Οι μαρξιστές δεν πρέπει ποτέ να ξεχνούν τη διαλεκτική σχέση πολιτικού-κοινωνικού*

του Φάνη Παππά

 

1. Καθώς η κρίση και η άγρια λιτότητα συνεχίζονται αμείωτες, στη μέση της θητείας της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, το ζήτημα του Μετώπου των δυνάμεων της αντικαπιταλιστικής - αντιμνημονιακής Αριστεράς έρχεται εκ των πραγμάτων στο προσκήνιο. Ποια είναι κατά τη γνώμη σας η γενική τοποθέτηση του ζητήματος σήμερα;

 

Η δεξιά πολιτική της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ- ΑΝΕΛ, που πήρε το περήφανο, έστω και με τις αντιφάσεις του, ΟΧΙ του 61,3% του ελληνικού Λαού και το μετέτρεψε στο 3o Μνημόνιο σε μία βδομάδα είχε, ανάμεσα στ’ άλλα, ως αποτέλεσμα ένα καίριο πλήγμα στην έννοια της Αριστεράς ως παραγωγού πολιτικής δικαιοσύνης για την εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά μεσαία στρώματα της χώρας στην πόλη και την ύπαιθρο. Έσπειρε τεράστια απογοήτευση στη συντριπτική πλειοψηφία όλων αυτών των Ελλήνων που, έστω και με «θολούρες», είχαν γεμίσει τις πλατείες κι έδειχναν διάθεση με τους μαζικούς τους αγώνες στην αρχή της κρίσης (2010-2012) να αντιπαλέψουν τα μνημόνια και να κινηθούν κατ’ αρχήν σε αντιιμπεριαλιστική (αντι- ΕΕ/ΔΝΤ/ΕΚΤ) κατεύθυνση πάλης. Αποτέλεσμα αυτής της απογοήτευσης είναι η περαιτέρω απομαζικοποίηση των συνδικάτων που καθιστά την προσπάθεια ανάπτυξης αντιιμπεριαλιστικών- αντιμονοπωλιακών αγώνων ακόμα πιο δύσκολη.

Η αντίδραση, λοιπόν, απ’ τη μεριά της εργατικής τάξης και των συμμάχων της είναι αδύναμη κι απολύτως δυσανάλογη σε σχέση με την επίθεση που έχουν δεχτεί στα δικαιώματά τους σε όλα τα επίπεδα. Επιπρόσθετα η εξάρτηση της χώρας μας από τον Αμερικάνικο και Ευρωενωσιακό ιμπεριαλισμό έχει βαθύνει, στην προσπάθεια του ντόπιου και ξένου κεφαλαίου να ξεπεράσει την καπιταλιστική κρίση.

Μόνο με τη συγκρότηση ενός αντιιμπεριαλιστικού-αντιμονοπωλιακού-δημοκρατικού πολιτικού και κοινωνικού Μετώπου (ΑΑΔΜ) και με την επιλογή των κατάλληλων στόχων πάλης, που θα δίνουν απάντηση στο σήμερα της ζοφερής κατάστασης των εργαζομένων αλλά και θα ανοίγουν την προοπτική για το αύριο μιας άλλης κοινωνίας, μπορεί να γίνει δυνατόν να «εμπνευστούν» πάλι η εργατική τάξη και τα λαϊκά μεσαία στρώματα της πόλης και του χωριού, ώστε να ξαναβγούν στον δρόμο διεκδικώντας όσα τελικά τους ανήκουν. Αυτό το Μέτωπο πρέπει να οικοδομηθεί από συγκεκριμένες κοινωνικές δυνάμεις οι οποίες έχουν ζωτικό συμφέρον από την αποτίναξη του ζυγού του ξένου και ντόπιου μεγάλου κεφαλαίου. Αυτές είναι η εργατική τάξη, οι μικρομεσαίοι αγρότες, οι μικρομεσαίοι ΕΒΕ, η εργαζόμενη διανόηση, οι άνεργοι. Οι κοινωνικές αυτές δυνάμεις θα σφυρηλατούν τους δεσμούς τους μέσα στους κοινωνικούς αγώνες που θα εξελίσσονται και που πρέπει να αναπτυχθούν.

