Η ιστορία των μισθών των 5$ την ημέρα του Χένρι Φορντ: Δεν είναι αυτό που νομίζετε


Henry ford 1919.jpg


του Τιμ Γουόρσταλ

μετάφραση: Άρης Ντα Κούνια Ντα Κώστα Ντίας

Αναδημοσιεύεται από το www.forbes.com

 

Υπάρχει ένα επιχείρημα που εμφανίζεται κάποιες φορές για την απόφαση του Χένρι Φορντ να πληρώσει τους εργάτες του αυτούς τους περίφημους μισθούς των 5$ την ημέρα. Λέγεται ότι συνειδητοποίησε ότι θα έπρεπε να πληρώνει τους εργάτες του επαρκώς μεγάλα ποσά ώστε αυτοί να έχουν τα μέσα να αγοράσουν τα προϊόντα που παρήγαγαν. Με αυτόν τον τρόπο μπορούσε να επεκτείνει την αγορά για τα προϊόντα του.

 

Είναι προφανές ότι αυτή η ιστορία δεν δουλεύει: η Μπόινγκ σίγουρα θα είχε πρόβλημα αν έπρεπε να πληρώνει τους εργάτες της επαρκώς για να μπορούν να αγοράσουν ένα καινούργιο αεροσκάφος. Επίσης, είναι προφανώς αλήθεια ότι θες κάθε άλλον εργοδότη να πληρώνει τους εργαζόμενούς του αρκετά για να μπορούν να αγοράσουν τα προϊόντα σου: αλλά αυτό είναι κάτι άλλο από το να ισχυρίζεται κάποιος ότι ο Φορντ θα πρέπει να πληρώνει τους εργάτες του επαρκώς για να μπορούν να αγοράσουν αυτοκίνητα Φορντ.

 

Στην πραγματικότητα ο λόγος ήταν ο ρυθμός αλλαγής του προσωπικού του:

 

«Εκείνη την εποχή, οι εργάτες λάμβαναν περίπου 2,25$ την ημέρα, για τα οποία δούλευαν βάρδιες των εννέα ωρών. Ήταν αρκετά καλά λεφτά για εκείνες τις μέρες, αλλά η κούραση ήταν τόσο μεγάλη που πολλοί δεν άντεχαν. Ο ρυθμός αλλαγής του προσωπικού του Φόρντ ήταν πολύ υψηλός. Το 1913, η εταιρία Φορντ προσέλαβε περισσότερους από 52.000 άντρες για να διατηρήσει ένα εργατικό δυναμικό των 14.000 μόνο. Καινούργιοι εργάτες χρειάζονταν μια δαπανηρή περίοδο προσαρμογής, κάνοντας τα πράγματα χειρότερα για την εταιρία. Επίσης, κάποιοι εργαζόμενοι απλά έφευγαν από την αλυσίδα παραγωγής για να παραιτηθούν και να ψάξουν για δουλειά αλλού. Τότε η αλυσίδα σταματούσε και η παραγωγή αυτοκινήτων έπαυε. Το αυξημένο κόστος και οι καθυστερήσεις στην παραγωγή απέτρεπαν τον Φορντ να πουλάει τα αυτοκίνητά του στη χαμηλή τιμή που ήθελε. Δραστικά μέτρα απαιτούνταν αν ήταν να αυξήσει την παραγωγή»[i].

 

Ένα τέτοιο επίπεδο ρυθμού αλλαγής είναι τρομακτικά ακριβό: όχι μόνο ο χρόνος παύσης της αλυσίδας παραγωγής αλλά προφανώς και τα έξοδα εκπαίδευσης, ακόμα και το κόστος αναζήτησης νέου προσωπικού. Μπορεί όντως να είναι φτηνότερο να πληρώσεις τους εργάτες παραπάνω από το να μειώσεις το ρυθμό αλλαγής τους και τα σχετικά κόστη εκπαίδευσης. Κάτι που είναι ακριβώς αυτό που έκανε ο Φορντ. Όπως σημειώνει ο Πολ Κρούγκμαν, τα αποτελέσματα είναι προφανή:

 

«Αλλά σε κάθε περίπτωση υπάρχει ένα θεμελιώδες σφάλμα στο επιχείρημα: Σίγουρα τα πλεονεκτήματα του χαμηλού ρυθμού αλλαγής και του ανεβασμένου ηθικού της εργατικού σου δυναμικού προέρχονται όχι επειδή πληρώνεις υψηλό μισθό, αλλά διότι πληρώνεις έναν υψηλό μισθό ‘σε σχέση με τις άλλες εταιρίες’ – και είναι αυτό ακριβώς που δεν μπορεί να επιτύχει μια υποχρεωτική αύξηση του ελάχιστου μισθού για όλες τις εταιρίες»[ii].

