίνει το κλειδί της εξέλιξης της πρώην ΕΣΣΔ και των άλλων χωρών. Εξηγεί πολλές αντιφάσεις της εσωτερικής και εξωτερικής τους πολιτικής. Η γραφειοκρατία ήταν σαν ένα καρκίνωμα. Αναπτυσσόταν μαζί και πάνω στον οργανισμό του σοσιαλιστικού κράτους. Τον χρωμάτιζε, τον αδυνάτιζε και τον αλλοίωνε βαθμιαία. 

Όσο η απόσταση της ηγετικής γραφειοκρατίας από την εργατική τάξη μεγάλωνε και γινόταν απόσπαση από αυτήν, τόσο τα αρνητικά φαινόμενα και οι αλλοιώσεις εκδηλώνονταν με μεγαλύτερη συχνότητα και συνέχεια, τόσο τα λάθη γινόταν δύσκολο να διορθωθούν. Η απόσπαση αυξανόταν όσο η κοινωνία απομακρυνόταν χρονικά από την επανάσταση του 1917 (και αντίστοιχα για τις άλλες χώρες), οπότε οι μνήμες, η θέση και η ετοιμότητα της εργατικής τάξης και του λαού εξασθενούσε, ενώ τα πολιτικά και υλικά προνόμια και η διαφθορά της γραφειοκρατίας αυξάνονταν. Έτσι, η γραφειοκρατία στη Σοβιετική Ένωση τη δεκαετία του 1930 δεν είχε τα ίδια χαρακτηριστικά με εκείνα της δεκαετίας του 1980. Η πρώτη δεν οδήγησε στην καπιταλιστική παλινόρθωση ενώ η δεύτερη το έπραξε. Η πρώτη υπερασπίστηκε (παρά τα λάθη και τις προβληματικές καταστάσεις που απέρρεαν από τη φύση της) σθεναρά το σοσιαλισμό ενώ η δεύτερη μετασχηματίστηκε σε αστική τάξη.

Η απόσπαση διευρυνόταν επίσης ανάλογα με τις συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες, τις ιδιομορφίες, τις παραδόσεις κλπ, ανάλογα με την επίδραση των άλλων αντιθέσεων στη βασική. Έτσι μπορούν να εξηγηθούν ακραία φαινόμενα γραφειοκρατικής στρέβλωσης όπως η διακυβέρνηση Ενβέρ Χότζα στην Αλβανία, του Ν. Τσαουσέσκου στη Ρουμανία ή του Κιμ Γιονγκ Ουν στη Β. Κορέα. Σε όλες πάντως τις περιπτώσεις, το ηγετικό γραφειοκρατικό στρώμα καθοδήγησε εν τέλει τη μετάβαση στον καπιταλισμό και μετατράπηκε σε αστική τάξη, άσχετα αν θυσίασε κάποιο εμβληματικό του πρόσωπο (περίπτωση Τσαουσέσκου).

Η γραφειοκρατική απόσπαση αποτελούσε την υλική βάση που ωθούσε στην παγίωση αρνητικών και λαθεμένων (από τη σκοπιά του μαρξισμού και των συμφερόντων της εργατικής τάξης) αντιλήψεων και πρακτικών. Ωθούσε στη λήψη αποφάσεων στο όνομα του λαού και όχι από το λαό. Επρόκειτο για ένα ιδιόμορφο πατερναλισμό. Έτσι, ακόμη και αποφάσεις που ήταν ευνοϊκές για τα λαϊκά συμφέροντα υπονομεύονταν μακροπρόθεσμα από το γεγονός της μη συμμετοχής του λαού. Μεγάλωνε παράλληλα σταδιακά η αδιαφορία για τη ζωή του λαού.

