Εκμετάλλευση και υπερεκμετάλλευση

του Τζον Σμιθ[i]

μετάφραση: Άρης Ντα Κούνια Ντα Κώστα Ντίας

επιμέλεια: Διονύσης Περδίκης

 

Αναδημοσιεύεται από τον ιστότοπο mronline.org

 

Εισαγωγή

«Ο κομμουνισμός δεν είναι δόγμα αλλά κίνημα· εκκινεί όχι από πρώτες αρχές αλλά από τα δεδομένα», έγγραψε ο Φρίντριχ Ένγκελς. Οι ευρείες διεθνείς διαφορές στο βαθμό εκμετάλλευσης, η τεράστια παγκόσμια μετατόπιση της παραγωγής και του κέντρου βάρους της βιομηχανικής εργατικής τάξης σε χώρες και περιοχές που αυτό είναι μέγιστο, η δραματικά αυξημένη εξάρτηση των εταιριών που εδράζονται στις ιμπεριαλιστικές χώρες (και παρομοίως η ευημερία και κοινωνική ειρήνη σε αυτές) στα εισοδήματα αυτής της εκμετάλλευσης – αυτά είναι τα πιο σημαντικά δεδομένα για το νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό από τα οποία πρέπει να εκκινήσουμε. Οι ακραίοι βαθμοί εκμετάλλευσης στα εργοστάσια υφαντουργίας του Μπαγκλαντές, στις κινεζικές γραμμές παραγωγής και στα νοτιοαφρικανικά ορυχεία πλατίνας είναι ένα απτό, άμεσα παρατηρήσιμο γεγονός, που το βιώνουν κάθε μέρα στο πετσί τους εκατοντάδες εκατομμύρια εργάτες στις χώρες με χαμηλούς μισθούς. Δεν χρειαζόμαστε θεωρία για να το γνωρίζουμε αυτό, χρειαζόμαστε μόνο να αφαιρέσουμε τις παρωπίδες μας και να ανοίξουμε τα μάτια μας. Αλλά όντως χρειαζόμαστε μια θεωρία αν θέλουμε να καταλάβουμε ό,τι μπορούμε να δούμε και να εκτιμήσουμε τις συνέπειες που έπονται από αυτό.

 

Μονοπώλιο και ανταγωνισμός

Είναι χρήσιμο να αναλογιστούμε πως η εκμετάλλευση και η υπερεκμετάλλευση στέκονται σε σχέση με ένα άλλο ουσιαστικό συστατικό στοιχείο του ιμπεριαλισμού: τον ανταγωνισμό/μονοπώλιο. Το μονοπώλιο είναι εγγεγραμμένο στο DNA του καπιταλισμού – οι μεμονωμένοι κεφαλαιοκράτες δεν επιδιώκουν τόσο να ανταγωνιστούν όσο να βρουν ένα τρόπο να αποφύγουν τον ανταγωνισμό, να αποκτήσουν ένα πλεονέκτημα επί των αντιπάλων τους, να ασκήσουν κάποιου είδους μονοπώλιο που θα τους δώσει μεγαλύτερα του μέσου κέρδη. Ο ανταγωνισμός επέρχεται από τις αδιάκοπες προσπάθειες μεμονωμένων καπιταλιστών να παραβιάσουν τον θεμελιώδη νόμο της αξίας, δηλαδή, την ανταλλαγή ισοδύναμων μεταξύ πωλητή και αγοραστή. Η ξέφρενη παρόρμησή τους μπορεί να περιοριστεί μόνο από μια εξωτερική δύναμη, εξ ου και η ανάγκη για ένα κράτος και ένα σύστημα νόμων ανεξάρτητων από τους μεμονωμένους κεφαλαιοκράτες – και ως εκ τούτου, οι ακατάπαυστες προσπάθειες μεμονωμένων κεφαλαιοκρατών και ομάδων τους να καταλάβουν το κράτος ώστε να ικανοποιήσουν την πείνα τους για μονοπωλιακά κέρδη.