 

Αν και το επιχείρημα από το παραπάνω απόσπασμα αναφέρεται στο θέμα του βασικού μισθού, εφαρμόζεται και στο ζήτημά μας. Το θέμα δεν είναι να πληρώνεις έναν ‘αξιοπρεπή μισθό’ ή κάτι τέτοιο· είναι να πληρώνεις ένα υψηλότερο μισθό από τους άλλους εργοδότες. Αυτό κάνει το εργατικό σου δυναμικό να σκέφτεται ότι έχουν μια καλή συμφωνία (για τον ξεκάθαρο λόγο ότι όντως έχουν) και αν οι εργάτες νομίζουν ότι έχουν μια καλή συμφωνία τότε είναι πιο πιθανό να έρθουν στην ώρα τους, νηφάλιοι και να δουλέψουν επιμελώς. Είναι πιο πιθανό να έρθουν απλά, κάτι που ήταν ένα από τα προβλήματα που προσπαθούσε να λύσει ο Φορντ.

 

Επίσης, δεν είναι αλήθεια ότι η προσφορά ήταν για 5$ την ημέρα σε μισθό. Τα πράγματα ήταν μάλλον πιο περίπλοκα από αυτό:

 

«Η τιμή των 5$ την ημέρα ήταν για τα μισά πληρωμή σε μισθό και τα άλλα μισά μπόνους. Το μπόνους ερχόταν με απαιτήσεις χαρακτήρα που επιβάλλονταν από την Οργάνωση Κοινωνικοποίησης. Αυτή ήταν μια επιτροπή που θα επισκέπτονταν τα σπίτια των εργαζομένων για να εξασφαλίσουν ότι αυτοί έκαναν τα πράγματα σύμφωνα με τον ‘αμερικάνικο τρόπο’. Υποτίθεται ότι έπρεπε να αποφεύγουν κοινωνικά κακά όπως τον τζόγο και το αλκοόλ. Έπρεπε να μάθουν αγγλικά, και πολλοί (κυρίως οι πρόσφατοι μετανάστες) έπρεπε να παρακολουθήσουν μαθήματα για να γίνουν ‘εξ-αμερικανισμένοι’. Οι γυναίκες δεν δικαιούνταν το μπόνους εκτός αν ήταν μόνες τους χωρίς άντρα και στήριζαν οικογένεια. Επίσης, οι άντρες δεν δικαιούνταν το μπόνους αν οι γυναίκες τους δούλευαν εκτός σπιτιού».

 

Έξω από τον στρατό, είναι δύσκολο να σκεφτούμε ένα αμερικάνικο εργατικό δυναμικό που θα αποδεχόταν τέτοιο πατερναλισμό ακόμα κι αν οι μισθοί διπλασιάζονταν σήμερα.

 

Επομένως, δεν ήταν 5$ την ημέρα και γινόταν στην πραγματικότητα για να μειωθεί το συνολικό εργατικό κόστος μέσω της μείωσης του ρυθμού εναλλαγής της εργασίας. Και σαν τελευταίο καρφί στο φέρετρο του επιχειρήματος ότι αυτό γινόταν για να μπορούν οι εργάτες να αγοράσουν τα αυτοκίνητα, υπάρχει αυτό[iii]:

 

Η παραγωγή αυτοκινήτων το έτος πριν την αύξηση των αποδοχών ήταν 170.000 οχήματα, το έτος της αύξησης ήταν 202.000. Όπως είδαμε πιο πριν το συνολικό εργατικό δυναμικό ήταν μόνο 14.000. Ακόμα κι αν όλοι οι εργάτες αγόραζαν ένα αυτοκίνητο κάθε χρόνο δεν πρόκειται να έκανε παρά οριακή την διαφορά των πωλήσεων της εταιρίας.

 

Και μπορούμε να πάμε παρακάτω. Όπως είδαμε η αύξηση στο ημερομίσθιο ήταν από 2,25$ σε 5$ (συμπεριλαμβάνοντας τα μπόνους κλπ.). Έστω 240 εργάσιμες μέρες το έτος και 14.000 εργάτες και λαμβάνουμε μια αύξηση στο κονδύλι μισθοδοσίας περίπου 9 και ¼ εκατομμύρια $ το χρόνο. Ένα Μοντέλο Τ κόστιζε μεταξύ 550$ και 450$ (ανάλογα την χρονιά). 14.000 αυτοκίνητα πωλούμενα σε αυτές τις τιμές μας δίνει μεταξύ 7 ¾ και 6 ¼ εκατομμύρια $ σε εισόδημα για την εταιρία.

 

Πρέπει να είναι προφανές ότι το να πληρώνεις το εργατικό δυναμικό επιπλέον 9 εκατομμύρια ώστε να αγοράσουν παραγωγή της εταιρίας αξίας 7 εκατομμυρίων $ απλά δεν είναι τρόπος να αυξήσεις τα κέρδη σου. Είναι εξαιρετικός τρόπος να αυξήσεις τις ζημίες.

 

Ο λόγος για τις αυξήσεις δεν ήταν αυτός που κάποιοι σύγχρονοί μας νομίζουν ότι ήταν. Δεν είχε καμία σχέση με το να δημιουργηθεί ένα εργατικό δυναμικό που να είναι σε θέση να αγοράζει τα προϊόντα. Ήταν να μειώσει το ρυθμό εναλλαγής και το χρόνο εκπαίδευσης του εργατικού δυναμικού· γιατί, ναι, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, αυξήσεις στους μισθούς μπορούν να μειώσουν το συνολικό εργατικό κόστος.