 Εδώ βρίσκεται και η σημερινή ιστορική ευθύνη των δυνάμεων της αντικαπιταλιστικής- αντιμνημονιακής Αριστεράς, οι οποίες, σε πολιτικό επίπεδο, πρέπει να ξεπεράσουν αγκυλώσεις, παθογένειες και ιδεοληψίες του παρελθόντος και να  συμβάλουν στη συγκρότηση αυτού του λαϊκού, πατριωτικού Μετώπου. 

 

2. Η προγραμματική βάση έμπαινε πάντα σε πρώτο πλάνο σε συζητήσεις για τη συνεργασία των δυνάμεων της Αριστεράς στη χώρα μας, πολύ συχνά όμως έμεναν στο περιθώριο οι στρατηγικές προοπτικές της. Πώς μπαίνουν αυτά τα ζητήματα σήμερα;

 

Το δίλημμα «σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα», 9 χρόνια μέσα στη σοβαρότερη από το 1929 δομική κρίση υπερσυσσώρευσης του καπιταλισμού, είναι περισσότερο επίκαιρο παρά ποτέ. Ο Σύλλογος διάδοσης της Μαρξιστικής σκέψης «Γιάνης Κορδάτος» παλεύει στρατηγικά για το τσάκισμα τελικά του αστικού κράτους και την οικοδόμηση της σοσιαλιστικής κοινωνίας, όπου τα μέσα παραγωγής περνάνε από την αστική τάξη στα χέρια της εργατικής τάξης και παύει η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο.

Το πρόβλημα σήμερα και πάντα είναι ότι ιστορικά δεν έχει υπάρξει σοσιαλιστική επανά-σταση όπου το ζήτημα της αλλαγής κατόχου των μέσων παραγωγής ενός καπιταλιστικού κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού από την αστική στην εργατική τάξη να έχει τεθεί ευθύς εξαρχής και να έχει επιτευχθεί άμεσα αυτή η αλλαγή. Πάντα πρέπει να μπαίνει από τη μεριά του επαναστατικού υποκειμένου το ζήτημα της ωρίμανσης όχι μόνο των αντικειμενικών συνθηκών (που είναι ώριμες εδώ και δεκαετίες στην εξαρτημένη μέσου επίπεδου ανάπτυξης καπιταλιστική Ελλάδα), αλλά και  της ωρίμανσης του υποκειμενικού παράγοντα, της συνείδησης, δηλαδή, της εργατικής τάξης και των συμμάχων της.  Στον  χειρισμό αυτής της άρρηκτης διαλεκτικής σύνδεσης  αντικειμενικού και υποκειμενικού έρχεται να μας «καθοδηγήσει» η Λενινιστική ρήση για την επαναστατική τακτική και πρακτική ως τέχνη κι απ’ αυτήν την άποψη η καλύτερη εξυπηρέτηση των στρατηγικών προοπτικών της επαναστατικής Αριστεράς είναι η τακτική του ΑΑΔΜ. Οφείλουμε, χωρίς καμία διάθεση εκλεκτικισμού, να μην ξεχνάμε ποτέ τον Λένιν που έγραφε:

«Όταν νομίζει κανείς ότι μπορεί να νοηθεί κοινωνική επανάσταση χωρίς εξεγέρσεις των μικρών εθνών στις αποικίες και στην Ευρώπη, χωρίς επαναστατικές εκρήξεις μιας μερίδας των μικροαστών με όλες τις προλήψεις τους, χωρίς το κίνημα των μη συνειδητών προλεταριακών και μισοπρολεταριακών μαζών ενάντια στον τσιφλικάδικο, εκκλησιαστικό, μοναρχικό, εθνικό ζυγό, όταν σκέπτεται κανείς έτσι σημαίνει ότι απαρνείται την κοινωνική επανάσταση. Είναι σαν να πρόκειται να συνταχθεί από το ένα μέρος ένας στρατός που θα πει: “Εμείς είμαστε υπέρ του σοσιαλισμού”, και από το άλλο, ένας άλλος στρατός που θα πει: “Εμείς είμαστε υπέρ του ιμπεριαλισμού”, και αυτό φαντάζονται θα είναι κοινωνική επανάσταση!! Όποιος περιμένει μια “καθαρή” κοινωνική επανάσταση δεν θα την δει ποτέ του. Αυτός είναι επαναστάτης στα λόγια που δεν καταλαβαίνει τι θα πει αληθινή επανάσταση… Η σοσιαλιστική επανάσταση στην Ευρώπη δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο παρά το ξέσπασμα της μαζικής πάλης όλων των καταπιεσμένων και δυσαρεστημένων. Αναπόφευκτα θα πάρουν μέρος σε αυτήν τμήματα των μικροαστών και των καθυστερημένων εργατών –χωρίς μια τέτοια συμμετοχή δεν είναι δυνατή η μαζική πάλη, δεν είναι δυνατή καμία επανάσταση– και εξίσου αναπόφευκτα θα φέρουν μαζί τους στο κίνημα τις προλήψεις τους, τις αντιδραστικές τους φαντασιοπληξίες, τις αδυναμίες και τα λάθη τους. Αντικειμενικά όμως θα επιτίθενται ενάντια στο κεφάλαιο, και η συνειδητή εμπροσθοφυλακή της επανάστασης, το πρωτοπόρο προλεταριάτο, εκφράζοντας αυτή την αντικειμενική αλήθεια της ποικιλό-χρωμης και ποικιλόφωνης, ανομοιόμορφης και εξωτερικά κομματιασμένης μαζικής πάλης, θα μπορέσει να την συνενώσει και να την κατευθύνει, να κατακτήσει την εξουσία…».

Συνεπώς, η τακτική συγκρότησης του ΑΑΔΜ είναι η πιο ουσιαστική αντικαπιταλιστική τακτική, αφού μέσα από αυτήν μπορεί να πραγματωθεί η συμμαχία εργατικής τάξης-μικρομεσαίων στρωμάτων, εμπνέοντας και κινητοποιώντας ευρύτερες μάζες του ελληνικού Λαού. Η θέση για το αντιιμπεριαλιστικό αντιμονοπωλιακό δημοκρατικό μέτωπο εκφράζει τη διαλεκτική σχέση τακτικής και στρατηγικής.

 

3. Η σχέση Μέτωπο - κινήματα, της σύνδεσης του «από πάνω» με το «από κάτω», είναι επίσης ένα θέμα κομβικής σημασίας, όπως είναι και το θέμα της εξεύρεσης των κατάλληλων οργανωτικών μορφών οικοδόμησης ενός Μετώπου. Τι μας διδάσκει η ιστορική εμπειρία;

 

Οι μαρξιστές δεν πρέπει ποτέ να ξεχνούν τη διαλεκτική σχέση πολιτικού-κοινωνικού. Άρα, χαράσσοντας συγκεκριμένη τακτική στο συγκεκριμένο ιστορικό τόπο και χρόνο, οφείλουν να προσέχουν ώστε να μην απολυτοποιούν ούτε τη μία, ούτε την άλλη πλευρά αυτής της σχέσης. Υπάρχει ιστορική εμπειρία, θετική και αρνητική. Ο Λένιν εφάρμοζε την τακτική του ενιαίου μετώπου σταθερά και στις σχέσεις με τα άλλα εργατικά και μικροαστικά κόμματα, οργανώσεις ή ομάδες, ενώ ταυτόχρονα ασκούσε κριτική στις λάθος θέσεις τους.

Για παράδειγμα, οι ιδεολογικές και πολιτικές απόψεις μπολσεβίκων-μενσεβίκων απείχαν παρασάγγας. Εν τούτοις, ο Λένιν δρούσε μαζί με τους μενσεβίκους «από τα κάτω» αλλά και «από τα πάνω», εφόσον κάτι τέτοιο βοηθούσε στην ευρύτερη κινητοποίηση μαζών. Με άλλα λόγια, ο Λένιν επεδίωκε την ενότητα των πιο πλατιών στρωμάτων της εργατικής τάξης και του εργαζόμενου λαού πάνω στα άμεσα προβλήματα και στις διεκδικήσεις τους. Έτσι διαμόρφωνε τις προϋποθέσεις για την απόσπαση των εργαζομένων από την αστική επιρροή και για τη ριζοσπαστικοποίηση των συνειδήσεών τους.