Ωθούσε στην παγίωση καταστάσεων άρνησης της κριτικής και της δημοκρατίας εν τέλει αφού η γραφειοκρατία ήθελε να έχει το αλάθητο και το ακαταδίωκτο. Η κριτική χαρακτηριζόταν συλλήβδην αντεπαναστατική και οδηγούσε συχνά σε σκληρά, καταπιεστικά μέτρα. Έτσι εξηγείται και η σφοδρότητα των εσωκομματικών αντιπαραθέσεων και εκκαθαρίσεων. Σε χώρες όπου η γραφειοκρατία δεν είχε εδραιωθεί, όπως η Κούβα, οι εσωκομματικές αντιπαραθέσεις δεν έφτασαν ποτέ στο σημείο της εκκαθάρισης και, ακόμη χειρότερα, της φυσικής εξόντωσης. Ο Φιδέλ Κάστρο, για παράδειγμα, ασκούσε κριτική στην ηγεσία του Στάλιν για την “πολιτική εκκαθαρίσεων με κάθε είδους καταχρήσεις εξουσίας στην ΕΣΣΔ” που οδήγησαν σε “κάθε είδους στρατηγικά λάθη, τόσο στον πολιτικό όσο και στον στρατιωτικό τομέα” .

 Η εδραίωση του γραφειοκρατικού στρώματος σήμαινε επίσης μια παγίωση της ροπής στις διοικητικές μεθόδους επιβολής  αντί για την πειθώ. Οδηγούσε στην έλλειψη εμπιστοσύνης προς το λαό, στην υποτίμηση του αυθόρμητου και στην υπερτίμηση του συνειδητού, στον βολονταρισμό. Η παγίωση της γραφειοκρατίας ωθούσε στην παγίωση αστικών και μικροαστικών πολιτικών προτύπων όπως ο αρχηγισμός, η ενίσχυση του ρόλου του ηγέτη σε βάρος της συλλογικότητας, ακόμη και η προσωπολατρεία.

Η άρνηση της δημοκρατίας σήμαινε ότι κρίσιμες αποφάσεις λαμβάνονταν χωρίς δημοκρατική συζήτηση στο λαό αλλά, καμιά φορά, ούτε στα ηγετικά κλιμάκια του κόμματος και του κράτους. Για παράδειγμα, η αποστολή σοβιετικών στρατευμάτων στο Αφγανιστάν δεν συζητήθηκε ούτε στο Ανώτατο Σοβιέτ, ούτε στην κυβέρνηση ούτε στο πολιτικό γραφείο του ΚΚΣΕ. Το “μεγάλο άλμα μπροστά” στην Κίνα αντίστοιχα δεν είχε την έγκριση ούτε της κυβέρνησης ούτε των ηγετικών κλιμακίων του ΚΚ Κίνας. Ενδεικτικό της απέχθειας προς τη δημοκρατική συζήτηση είναι το ότι στο κυβερνητικό Πολωνικό Ενοποιημένο Εργατικό Κόμμα οι ψηφοφορίες για την ανάδειξη των καθοδηγητικών οργάνων γίνονταν φανερά μέχρι το 1981 . Το ίδιο συνέβαινε στο ΚΚΣΕ τη δεκαετία του 1930. Είναι προφανές ότι σε τέτοιες συνθήκες η ψηφοφορία ελεγχόταν από τις ηγετικές ομάδες.

Η γραφειοκρατικοποίηση της ηγεσίας οδήγησε συχνά σε εθνικιστικού χαρακτήρα λάθη στην εξωτερική πολιτική αφού υπερεκτιμήθηκε η ανάγκη αυτοπροστασίας του σοσιαλιστικού κράτους και υποτιμήθηκε η ανάπτυξη του επαναστατικού κινήματος. Χαρακτηριστική είναι, από την άποψη αυτή, η αρχικά διστακτική θέση της ΕΣΣΔ στην υποστήριξη του επαναστατικού κινήματος στην Αγκόλα . Ένα πιο ακραίο παράδειγμα είναι η Κίνα και ιδίως η πρόκληση της στρατιωτικής σύγκρουσης το 1969 με τη Σοβιετική Ένωση  και αργότερα με το Βιετνάμ .

Στο επίπεδο της ιδεολογίας, η παγίωση της γραφειοκρατίας νόθευε τη μαρξιστική λενινιστική θεωρία εισάγοντας στοιχεία δογματισμού, βερμπαλισμού, εξωραϊσμού των καταστάσεων για να δικαιολογήσει τη θέση της αντί για την επιστημονική ανάλυση της ολοένα μεταβαλλόμενης πραγματικότητας. 

