Πλημμύρες

του Πάβλο Νερούδα

 

Οι φτωχοί ζουν κάτω προσμένοντας να σηκωθεί

ο ποταμός μες τη νύχτα και να τους φέρει στη θάλασσα

έχω δει μικρές κούνιες που αρμένιζαν, κομμάτια

σπιτιών, καρέκλες και μια σεπτή οργή

από μαυροκίτρινα νερά που μέσα τους συγχέονται ο ουρανός

και ο τρόμος.

Για σένα μόνο είναι φτωχέ, η πλημμύρα, για τη γυναίκα σου και το σπαρτό σου

για το σκύλο σου και τα εργαλεία σου, για να μάθεις

να είσαι ζητιάνος.

Το νερό δεν ανεβαίνει στα σπίτια των αφεντάδων

που τα χιονισμένα κολλάρα τους πετούν απ'τα πλυντήρια.

Φάε αυτό τον ακαταμάχητο βόρβορο και αυτά τα ερείπια που κολυμπούν

με τους νεκρούς σου να τραβάνε γλυκά προς τη θάλασσα,

ανάμεσα στα φτωχικά τραπέζια και στα χαμένα δέντρα

που πάνε από τάφο σε τάφο δείχνοντας τις ρίζες τους.