Ένα νεότερο παράδειγμα μάς έρχεται από τον Οκτώβρη του 1941, όταν συγκροτήθηκαν στην Αθήνα και τον Πειραιά οι πρώτες επιτροπές πόλεων του ΕΑΜ από τα κόμματα που το ίδρυσαν και από εκπροσώπους του Εργατικού ΕΑΜ (ΕΕΑΜ) και της νεολαίας. Η πρώτη Επιτροπή Πόλης του ΕΑΜ στην Αθήνα απαρτίζονταν από τον Στ. Βεόπουλο που αντιπροσώπευε το Σοσιαλιστικό Κόμμα Ελλάδος, τον Δ. Μπενετάτο από το Αγροτικό Κόμμα Ελλάδος, τον Γ. Κοκκορέλη από την Ένωση Λαϊκής Δημοκρατίας, τον Σπ. Καλοδίκη από το ΕΕΑΜ και τον Θ. Χατζή από το ΚΚΕ. Η οργανωτική δομή του ΕΑΜ στην Αθήνα αρθρώθηκε σε δύο επίπεδα, το χωροταξικό –με τη διαίρεση της πόλης σε βόρειο, ανατολικό, δυτικό, νότιο και κεντρικό τομέα– και το συνδικαλιστικό, με την οργανωτική διαίρεση ανά επαγγελματικό και εκπαιδευτικό κλάδο.

 

Ερχόμενοι στις ανάγκες του σήμερα, ο Σύλλογος «Γιάνης Κορδάτος» παλεύει να έχει κοινή δράση, συντονισμό και συνεργασία με πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις που θα θελήσουν να στηρίξουν αντιιμπεριαλιστικούς, αντιμονοπωλιακούς, δημοκρατικούς αγώνες. Δεν τίθεται κανένας όρος προκαταβολικής συμφωνίας εφ’ όλης της ύλης. Η κοινή δράση πρέπει να βασίζεται στη συμφωνία αντίστασης στις επιλογές των ιμπεριαλιστικών οργανισμών σε βάρος των εργαζομένων και της εθνικής ανεξαρτησίας της χώρας. Να υπερασπίζεται τα δικαιώματα των εργαζομένων από την επίθεση των πολυεθνικών και γενικότερα του μεγάλου κεφαλαίου. Να αντιστέκεται στις αντίστοιχες επιλογές της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ- ΑΝΕΛ. Μπορεί να είναι σε ένα επιμέρους ζήτημα ή στο συνδικαλιστικό κίνημα ή να φτάσει μέχρι και σε γενικότερη πολιτική συνεργασία. Στο οργανωτικό, η θέση «Ένα μέλος, μία ψήφος» σε μια ενδεχόμενη μετωπική κίνηση είναι βασική, όπως και ο σεβασμός της αυτοτέλειας των όποιων συλλογικοτήτων και του δικαιώματός τους να «ζυμώνουν» τις γενικότερες ιδεολογικο-πολιτικές θέσεις τους, εφόσον οι τελευταίες δεν είναι σε αντίθεση με τις πολιτικές θέσεις της μετωπικής κίνησης.

 

4. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν πως ένα σχήμα ΛΑΕ - ΑΝΤΑΡΣΥΑ - Πλεύση Ελευθερίας και άλλων ομάδων του αριστερού αντικαπιταλιστικού - αντιμνημονιακού χώρου θα συγκέντρωνε ένα αξιόλογο ποσοστό. Πόσο ρεαλιστική είναι η συγκρότησή του; Ποια θεωρείτε ως κύρια εμπόδια και αντιρρήσεις;

 

Ο Σύλλογος «Γιάνης Κορδάτος» έχει ξεκινήσει τις προσπάθειες συγκρότησης Μετωπικής κίνησης με ανένταχτους αγωνιστές αλλά και συλλογικότητες στη βάση ενός κοινά συμφωνημένου προγράμματος και καταστατικού. Μια τέτοια συγκρότηση είναι ρεαλιστική στο βαθμό που εκφράζει τα αντικειμενικά συμφέροντα της συντριπτικής πλειοψηφίας των εργαζομένων της πόλης και της υπαίθρου, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν υπάρχουν και εμπόδια. 