Προωθούνταν μια αντίληψη κοινωνικής αρμονίας για τη σοσιαλιστική κοινωνία. Σοβιετικό εγχειρίδιο του 1954 θεωρούσε ότι “η βασική ιδιομορφία αυτών των συγκρούσεων στη σοβιετική κοινωνία συνίσταται στο ότι δεν αποτελούν συγκρούσεις ανάμεσα στις παραγωγικές δυνάμεις και τις σχέσεις παραγωγής. Τέτιου είδους συγκρούσεις δεν υπάρχουν στην ΕΣΣΔ” . Σε άλλη παραλλαγή, θεωρούνταν ότι η προσαρμογή των παραγωγικών σχέσεων γίνεται σχεδόν αυτόματα, ενώ η έννοια των παραγωγικών σχέσεων αποσυνδεόταν από την έννοια της λαϊκής συμμετοχής και της εμβάθυνσης της δημοκρατίας . Οι μόνες αντιθέσεις που γίνονταν δεκτές ήταν εκείνες που προέκυπταν από τα κατάλοιπα του καπιταλισμού στην οικονομία ή στην ιδεολογία και βέβαια η αντίθεση με τη διεθνή αστική τάξη.

Όσο πλησίαζε ιστορικά στη μετατροπή της σε αστική τάξη, το γραφειοκρατικό στρώμα εισήγαγε στην ιδεολογία του στοιχεία σοσιαλδημοκρατικά. Με την παλινόρθωση το σύνολο σχεδόν των κομμάτων αυτών μετατράπηκαν σε σοσιαλδημοκρατικά. 


Βασική και άλλες αντιθέσεις

Η αντίθεση λοιπόν αυτή, που υπό προϋποθέσεις τείνει να γίνει ανταγωνιστική, χρωματίζει και κατευθύνει όλες τις υπόλοιπες αντιθέσεις της σοσιαλιστικής κοινωνίας. Για παράδειγμα, η αυτονόμηση της ηγετικής κρατικής γραφειοκρατίας μπορεί να οξύνει την αντίθεση ανάμεσα στη βιομηχανία και στην αγροτική οικονομία, όταν με αποφάσεις της, που δεν έχουν την έγκριση του λαού, επιχειρεί να λύσει προβλήματα. Αυτό ισχύει ακόμη και όταν οι λύσεις που δίνει είναι αντικειμενικά ορθές αλλά δεν έχει πειστεί ο λαϊκός παράγοντας για την ορθότητά τους.

Η βασική αντίθεση, στο βαθμό που δεν βρίσκεται σε πορεία επίλυσης, αντεπιδρά στις παραγωγικές δυνάμεις, καθυστερώντας τελικά την ανάπτυξή τους. Έτσι, παρατηρήθηκε ιστορικά ότι η αρχική απελευθέρωση των παραγωγικών δυνάμεων η οποία σημειώθηκε μετά τις επαναστάσεις, στη συνέχεια περιορίστηκε. Οδηγήθηκε στη στασιμότητα και στην οπισθοχώρηση. 

Αυτό εκφράστηκε με τον πιο καθαρό τρόπο στην κύρια παραγωγική δύναμη, στην εργασία. Η παραγωγικότητα της εργασίας, το ενδιαφέρον για την εργασία είναι ο κινητήριος μοχλός της σοσιαλιστικής οικονομίας. Ενώ την πρώτη περίοδο σημειώθηκε αλματώδης άνοδο της παραγωγικότητας της εργασίας, στη συνέχεια η αδιαφορία για την εργασία επικράτησε. Αυτό άρχισε να γίνεται στο βαθμό που οι εργαζόμενοι αισθάνονταν αποξενωμένοι ολοένα και περισσότερο από τις πολιτικές και οικονομικές αποφάσεις. 

Τα προβλήματα αυτά (πτώση του ενδιαφέροντος των εργαζομένων για την εργασία, υπερβολικά συγκεντρωτισμός σχεδιασμός καταρτισμένος χωρίς πραγματική δημοκρατική συζήτηση – άρα σε ένα βαθμό ανεδαφικός και αναποτελεσματικός) έγινε προσπάθεια να αντιμετωπιστούν με την επέκταση των εμπορευματικών σχέσεων τη δεκαετία του 1960 (μεταρρύθμιση Κοσίγκιν). Δηλαδή αξιοποιήθηκε ένα μέσο που δημιουργούσε άλλου είδους προβλήματα, αντί να καταφύγουν στο βασικό που θα μπορούσε να ξανατονώσει το ενδιαφέρον των εργαζομένων αλλά που θα έθιγε τα πολιτικά προνόμια της γραφειοκρατίας: αποκατάσταση της επαναστατικής δημοκρατίας, ουσιαστική δημοκρατική συμμετοχή τους στις πολιτικές και οικονομικές αποφάσεις.

