Ελλάδα: το φάντασμα του χρέους


του Μάικλ Ρόμπερτς[i]

μετάφραση: Άρης Ντα Κούνια Ντα Κώστα Ντίας

επιμέλεια: Διονύσης Περδίκης

 

Αναδημοσιεύεται από το ιστολόγιο thenextrecession.wordpress.com ενώ η αρχική δημοσίευση ήταν στις 22/5/2018.

 

[…] Πίσω στο 2010, η Ελλάδα άρχισε να βυθίζεται ταχέως κάτω από το Αιγαίο, χτυπώντας τον πυθμένα το 2015. Αλλά από τότε η οικονομία έχει μείνει κολλημένη στο βούρκο και μόλις που έχει κινηθεί.

Στο βιβλίο μου, Η Μακρά Ύφεση (The Long Depression) χαρακτηρίζω τη διαφορά μεταξύ μιας ‘συνηθισμένης’ κατάπτωσης στην καπιταλιστική παραγωγή και μιας ύφεσης. Η κατάπτωση λαμβάνει τη μορφή του γράμματος V στις επενδύσεις και την παραγωγή, προς τα κάτω και μετά προς τα επάνω. Αλλά η ύφεση μοιάζει περισσότερο με την τετραγωνική ρίζα: κάτω, κατόπιν μια μικρή ανάκαμψη, αλλά όχι στο προηγούμενο επίπεδο, και συνεχίζει να κινείται σε αυτό το ύψος. Η ελληνική οικονομία από την αρχή της κρίσης το 2010 ταιριάζει σε αυτό το σχήμα τέλεια.

Η οικονομία της Ελλάδας αναπτύχθηκε κατά 1,4% πέρυσι [το 2017, σ.τ.μ.] σημειώνοντας την πρώτη φορά που η πραγματική αύξηση [δλδ. μετά την αφαίρεση του πληθωρισμού, σ.τ.μ.] του ΑΕΠ ξεπέρασε το 1% μετά το 2007. Αλλά η εθνική παραγωγή είναι ακόμα κάτω του 22% από την προ-κρίσης κορυφή, «μια κατάρρευση της παραγωγής χωρίς προηγούμενο στα χρονικά της σύγχρονης Ευρώπης και που ανταγωνίζεται σε δριμύτητα την Μεγάλη Ύφεση [του 1930, σ.τ.μ.] στις ΗΠΑ»[ii], ενώ οι μέσοι πραγματικοί δείκτες βιοτικού επιπέδου (πραγματικοί μισθοί, συντάξεις, κοινωνική πρόνοια) είναι κατά 40% χαμηλότερα από την κορυφή. Η ανεργία παραμένει άνω του 20% και ανεργία των νέων είναι πιο κοντά στο 40%.

 

Πάνω από 600.000 έλληνες και μετανάστες εργάσιμης ηλικίας έχουν φύγει από την χώρα προς αναζήτηση εργασίας.

 

Και το ελληνικό κεφάλαιο παραμένει κατάκοιτο. Οι ακαθάριστες επενδύσεις ως ποσοστό του ΑΕΠ είναι περίπου στο ήμισυ της προ-κρίσης τιμής τους.

 

Επιπλέον, μέρος των ακαθάριστων επενδύσεων είναι η αντικατάσταση του υποτιμούμενου κεφαλαίου – όπως η αντικατάσταση φθαρμένων μηχανών ή η ανακαίνιση φθινόντων ξενοδοχείων. Οι καθαρές επενδύσεις (δλδ. ακαθάριστες επενδύσεις μείον αποσβέσεις) ήταν περίπου στο 10% του ΑΕΠ πριν την κρίση, υποδεικνύοντας ότι το απόθεμα κεφαλαίο αυξανόταν τότε. Όμως, οι καθαρές επενδύσεις πέφτουν απολύτως από το 2010, οπότε το εν ενεργεία κεφαλαιακό απόθεμα της χώρας φθίνει.