Στην ελληνική κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα του 2017, τίθεται, κατά τη γνώμη μας, εκ των πραγμάτων η ανάγκη της πάλης για την έξοδο από την ΕΕ, ως βασικού κρίκου εξάρτησης της χώρας μας από τα μονοπώλια. Αυτή είναι μια «κόκκινη γραμμή» πίσω από την οποία δεν μπορούμε να πάμε. Στο μέτρο και στον βαθμό που κάποιες από τις αναφερόμενες στην ερώτηση δυνάμεις αυτό δεν το βλέπουν, δημιουργείται μια αντίρρηση που μπορεί να αποτελέσει τροχοπέδη. Από την άλλη, η σχεδόν εμμονική επίκληση ενός άκαιρου, κατά τη γνώμη μας, σήμερα «αντικαπιταλισμού» άλλων δυνάμεων, αντικειμενικά στενεύει την ευρύτητα που πρέπει να έχει κοινωνικά το Μέτωπο, ώστε, μέσω της πλατύτερης δυνατής συσπείρωσης, να μπορεί να επιβάλλει και να κατακτά στόχους που θα βελτιώνουν τη ζωή της εργατικής τάξης και των συμμάχων της στο παρόν και θα ανοίγουν προοπτική δυνητικά για το μέλλον.

Σε κάθε περίπτωση, ακόμα και η ύπαρξη διαφωνιών σε ζητήματα τακτικής ή σημερινούς στόχους δεν μας αποτρέπει από την προσπάθεια ενωτικής δράσης όπου μπορούμε να συμπορευόμαστε, έστω και στα επί μέρους.

 

5. Αρκετά συχνά ακούγεται στον κόσμο της Αριστεράς ότι οι υφιστάμενες διαφορές ανάμεσα στις δυνάμεις της είναι δευτερεύουσες και ότι η επίκλησή τους χρησιμεύει σαν άλλοθι για την αποφυγή της συνεργασίας. Πόσο αληθεύει αυτό;

 

Δεν έχει νόημα, νομίζουμε, αν θα χαρακτηρίσουμε τις διαφορές πρωτεύουσες ή δευτερεύουσες. Αν δεν υπήρχαν, πιθανότατα θα είμαστε όλοι στο ίδιο Κόμμα. ‘Όμως υπάρχουν, όπως επίσης υπάρχουν και ιδεοληψίες και αγκυλώσεις που κουβαλάμε είτε σαν «παιδικές ασθένειες» είτε επειδή κάποιοι από μας έχουμε εμπειρίες, τραυματικές κάποιες φορές, χρόνων στο επαναστατικό κίνημα της χώρας μας, που, δυστυχώς, ενίοτε «τρώει τα παιδιά του».

Τίποτε από τα προαναφερθέντα, ούτε βέβαια η επίκληση των όποιων διαφορών δεν πρέπει να αποτελεί άλλοθι για την αποφυγή της προσπάθειας συνεργασίας  των δυνάμεων οι οποίες αυτοορίζονται ως επαναστατικές. «Μαζί χτυπάμε, χώρια προχωράμε». Η Λενινιστική αυτή ρήση πρέπει να είναι οδηγός μας γιατί δείχνει από τη μια την ενωτική τακτική συμμαχιών κι ελιγμών που οφείλουν να υλοποιούν οι πραγματικοί επαναστάτες, ενώ, από την άλλη, υποδηλώνει και την ανάγκη αυτοτελούς δράσης του κόμματος της εργατικής τάξης που παρά τους συμβιβασμούς και τις συμμαχίες που πραγματοποιεί, ποτέ δεν υποστέλλει τον ιδεολογικό και πολιτικό αγώνα για χάρη της συνεργασίας, αντίθετα τον διεξάγει πάντα με τη μεγαλύτερη ένταση και καθαρότητα κρατώντας το δικαίωμα να εκθέτει ολοκληρωμένα το σύνολο της πολιτικής και της επιχειρηματολογίας του.

 

6. Από την άλλη μεριά, είναι αρκετά διαδεδομένη και η άποψη ότι ένα ευρύ Μέτωπο θα έχει αναπόφευκτα την τύχη του ΣΥΡΙΖΑ. Ποια διδάγματα απορρέουν από την αποτυχία του ΣΥΡΙΖΑ;

 

Η άποψη ότι ένα ευρύ Μέτωπο θα έχει αναπόφευκτα την τύχη του ΣΥΡΙΖΑ είναι, κατά την γνώμη μας, βαθύτατα λαθεμένη.

