Μάνα… ψυχή δεν σου αφήσανε, μόνο φωτογραφίες.


της Μ. Θαλασσινού Καϋμενάκη


Με κοιτάζει μέσα από την φωτογραφία του. Το βλέμμα μου μαγνητίζουν τα μάτια του. Μαύρα, πανέξυπνα, γελαστά, τόσο τρυφερά όπως τα μάτια ενός μικρού παιδιού.

 

Μετά κοιτάζω μια άλλη φωτογραφία, λίγο πιο παλιά. Όμορφο παλικαρίσιο πρόσωπο. Τα χέρια ψηλά σαν φτερούγες αετού που ετοιμάζεται να πετάξει. Στο ένα χέρι κρατά το μικρόφωνο. Νομίζω πως ακούω τη φωνή του.

-       Σιγά μη φοβηθώ.

 

Σε ένα ράφι της βιβλιοθήκης μια ακόμα πιο παλιά φωτογραφία. Με αυτήν μεγάλωσα. Η μάνα μου την είχε σαν εικόνισμα. Φθαρμένη, κιτρινισμένη. Είχε τραβηχτεί το 45 ή το 46, λίγο πριν τον καλέσουν στην ασφάλεια «δια υπόθεσήν του». 28 χρονών, μέτωπο μεγάλο, μάτια γλυκά και ένα χαμόγελο στα χείλη. Ήταν η εποχή με τις μεγάλες προσδοκίες.

Πήγε άφοβα με τη σιγουριά του πολεμιστή και μπήκε σαν ήρωας.. Είχε πολεμήσει το φασίστα κατακτητή και νόμιζε πως τον είχε νικήσει.

Στη μάνα του έμειναν μόνο οι φωτογραφίες και τα ματωμένα από την εκτέλεση ρούχα.

 

Άλλη φωτογραφία. Το παλικάρι πάνω σε αναπηρικό καρότσι να διαδηλώνει για τη λευτεριά της πατρίδας του και το δίκιο του λαού του. Τα πόδια του ακρωτηριασμένα από βομβαρδισμούς παλιότερους. Το πρόσωπό του ιδρωμένο, γεμάτο έξαψη να φωνάζει για το δίκιο, να καταγγέλλει το άδικο. Την άλλη μέρα μάθαμε πως τον είχαν σκοτώσει.

 

Κι άλλη φωτογραφία, κι άλλη…

Διαφορετικές φωτογραφίες, διαφορετικές εποχές, διαφορετικές ιστορίες. Ο ίδιος όμως παρονομαστής, ο φασισμός. Είτε με το πρόσωπο της «τάξης», είτε με το πρόσωπο του μαχαιροβγάλτη παρακρατικού, είτε με το πρόσωπο του «φιλήσυχου» ανθρωπάκου.

Ως πότε;

Ως πότε θα ΄χουμε μανάδες που θα ζουν με φωτογραφίες και ματωμένα ρούχα;