Οι επενδύσεις από τον ελληνικό ιδιωτικό τομέα είναι δέσμιες των χαμηλών εταιρικών κερδών (κάτι που περιορίζει τα διαθέσιμα κονδύλια για επένδυση) και των αδύναμων ισολογισμών των ελληνικών τραπεζών, όπως αυτό αντανακλάται στο κατά προσέγγιση 40% επί των συνολικών δανείων των ελληνικών τραπεζών τα οποία είναι μη εξυπηρετούμενα (και τα οποία περιορίζουν το διαθέσιμο τραπεζικό δανεισμό). Όντως, παρόλο που η κερδοφορία του ελληνικού κεφαλαίου εν τέλει έχει ανακάμψει λίγο – στηριζόμενη την ρευστοποίηση των αδύναμων και μικρότερων επιχειρήσεων, στην τεράστια ανεργία και στην μείωση στους πραγματικούς μισθούς – το ποσοστό κέρδους είναι ακόμα κάτω από το επίπεδο του 2010.

 

Και οι μικρές επιχειρήσεις και οι εργαζόμενοι αντιμετωπίζουν επίσης το τεράστιο βάρος των απότομα αυξημένων φόρων. Οι τελευταίοι αποσκοπούν στην επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων που θέτει η Τρόικα (η ΕΚΤ, το ΔΝΤ, και το Γιούρογκρουπ) και επιβλήθηκαν με μια σειρά προγραμμάτων ‘διάσωσης’ από το 2010. Το ελληνικό δημόσιο χρέος ήταν γύρω στο 110% του ΑΕΠ το 2010 καθώς το τσουνάμι που δημιούργησε η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κατάρρευση και η Μεγάλη Ύφεση έφτασαν τον αδύναμο ελληνικό καπιταλισμό. Αυτό το δημόσιο χρέος τώρα είναι γύρω στο 180% του ΑΕΠ. Γιατί;

 

Γιατί οι γερμανικές και γαλλικές τράπεζες απαιτούσαν την αποπληρωμή της πλήρους ονομαστικής αξίας των ελληνικών κρατικών και [ιδιωτικών, σ.τ.μ.] τραπεζικών ομολόγων που είχαν αγοράσει πριν το 2010 όταν οι τρέχουσες αποδόσεις τους ήταν τόσο υψηλές. Όμως οι ελληνικές τράπεζες δεν μπορούσαν πλέον να εξυπηρετήσουν αυτά τα ομόλογα καθώς οι έλληνες καπιταλιστές χρεοκοπούσαν ή αθετούσαν πληρωμές των τραπεζικών δανείων τους.

Το ελληνικό κράτος επίσης δεν ήταν σε θέση να διασώσει τις τράπεζες και να εκπληρώσει τις ομολογιακές υποχρεώσεις του καθώς η οικονομία κατέρρευσε. […]

Η λιτότητα ήταν πλέον στην ημερησία διάταξη. Οι εργαζόμενοι, ως φορολογούμενοι, αναγκάστηκαν να αναλάβουν το βάρος της εξυπηρέτησης και αποπληρωμής του χρέους του καπιταλιστικού τομέα. Πρώτα, ελληνικές συντηρητικές κυβερνήσεις συμφώνησαν με την Τρόικα σε μια σειρά περικοπών θέσεων εργασίας στο δημόσιο τομέα, σε περικοπές δημοσίων υπηρεσιών, σε ιδιωτικοποιήσεις και σε περικοπές συντάξεων για να ‘σταθεροποιηθεί’ το χρέος. Αλλά παρά τις θυσίες, διαδοχικά προγράμματα διάσωσης απέτυχαν να αποκαταστήσουν την οικονομία. Έτσι, συνομολογήθηκαν περισσότερα δάνεια από τις επίσημες υπηρεσίες, παρέα με ακόμη περισσότερη λιτότητα.

Μετά το αριστερό κόμμα του ΣΥΡΙΖΑ κέρδισε τις εκλογές το 2015, υποσχέθηκε να αντιταχθεί σε κάθε επιπλέον λιτότητα, και κάλεσε σε άρνηση του χρέους. Και, όπως γνωρίζουμε, τον Ιούλιο του 2015 ο ελληνικός λαός ψήφισε 60-40 για να απορρίψει τα μέτρα της Τρόικας. Αλλά μέσα σε μερικές μέρες από εκείνο το δημοψήφισμα, η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ υπέκυψε στην πίεση του κεφαλαίου καθώς η ΕΚΤ απέσυρε την πίστωση και την υποστήριξη στις ελληνικές τράπεζες και αυτές έκλεισαν. Ο ΣΥΡΙΖΑ υπέγραψε για ένα καινούργιο πρόγραμμα που εν τέλει έφτασε το χρέος στο τωρινό επίπεδο του 180% του ΑΕΠ.