Πρώτον, γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ δεν βρέθηκε στην κυβερνητική εξουσία στηριζόμενος ή επειδή κατάφερε να συμπήξει ένα ευρύτατο Μέτωπο. Όσοι θυμούνται την δράση των Συριζαίων, ακόμα κι όταν αυτός ήταν στην αντιπολίτευση, ξέρουν ότι η δράση του στους μαζικούς χώρους, εκτός ίσως συγκεκριμένων εξαιρέσεων που επιβεβαιώνουν τον κανόνα, πρέπει να χαρακτηριστεί ελλιπής κι αποσπασματική. Σε καμία περίπτωση δεν ήταν πρωτοπόρα και στοχοπροσηλωμένη στην οικοδόμηση του Μετώπου, σαν κι αυτό που έχει περιγραφεί παραπάνω και που εκφράζει τα αντικειμενικά συμφέροντα της εργατικής τάξης και των συμμάχων της. Χαρακτηριστικό, ανάμεσα σε πολλά, παράδειγμα η προσπάθεια, τελικά όπως εξελίχθηκε, απεργίας στην ΟΛΜΕ επί κυβέρνησης Σαμαρά, όπου ο ΣΥΡΙΖΑ βρέθηκε πίσω από τις διαθέσεις των εργαζομένων λειτουργώντας επί της ουσίας πυροσβεστικά.

Δεύτερον, η ίδια η ιστορία της χώρας μας έχει αποδείξει το λανθασμένο της εν λόγω άπο-ψης. Όταν ιδρύθηκε το ΕΑΜ αποτελούταν από μερικές εκατοντάδες μέλη και το 1944 έ-φτασε να αριθμεί πάνω από 1.500.000 μέλη, ενώ η «ψυχή του», το ΚΚΕ, από μερικές δεκάδες στελέχη εκτός φυλακών το 1941 έφτασε τα 400.000 μέλη το 1944 σε πληθυσμό περίπου 7,5 εκατομμυρίων Ελλήνων. Αρκεί να αναλογιστούμε μόνο πόσο «μπροστά» ήταν οι αποφάσεις της Κυβέρνησης του Βουνού μέσα στον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο για να αντιληφθούμε την επιτυχία τελικά της Μετωπικής πολιτικής του 7ου συνεδρίου της ΚΔ. Τα όποια λάθη ακολούθησαν, οι στρεβλώσεις του μαρξισμού-λενινισμού, δεν αναιρούν την ορθότητα εκείνης της πολιτικής.

Τελευταίο σε σειρά αλλά όχι σε σημασία, «απέτυχε ο ΣΥΡΙΖΑ»;  Μιλώντας λίγο σχηματικά, ο πολιτικός λόγος του ΣΥΡΙΖΑ ακόμα κι όταν ήταν στην αντιπολίτευση ήταν συγκριτικά πιο «δεξιός» κι από εκείνον του ΠΑΣΟΚ του 1981. Ας σκεφτούμε πώς κατέληξε το «πιο αριστε-ρό» ΠΑΣΟΚ. Για να γίνει πρωθυπουργός ο κ. Τσίπρας έπρεπε να πάει στις ΗΠΑ να διαβε-βαιώσει ουσιαστικά τον «πλανητάρχη» ότι τα δεσμά της εξάρτησης θα παρέμεναν ως έχουν. Ο ΣΥΡΙΖΑ, ως γνήσιο μικροαστικό κόμμα, είχε ανέκαθεν εγκληματικότατες αυταπάτες για την ταξική ουσία της ΕΕ. Με αυτήν την έννοια, κι επειδή κανείς μας δεν δικαιούται να διεκδικεί το ελαφρυντικό της σκέψης ενός 15χρονου, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ- ΑΝΕΛ πέτυχε αυτά που με περισσό ταξικό θράσος είχε κάποτε δηλώσει ο Ανιέλι της FIAT, όσα, δηλαδή, δεν μπορεί εύκολα να υλοποιήσει μια δεξιά κυβέρνηση υπέρ του κεφαλαίου, να τα κάνει ευκολότερα πράξη μια «αριστερή» κυβέρνηση.