Αντίστροφα, η βασική αντίθεση μπορεί να οξύνεται από την ύπαρξη άλλων αντιθέσεων. Για παράδειγμα, το γεγονός ότι η επανάσταση επικράτησε σε χώρα με χαμηλό επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, με μεγάλο ποσοστό μικροϊδιοκτησίας, με φεουδαρχικά κατάλοιπα, με χαμηλό μορφωτικό και πολιτιστικό επίπεδο του πληθυσμού, όλα αυτά ενέτειναν αντικειμενικά την τάση αυτονόμησης των διοικούντων, δυσχεραίνουν τη διαδικασία προσέλκυσης του λαού στη διαχείριση των υποθέσεών του. Άρα δυσχεραίνουν τη διαδικασία επίλυσης της βασικής αντίθεσης.

Η επίλυση της βασικής αντίθεσης που διέπει τη σοσιαλιστική κοινωνία επηρεάζεται επίσης καθοριστικά από τη βασική αντίθεση που διαπερνά την ανθρωπότητα. Επηρεάζεται δηλαδή από την αντίθεση εργατικής και αστικής τάξης με τρεις τουλάχιστον μορφές. Πρώτο, με τη μορφή της αντίθεσης ανάμεσα στα κράτη όπου η αστική τάξη διατηρεί την εξουσία και στα κράτη όπου έχουν επικρατήσει επαναστάσεις. Δεύτερο, με τη μορφή της αντίθεσης αστικής – εργατικής τάξης στο εσωτερικό των καπιταλιστικών χωρών. Οι διακυμάνσεις του συσχετισμού των δυνάμεων επιδρούν στις χώρες που επιχειρούν την οικοδόμηση του σοσιαλισμού (και αντίστροφα). Τρίτο, με τη μορφή των κατάλοιπων του καπιταλισμού (στην οικονομία στην πολιτική, στην ιδεολογία, στον πολιτισμό κλπ) που παραμένουν στο εσωτερικό των σοσιαλιστικών χωρών. Έτσι, στην πραγματικότητα πρέπει να γίνεται λόγος για τη βασική εσωτερική αντίθεση των σοσιαλιστικών κοινωνιών (διοικούντες – διοικούμενοι) και τη βασική εξωτερική αντίθεση (αστική τάξη – εργατική) που αλληλοεπιδρούν η μια στην άλλη.

Η βασική εσωτερική αντίθεση (όπως και η βασική εξωτερική) αντανακλώνται και επιδρούν στο πολιτικό, ιδεολογικό, νομικό, πολιτιστικό εποικοδόμημα. Και αντίστροφα, οι πολιτικές, ιδεολογικές, νομικές, πολιτιστικές σχέσεις -διαθέτοντας σχετική αυτοτέλεια- αντεπιδρούν στη βασική αντίθεση. Μπορεί να επιδρούν στην επίλυσής της στη μια ή στην άλλη κατεύθυνση. 

Θα ήταν όμως ημιτελής η προσέγγιση που θα απέδιδε την επίλυση της βασικής αντίθεσης προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση, αν υπερτιμούσε τη σημασία των πολιτικών κλπ αποφάσεων. Για την ακρίβεια, μια τέτοια ανάλυση θα έρρεπε προς τον ιδεαλισμό και στην άρνηση των βασικών αρχών του διαλεκτικού και ιστορικού υλισμού.

Για παράδειγμα, έχει σημασία να αξιολογηθεί η πολιτική της ηγεσίας του ΚΚΣΕ την περίοδο Στάλιν, Χρουτσιόφ, Κοσίγκιν, Μπρέζνιεφ, Γκορμπατσόφ κλπ. Δηλαδή να εκτιμηθεί πώς συνέβαλαν στην επίλυση της βασικής αντίθεσης και σε ποια κατεύθυνση. Πιο σημαντικό όμως είναι να ερμηνευθούν οι όποιες πολιτικές στο έδαφος και στο φως της βασικής αντίθεσης (και των άλλων δευτερευόντων αντιθέσεων βέβαια).