 

[…] όπως το θέτει μια πρόσφατη έκθεση μερικών κορυφαίων ορθόδοξων [αστών, σ.τ.μ.] οικονομολόγων: «Ένα φάντασμα στοιχειώνει την Ελλάδα και στο ίδιο βαθμό τους πιστωτές της. Υπό εύλογες εκτιμήσεις ανάπτυξης, επιτοκίων και δημοσιονομικών επιδόσεων, το δημόσιο χρέος είναι μη βιώσιμο, όπως οι επίσημοι πιστωτές της έχουν πρακτικά αναγνωρίσει»[iii]. Παρά την αέναη λιτότητα στη μορφή ετήσιων πλεονασμάτων του προϋπολογισμού, το επίπεδο χρέους έχει παραμείνει αδιατάρακτο – καθώς όσο γρήγορα κι αν η κυβέρνηση κόβει δαπάνες, τόσο γρήγορα τα δάνεια συνεχίζουν να αυξάνουν – όχι για να χρηματοδοτηθούν δημόσιες υπηρεσίες αλλά για να αποπληρώνονται προηγούμενα δάνεια στο ΔΝΤ και την ΕΚΤ!

[…] [Το Γιούρογκρουπ, σ.τ.μ.] δεν θέλει καμία πραγματική περικοπή της ονομαστικής αξίας του χρέους που εκκρεμεί (μια διαγραφή χρέους), το οποίο βλέπει να θέτει ένα προηγούμενο ότι μελλοντικοί οφειλέτες μπορεί να την γλιτώσουν χωρίς να πληρώσουν εν τέλει.

Το Γιούρογκρουπ ισχυρίζεται ότι οι έλληνες πρέπει να είναι σε θέση να εξυπηρετήσουν το χρέος και να αναπτυχθούν τώρα που εκπλήρωσαν τους όρους του τελευταίου προγράμματος, και έτσι λοιπόν μπορούν να επιστρέψουν σε κανονικές συνθήκες δανειζόμενοι από τις παγκόσμιες αγορές. Το ΔΝΤ και οι περισσότεροι οικονομολόγοι διαφωνούν. Το ΔΝΤ θεωρεί ότι το βάρος του χρέους είναι πολύ μεγάλο για να εξυπηρετηθεί από γενεές ελλήνων μέσω φορολογίας και περικοπών επ’ αορίστων. Έτσι, το ΔΝΤ είναι υπέρ μιας μορφής ελάφρυνσης χρέους (παράταση του χρόνου αποπληρωμής και χαμηλότερα επιτόκια). Αλλά επίσης, θέλει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ να ακολουθήσει ένα νεοφιλελεύθερο πρόγραμμα με: αποδεκατισμό συνδικαλιστικών δικαιωμάτων, απορύθμιση αγορών και συνέχιση των ιδιωτικοποιήσεων. Όπως το έθεσε το ανακοινωθέν του ΔΝΤ: «Παρά την πρόοδο στο δομικό μέτωπο, η γενική πρόκληση για την Ελλάδα παραμένει η φιλελευθεροποίηση των περιορισμών που χειροτερεύουν το επενδυτικό της κλίμα. Επομένως, οι αρχές πρέπει να ξανασκεφτούν τα σχέδιά τους να αντιστρέψουν τις μεταρρυθμίσεις-ακρογωνιαίο λίθο για τις συλλογικές διαπραγματεύσεις μετά το πέρας του προγράμματος, και αντιθέτως να επικεντρώσουν στο διπλασιασμό των προσπαθειών να ανοιχτούν ακόμα προστατευμένες αγορές προϊόντων και υπηρεσιών, έτσι ώστε να διευκολυνθούν οι επενδύσεις και να δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας»[iv].

 

Η πραγματικότητα είναι ότι με την ελληνική οικονομία απίθανο να μεγεθύνεται με περισσότερο από 2% ανά έτος μετά πληθωρισμού για το προβλέψιμο μέλλον και με το βάρος χρηματοδότησης του χρέους να βρίσκεται στο 15% του ΑΕΠ για κάθε χρόνο και να αυξάνει, δεν υπάρχει περίπτωση ο ελληνικός καπιταλισμός να δραπετεύσει από το φάντασμα της φυλακής των οφειλετών.