 

7. Πέρα από το μέτωπο, υπάρχει η δυνατότητα ενός εκλογικού συνασπισμού, με διατήρηση της αυτοτελούς έκφρασης των δυνάμεων που θα μετάσχουν σε αυτόν, στο κοινοβούλιο, κ.λπ., το οποίο δεν συζητείται συχνά. Θα βρούμε σχετικές εμπειρίες στο κομμουνιστικό κίνημα στον 20ό αιώνα…

 

Όσον αφορά τη δυνατότητα ενός εκλογικού συνασπισμού, υπάρχει θετική και αρνητική εμπειρία στο κομμουνιστικό κίνημα του 20ού αιώνα.

Για παράδειγμα, το 1969 δημιουργείται στη Χιλή η Λαϊκή Ενότητα (Αλιέντε). Το πρόγραμμά της υπογράφτηκε από τα παρακάτω κόμματα: Σοσιαλιστικό Κόμμα, Κομμουνιστικό Κόμμα, Ριζοσπαστικό Κόμμα, Κίνηση Ενωμένης Λαϊκής Δράσης, Ανεξάρτητη Λαϊκή Δράση, Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα. Η Λαϊκή Ενότητα ήταν, σύμφωνα με το πρόγραμμά της, η συμμαχία των «λαϊκών επαναστατικών δυνάμεων» που σκοπός τους ήταν η νίκη στις προεδρικές εκλογές του επόμενου έτους, η πραγματοποίηση «επαναστατικών μετασχηματισμών» και η μετάθεση της εξουσίας «από τις παλιές κυρίαρχες ομάδες στους εργάτες, τους αγρότες και τα προοδευτικά στρώματα της μεσαίας τάξης των πόλεων και της υπαίθρου». Η Λαϊκή Ενότητα, επίσης, έθετε στόχο να διαφυλάξει και να επεκτείνει τις δημοκρατικές κατακτήσεις των εργαζομένων και «να μεταβάλει τους ισχύοντες θεσμούς, εγκαθιδρύοντας ένα νέο κράτος όπου η εργατική τάξη και γενικά ο λαός θα ασκεί την πραγματική εξουσία». Ο άμεσος στόχος, που συνδεόταν με τις προεδρικές εκλογές, ήταν η ανάδειξη μιας «λαϊκής κυβέρνησης» η οποία θα στήριζε «την ισχύ και την εξουσία της κατά κύριο λόγο στην υποστήριξη που της παρέχει ο οργανωμένος λαός». Στην κυβέρνηση αυτή θα συμμετείχαν, όπως και έγινε, «όλα τα επαναστατικά κόμματα, κινήματα και τάσεις». Σημαντική καινοτομία, που άνοιγε ριζοσπαστικές προοπτικές, ήταν η εξαγγελία του θεσμοθετημένου ελέγχου του λαού στους εκπροσώπους του καθώς και η δυνατότητα των εκλογέων να ανακαλούν τους αντιπροσώπους κάθε στιγμή που θεωρούν ότι έπαψαν να εκφράζουν τα λαϊκά συμφέροντα. Η οικονομική πολιτική της Λαϊκής Ενότητας είχε ως στόχο «την αντικατάσταση της σημερινής δομής της οικονομίας με την αφαίρεση της δύναμης του ντόπιου και ξένου μονοπωλιακού κεφαλαίου και των μεγαλοτσιφλικάδων για ν’ αρχίσει το χτίσιμο του σοσιαλισμού». Η πολιτική αυτή θα έπρεπε να υλοποιηθεί μέσα από το δημοκρατικό σχεδιασμό και με κύριο μοχλό τον κρατικό τομέα της οικονομίας. Το 1970 ο Αλιέντε κέρδισε τις εκλογές, υλοποιήθηκαν μια σειρά θετικές αντιιμπεριαλιστικές, δημοκρατικές πολιτικές, αλλά έγιναν και κρίσιμα λάθη που σε συνδυασμό με την δράση της CIA οδήγησαν στην ανατροπή από τη χούντα του Πινοσέτ.

Στην Ελλάδα του 2017 ένας ανάλογος εκλογικός συνασπισμός, επιπρόσθετα προς την αυτοτελή έκφραση των δυνάμεών του, μπορεί δυνητικά να συσταθεί –βασιζόμενος στο μαζικό λαϊκό κίνημα– χωρίς βιαστικές κινήσεις και, φυσικά, όχι σε ευκαιριακή βάση.