Προσεγγίσεις του τύπου “εκείνη την περίοδο όλα ήταν κατά βάση σωστά” ή το αντίστροφο, δεν μπορούν να εξηγήσουν γιατί την αμέσως επόμενη ή προηγούμενη όλα έγιναν λάθος ή το αντίστροφο. Πρόκειται για αναλύσεις που στέκονται στην επιφάνεια, στο εποικοδόμημα, πολιτικό και ιδεολογικό. Αδυνατούν να δουν την κοινωνία στην εξέλιξή της ερμηνευόμενη από τη βασική και τις άλλες αντιθέσεις. Πρέπει να εξηγήσουμε υλιστικά γιατί ελήφθησαν αυτές ή οι άλλες αποφάσεις, γιατί επικράτησαν αυτές και όχι κάποιες άλλες πολιτικές τάσεις.

Υπάρχουν απόψεις που κάνουν λόγο για οπορτουνιστική, σοσιαλδημοκρατική απόκλιση της ηγεσίας του ΚΚΣΕ που οφειλόταν στην επίδραση των υπολειμμάτων της αστικής τάξης και στην ιδεολογική επίδραση του ιμπεριαλισμού, της διεθνούς αστικής τάξης. Οι απόψεις αυτές είναι ορθές εν μέρει μόνο. Βλέπουν μια πλευρά, κάποιες από τις υπάρχουσες αντιθέσεις αλλά όχι τη βασική εσωτερική αντίθεση την οποία αποσιωπούν. Δεν εξηγούν έτσι πειστικά και ολοκληρωμένα γιατί επικράτησαν αυτές οι αποκλίσεις.

Μια τέτοια ερμηνεία δεν μπορεί να εξηγήσει γιατί η σοσιαλιστική Κούβα άντεξε σχεδόν μισό αιώνα τώρα απολύτως απομονωμένη και χωρίς τη ύπαρξη άλλων σοσιαλιστικών χωρών. Γιατί εκεί δεν υπήρξε τόσο καταλυτική (μέχρι σήμερα τουλάχιστον) η επίδραση των αστικών καταλοίπων και του διεθνούς ιμπεριαλισμού; Η απάντηση βρίσκεται προφανώς στο ότι η επίδραση αυτή δεν μπόρεσε να επικρατήσει εξαιτίας της μη γραφειοκρατικής απόσπασης της ηγεσίας από το λαό, σε ένα βαθμό τουλάχιστον, επειδή η βασική εσωτερική αντίθεση έτεινε μέχρι τώρα να λυθεί προς τη σωστή κατεύθυνση. Όσο το τελευταίο χαρακτηριστικό θα εξακολουθεί να υπάρχει, θα υπάρχει η δυνατότητα η σοσιαλιστική Κούβα να συνεχίσει την πορεία της.

Η αστική τάξη των ιμπεριαλιστικών χωρών και τα υπολείμματα της αστικής τάξης στο εσωτερικό της Σοβιετικής Ένωσης και των άλλων σοσιαλιστικών κοινωνιών δεν θα είχαν καταφέρει να ανατρέψουν τις επαναστατικές διαδικασίες, αν δεν στηρίζονταν στα φαινόμενα γραφειοκρατικής απόσπασης και εκφυλισμού των διευθυνόντων τα οποία σημειώθηκαν. 