Στο τέλος του 2015, το 75% του ελληνικού δημόσιου χρέους ήταν στη μορφή θεσμικών [κρατικών, σ.τ.μ.] δανείων. Οι θέσεις σε ομόλογα των ευρωπαϊκών κεντρικών τραπεζών ανέρχονταν σε ένα πρόσθετο 6%, ενώ ένα επιπλέον ποσοστό βρίσκονταν σε χέρια (σε μεγάλο βαθμό κρατικής ιδιοκτησίας) ελληνικών τραπεζών. Ακόμα κι αν η Ελλάδα επιτύχει έναν γενικά ισοσκελισμένο προϋπολογισμό φέτος, νέος δανεισμός θα χρειαστεί στο μέλλον. Το τρέχον δάνειο των 16 δισ. € από το ΔΝΤ πρέπει να αποπληρωθεί μέχρι το 2021, και το ομόλογο των 20 δισ. € της ΕΚΤ και των εθνικών κεντρικών τραπεζών μέχρι το 2016. Το τρέχον κεφάλαιο των ομολόγων των 3 δισ.  € προ-2012, τα οποία δεν αναδιαρθρώθηκαν το 2012, επίσης χρειάζεται να αποπληρωθεί. Η αποπληρωμή των εναπομεινάντων ομολόγων 31 δισ. €, τα οποία ήταν το αποτέλεσμα της αναδιάρθρωσης του 2012 θα επανεκκινήσει το 2023. Τα 53 δισ. των διμερών δανείων από τους εταίρους της Ευρωζώνης τα οποία δόθηκαν κατά το πρώτο πρόγραμμα οικονομικής βοήθειας θα πρέπει να αποπληρωθούν μεταξύ 2020 και 2041, σύμφωνα με το τρέχον πρόγραμμα.

Όπως το έθεσε γλαφυρά η ομάδα οικονομολόγων: «Η επίτευξη βιωσιμότητας χρέους χωρίς ελάφρυνση στην ονομαστική αξία του χρέους, … συνεπάγεται μια μεγάλη αύξηση της συνολικής έκθεσης στην Ελλάδα του ευρωπαϊκού επίσημου τομέα από τα τωρινά αναμενόμενα επίπεδα του τέλους του 2018, δηλαδή κατά 50% ή παραπάνω. Επίσης, σημαίνει ότι η Ελλάδα θα αποπληρώνει χρέη προς τους ευρωπαίους επίσημους πιστωτές βαθιά μέσα στον 22ο αιώνα.[v]»!

 

Καθώς η οικονομία σέρνεται στον πυθμένα, η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να προσφέρει ανακούφιση στους ψηφοφόρους της από την συντριπτική φτώχια και τα φορολογικά βάρη που υποφέρουν. Όντως, την 1 Ιανουαρίου 2019, οι συντάξεις, ήδη βαριά περικομμένες, αντιμετωπίζουν άλλο ένα κόψιμο μέχρι 18%. Η κυβέρνηση ζητάει διευκόλυνση του χρέους από την Τρόικα αλλά αυτό που χρειάζεται στα αλήθεια είναι ακύρωση του χρέους· κατάλληλη φορολόγηση των πολύ πλούσιων που συνεχίζουν να αποφεύγουν οποιοδήποτε αυστηρό μέτρο· η δημόσια ιδιοκτησία των τραπεζών και των μεγάλων εταιριών που άρχουν επί των ελληνικών επενδύσεων και ένα κρατικό πρόγραμμα επενδύσεων. Αυτό χρειαζόταν όταν έγινε το δημοψήφισμα του 2015 και ο ελληνικός λαός καταψήφισε τα μέτρα της Τρόικας. Τρία χρόνια μετά, τίποτα δεν έχει αλλάξει στ’ αλήθεια και σαν αποτέλεσμα, στις επόμενες εκλογές η συμμετοχή θα βουλιάξει και ο ΣΥΡΙΖΑ μάλλον θα χάσει και θα αντικατασταθεί από ένα δεξιό συνασπισμό.