Το μονοπώλιο έρχεται σε πολλές μορφές. Κάποια αφορούν στην παραγωγή, π.χ. τεχνολογικές καινοτομίες που επιτρέπουν σε μεμονωμένους καπιταλιστές να παράγουν ένα δεδομένο εμπόρευμα πιο αποτελεσματικά από τους άλλους· άλλα στη διανομή (η επωνυμία ή άλλες μορφές μονοπώλησης στην αγορά, φραγμοί απέναντι σε νεοεισερχόμενους, κατάληψη του κράτους, προνομιούχα πρόσβαση σε φτηνές πρώτες ύλες και εισροές, κλπ.)· όλα μπορεί να είναι βραχύβια ή μακράς διαρκείας. Κοινό σε όλες τις μορφές μονοπωλίου είναι ότι αναδιανέμουν υπεραξία ανάμεσα σε κεφάλαια, δίνοντας τη δυνατότητα σε κεφαλαιοκράτες ή σε ομάδες τους να καρπώνονται επιπλέον κέρδη πουλώντας εμπορεύματα πάνω από τις τιμές παραγωγής του (prices of production) (δηλαδή τις τιμές που εξισώνουν το ποσοστό κέρδους) εις βάρος των υπολοίπων που αποσπούν μικρότερα κέρδη.

Από την άλλη μεριά, κανένα από αυτά δεν αυξάνει την ποσότητα υπεραξίας που είναι διαθέσιμη για αναδιανομή. Αυτό αληθεύει ακόμα και για τεχνολογικές καινοτομίες που ελαττώνουν την ποσότητα εργασίας που απαιτείται για να παραχθούν τα αγαθά κατανάλωσης των εργατών – μόνο όταν αυτή η καινοτομία γενικευτεί, δηλαδή όταν πάψει η μονοπώλησή της από έναν μεμονωμένο κεφαλαιοκράτη, επιφέρει την ελάττωση της αξίας της εργατικής δύναμης και μια αντίστοιχη αύξηση στο ποσοστό υπεραξίας – και μόνο εφόσον αν οι εργάτες δεν καταφέρουν να αποσπάσουν μεγαλύτερους πραγματικούς μισθούς από αυτά τα οφέλη.

 


Εκμετάλλευση και υπερεκμετάλλευση

Ενώ το μονοπώλιο αφορά στην αναδιανομή της υπεραξίας, η εκμετάλλευση αφορά στην απόσπασή της. Και όπως κάθε καπιταλιστής ονειρεύεται να γίνει μονοπώλιο, έτσι βρίσκεται στο DNA κάθε καπιταλιστή η αναζήτηση τρόπων μεγιστοποίησης της αποσπώμενης υπεραξίας. Στο Κεφάλαιο ο Μαρξ αναλύει λεπτομερώς δυο τρόπους που οι κεφαλαιοκράτες το κάνουν αυτό – επεκτείνοντας την εργάσιμη μέρα πέραν του ‘αναγκαίου χρόνου εργασίας’, δηλαδή του χρόνου που απαιτείται για την αντικατάσταση των αξιών που καταναλώνονται από τον εργάτη/τρια και την οικογένειά του/της, και που ο Μαρξ καλεί απόλυτη υπεραξία· και ελαττώνοντας τον αναγκαίο χρόνο εργασίας μέσω αυξήσεων της παραγωγικότητας που φτηναίνουν τα αγαθά κατανάλωσης των εργατών, κάτι που ονομάζει σχετική υπεραξία.

Και οι δυο τρόποι διαφέρουν από τη μείωση του αναγκαίου χρόνου εργασία λόγω ελάττωσης των επιπέδων εργατικής κατανάλωσης. Ο Μαρξ αναφέρει σε πολλά σημεία του Κεφαλαίου ότι ‘η συμπίεση του μισθού του εργάτη κάτω από την αξία της εργατικής του δύναμης’, ‘εξαιρείται της μελέτης μας λόγω της υπόθεσης μας ότι όλα τα εμπορεύματα, συμπεριλαμβανομένης της εργατικής δύναμης, πωλούνται και αγοράζονται στην πλήρη αξία τους·’ και επίσης δήλωσε ότι ‘η διάκριση ανάμεσα σε ποσοστά υπεραξίας σε διαφορετικές χώρες και επομένως ανάμεσα σε διαφορετικά εθνικά επίπεδα εκμετάλλευσης της εργασίας είναι εξολοκλήρου εκτός του πεδίου της παρούσας ερευνάς μας’ (για αναφορές και περαιτέρω συζήτηση, δείτε το βιβλίο Ιμπεριαλισμός στον Εικοστό Πρώτο Αιώνα, Imperialism in the Twenty-first Century).