Η διαδικασία επίλυσης της βασικής αντίθεσης


Ο δρόμος για την επίλυση της βασικής αντίθεσης περνά οπωσδήποτε μέσα από τη συνεχή, επίμονη και επίπονη προσπάθεια διαφύλαξης και εμβάθυνσης της επαναστατικής δημοκρατίας. Περνά μέσα από το συνεχή εργατικό και λαϊκό έλεγχο του διευθυντικού στρώματος και από τη διαρκή προσπάθεια ανύψωσης του μορφωτικού, πολιτιστικού και πολιτικού επιπέδου των εργαζομένων, της επιστημονικής τους γνώσης, ώστε να καθίσταται κάθε μέρα και πιο ουσιαστική η λαϊκή συμμετοχή και ο έλεγχος. Αυτό σημαίνει επαγρύπνηση, συνειδητή δηλαδή παρέμβαση για την ολοένα και πιο ουσιαστική εφαρμογή των επαναστατικών δημοκρατικών αρχών της Παρισινής Κομμούνας και των σοβιέτ: αιρετότητα, ανακλητότητα, εναλλαγή, έλεγχος, κατάργηση των προνομίων και αμοιβή των κρατικών στελεχών με συνηθισμένο εργατικό μισθό. Η προσπάθεια αυτή δεν μπορεί να είναι ευθύγραμμη. Επηρεάζεται από τις άλλες αντιθέσεις, εσωτερικές και διεθνείς.

Στο βαθμό που η διαδικασία αυτή προχωρά, μπορεί να πει κανείς ότι προχωρούν οι παραγωγές σχέσεις, βήμα προς βήμα, στάδιο προς στάδιο, από την τυπική κοινωνικοποίηση στην ουσιαστική. Αυτή η θετική πορεία θα έχει αντεπίδραση στις παραγωγικές δυνάμεις και πρωτίστως στην παραγωγικότητα της εργασίας αναπτύσσοντάς τες παραπέρα. Η περαιτέρω ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και του κοινωνικού πλούτου θα δημιουργεί την υλική βάση (ως δυνατότητα και πάλι, όχι ως αυτόματη μετατροπή σε πραγματικότητα) για να προχωρήσει στη συνέχεια πιο βαθιά η ουσιαστική κοινωνικοποίηση και η συμμετοχή των εργαζομένων, και ούτω καθεξής σε μια διαρκή σπειροειδή ανάπτυξη. Η θετική πορεία στην επίλυση της αντίθεσης διευθυνόντων και διευθυνομένων επιδρά επίσης ευεργετικά και στην επίλυση ή και υπέρβαση των άλλων αντιθέσεων

Κρίσιμο ζήτημα στη διαδικασία αυτή διαφύλαξης και εμβάθυνσης της δημοκρατίας αποτελεί ο ρόλος του επαναστατικού κόμματος της εργατικής τάξης. Το τελευταίο μπορεί και πρέπει να αποτελεί την προωθητική δύναμη. Η εμβάθυνση της επαναστατικής δημοκρατίας δεν μπορεί να γίνει μόνο αυθόρμητα. 

Ωστόσο, αντικειμενικά, ως κυβερνητικό κόμμα εμπλέκεται στη βασική αντίθεση, κυρίως η ηγετική του ομάδα, και είναι πιθανό (το έδειξε η ιστορική εμπειρία, σοβιετική και άλλη) να γίνει μέρος του προβλήματος. Άρα, καθοριστικής σημασίας ζήτημα είναι η διαφύλαξη του επαναστατικού και συνάμα του δημοκρατικού χαρακτήρα του κόμματος, η υποβολή του στον πιο άμεσο λαϊκό έλεγχο και η συνεχής αυτοκάθαρσή του μέσω της εφαρμογής στο εσωτερικό του των επαναστατικών δημοκρατικών αρχών της Κομμούνας του Παρισιού: αιρετότητα των στελεχών, ανακλητότητά τους, εναλλαγή, έλεγχος από τα μέλη, αμοιβή των στελεχών με ένα συνηθισμένο εργατικό μισθό, κατάργηση κάθε υλικού και πολιτικού προνομίου. Μόνο σε αυτή τη βάση μπορεί να διαφυλάξει την ιδεολογία του, τη σχέση του με την εργατική τάξη και τον επαναστατικό του ρόλο.

Τελικά, η αναγνώριση των κινδύνων απόσπασης του διευθυντικού στρώματος και του γραφειοκρατικού εκφυλισμού αποτελεί προϋπόθεση για την αναζωογόνηση της επαναστατικής προσπάθειας του 21ού αιώνα. Αυτό σε τίποτα δεν μειώνει τις σημαντικότατες κοινωνικές κατακτήσεις των λαών της Σοβιετικής Ένωσης (και των άλλων πρώην σοσιαλιστικών χωρών) καθώς και τη συμβολή τους στην αντιφασιστική νίκη και στην παγκόσμια ειρήνη κατά το τελευταίο μισό του 20ού αιώνα.