Ούτε η απόλυτη υπεραξία, ούτε η σχετική υπεραξία, χωριστά ή σε συνδυασμό είναι σε θέση να εξηγήσουν από μόνες τους τις σχέσεις αξίας των σύγχρονων παγκοσμιοποιημένων δικτύων παραγωγής. Οι απόπειρες να το κάνουν αυτό αποτυγχάνουν τη δοκιμασία της θεωρητικής συνοχής – ο Μαρξ ρητά εξαίρεσε τη μείωση των επιπέδων κατανάλωσης των εργατών από αυτές τις έννοιες. Και αποτυγχάνουν την εμπειρική δοκιμασία – η μετατόπιση στην παραγωγή τόσων πολλών αγαθών κατανάλωσης προς τις χώρες χαμηλών μισθών σημαίνει ότι οι μισθοί και η παραγωγικότητα των εργατών σε αυτές τις χώρες έχουν γίνει βασικές ορίζουσες της σχετικής υπεραξίας στις ιμπεριαλιστικές χώρες. Αυτό που είναι καινούργιο είναι η τεράστια κλίμακά του· η εξαιρετική σημασία της συνεισφοράς του Ρούι Μάουρο Μαρίνι (Ruy Mauro Marini) στη μαρξιστική θεωρία του ιμπεριαλισμού βρίσκεται, εν μέρει, στην παρατήρησή του ότι κατά την εποχή που ζούσε ο Μαρξ, οι εισαγωγές φτηνότερου φαγητού και άλλων αγαθών κατανάλωσης που παράγονταν με υπερεκμεταλλευόμενη εργασία στις αποικίες και νεο-αποικίες της Βρετανίας βοήθησαν στην αύξηση της σχετικής υπεραξίας εντός της ίδιας της Βρετανίας, μειώνοντας τον αναγκαίο χρόνο εργασίας χωρίς να μειώσουν τα επίπεδα κατανάλωσης.

Αν οι έννοιες του Μαρξ της απόλυτης και σχετικής υπεραξίας είναι ανεπαρκείς για να εξηγηθούν οι πραγματικότητες της εκμετάλλευσης στα σύγχρονα παγκόσμια δίκτυα παραγωγής, τι άλλο χρειαζόμαστε; Η σύντομη απάντηση: μια θεωρητική σύλληψη της υπερεκμετάλλευσης. Όπως είδαμε, ο Μαρξ επανειλημμένα και ρητά εξαίρεσε και τη συμπίεση των μισθών κάτω από την αξία της εργατικής δύναμης και τις διεθνείς κυμάνσεις του ποσοστού υπεραξίας από τη ‘γενική θεωρία’ του, του κεφαλαίου. Η μείωση της αξίας της εργατικής δύναμης περιστέλλοντας τα επίπεδα κατανάλωσης (ή κάτι που είναι το ίδιο πράγμα, η μετατόπιση της παραγωγής σε χώρες που τα επίπεδα κατανάλωσης των εργατών και η αξία της εργατικής δύναμης είναι πολύ χαμηλότερα) είναι ένας διακριτός, τρίτος τρόπος να αυξηθεί η υπεραξία, και έχει αποκτήσει εξαιρετική σημασία κατά τη διάρκεια της νεοφιλελεύθερης εποχής, ως η κινητήρια δύναμη του μεγαλύτερου μετασχηματισμού της.

Η επανανακάλυψη αυτής της τρίτης μορφής υπεραξίας είναι η ρήξη που μας παρέχει το κλειδί για να απελευθερωθούν οι δυναμικές έννοιες που περιέχονται στο Κεφάλαιο, και έγινε από τον Άντι Χιγκινμπότομ (Andy Higginbottom) σε μια συνεδριακή δημοσίευση του 2009 με τίτλο Η Τρίτη Μορφή Αύξησης της Υπεραξίας[ii] (The Third Form of Surplus Value Increase), χτίζοντας πάνω στο έργο του Μαρίνι και αναπτύσσοντας την παραπέρα σε μια σειρά πρωτοποριακών δημοσιεύσεων και άρθρων ([iii]), ([iv]), ([v]), (βλ. εδώ, εδώ και εδώ). Στη δημοσίευσή του το 2009 έγραψε, «ο Μαρξ αναφέρεται σε τρεις ξεχωριστούς τρόπους που το κεφάλαιο μπορεί να αυξήσει την υπεραξία, αλλά ονομάζει μόνο δυο από αυτούς ως απόλυτη υπεραξία και σχετική υπεραξία. Τον τρίτο μηχανισμό, τη μείωση των μισθών κάτω από την αξία της εργατικής δύναμης, ο Μαρξ τον παραδίδει στη σφαίρα του ανταγωνισμού και εκτός της ανάλυσής του».

 

Συμπέρασμα – Ιμπεριαλισμός, μονοπωλιακός καπιταλισμός και υπερεκμετάλλευση

 

Τώρα μπορούμε να βάλουμε αυτά τα δυο συστατικά στοιχεία του καπιταλισμού – μονοπώλιο/ανταγωνισμός και εκμετάλλευση/υπερεκμετάλλευση – μαζί. Όπως είδαμε στην αρχή, κάθε καπιταλιστής ονειρεύεται να γίνει μονοπώλιο, αλλά για τους καπιταλιστές στο Βιετνάμ, στην Καμπότζη, στο Μεξικό και άλλες νότιες χώρες αυτά τα όνειρά τους μένουν απλά όνειρα· δεν έχουν άλλη επιλογή από το να στηρίζονται αποκλειστικά στην απόσπαση υπεραξίας από τους δικούς τους εργάτες υπερεκμεταλλεύοντάς τους μέχρι και πέραν εσχάτων – ή μάλλον, να βασίζονται πάνω στο τι τους απέμεινε αφού τα μονοπώλια και οι ιμπεριαλιστές έχουν πάρει το μερίδιό τους (Η Κίνα είναι μια εξαιρετικά σημαντική, αλλά ακόμα, μερική εξαίρεση, γι’ αυτό και είναι σε τροχιά σύγκρουσης με της υπάρχουσες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, αρχικώς την Ιαπωνία και τις ΗΠΑ). Από την άλλη μεριά, τα μονοπώλια και οι ιμπεριαλιστές έχουν την επιλογή να μοιραστούν κάποιες από τις μονοπωλιακές και ιμπεριαλιστικές προσόδους τους με τους δικούς τους εργαζόμενους – να εξαγοράσουν έτσι κοινωνική ειρήνη, να επεκτείνουν την αγορά για τα εμπορεύματά τους, και επίσης να χρηματοδοτήσουν κρατικές δαπάνες σκληρής και μαλακής δύναμης με στόχο την ενίσχυση της ιμπεριαλιστικής κυριαρχίας τους επί των υποκείμενων εθνών.

Κλείνοντας: η μονοπωλιακή παρόρμηση των κεφαλαιοκρατών, δηλαδή η επιθυμία να συλλάβουν υπεραξία εις βάρος άλλων κεφαλαιοκρατών, παρέα με την ακόρεστη επιθυμία τους για υπερεκμεταλλεύσιμη εργασία, συνδυάζονται για να ορίσουν την εγγενή στον καπιταλισμό, αδυσώπητη ιμπεριαλιστική τροχιά. Οι μετασχηματισμοί της νεοφιλελεύθερης εποχής αντιπροσωπεύουν όχι την αντικατάσταση του ιμπεριαλισμού, όπως λεγεώνες αρνητών του ισχυρίζονται ενώ δηλώνουν πίστη στο μαρξισμό, αλλά την αποκορύφωσή του.