 

8. Όσους ανήκουμε στο μαρξιστικό χώρο μας απασχολεί το ζήτημα της πρωτοπορίας, που θέτει επιτακτικά η ίδια τη ζωή. Στο ΕΑΜ είχε πρωταγωνιστικό ρόλο το ΚΚΕ, με τα θετικά και τα αρνητικά που συνεπαγόταν τότε αυτό, σήμερα όμως το κόμμα αυτό ακολουθεί ένα στείρο σεχταρισμό. Βέβαια, οι εποχές διαφέρουν, είναι όμως ορατός ο κίνδυνος, αν οι άλλες δυνάμεις δεν ανταποκριθούν και κυριαρχήσει ως κατεύθυνση το ΚΚΕ, να έχουμε μια επανάληψη του γερμανικού 1929-33 ή της ελληνικής εμπειρίας του 1936…

 

Σε συνθήκες κρίσης, όσο οι επαναστατικές μαρξιστικές δυνάμεις δεν καλύπτουν με την ορθή τακτική τους το πολιτικό κενό που υφίσταται, αφήνουν χώρο για άνοδο φασιστικών δυνάμεων, όπως το 1929-33 στη Γερμανία ή το 1936 στην Ελλάδα. Το παράδειγμα της Χρυσής Αυγής και το πρόσφατο περίπου 34% της Λεπέν στη Γαλλία επιβεβαιώνουν, δυστυχώς, του λόγου το αληθές.

Η «γραμμή» του 7ου συνεδρίου της Κομμουνιστικής Διεθνούς για την αντιμετώπιση του φασισμού στη δεκαετία του 1930 αποδείχτηκε, παρά τις όποιες αδυναμίες, σωστή στην πράξη και ήταν αυτή που συνέβαλε αποφασιστικά στη μεγαλειώδη αντιφασιστική νίκη τότε, αλλά και στην ραγδαία άνοδο του κύρους του κομμουνιστικού κινήματος παγκόσμια. Μελετώντας, δε, την ιστορία των συνεδρίων της ΚΔ, μπορούμε να «διδαχθούμε» από τον προβληματισμό που αναπτύχθηκε.

Μια αντιμονοπωλιακή- αντιιμπεριαλιστική κυβέρνηση που θα καταργήσει μνημόνια, εφαρμοστικούς νόμους, μεσοπρόθεσμα, δανειακή σύμβαση, που με την πάλη του Λαού θα μας βγάλει από ΕΕ και ΝΑΤΟ, που θα εθνικοποιήσει τράπεζες και βασικούς τομείς της οικονομίας και θα βάλει πραγματικά στην υπηρεσία των λαϊκών συμφερόντων τη δημόσια Παιδεία, Υγεία και Πολιτισμό, είναι μια από τις παρακαταθήκες εκείνων των συνεδρίων και ανταποκρίνεται στις ανάγκες και τα συμφέροντα της εργατικής τάξης και των συμμάχων της. Εναπόκειται στις «πρωτοπορίες» να πείσουν ώστε να τραβηχτεί το κουβάρι ως το «τέλος» του, τη σοσιαλιστική, δηλαδή, επανάσταση.

 

9. Η πείρα των τελευταίων χρόνων, και του 20ού αιώνα γενικότερα, κάνει σαφείς τις τεράστιες δυσκολίες που θα συναντήσει ένα σύγχρονο επαναστατικό εγχείρημα. Το Μέτωπο και η πάλη των ιδεών για τη σοσιαλιστική προοπτική στην εποχή μας συνδέονται εμφανώς άρρηκτα…

 

Παρά τις τεράστιες δυσκολίες ενός σύγχρονου επαναστατικού εγχειρήματος, το Μέτωπο και η πάλη των ιδεών για σοσιαλιστική προοπτική συνδέονται άρρηκτα με τις επιταγές του Μαρξ με βάση την Κομμούνα (εκλογή, εναλλαγή, ανάκληση κ.λπ.) που θα πρέπει επιτέλους να εκπληρωθούν στη λειτουργία μιας νέας κομμουνιστικής οργάνωσης. Η γραφειοκρατικο- ποίηση είναι ένα καρκίνωμα στο σώμα των κομμουνιστικών κομμάτων, όπως επίσης και η πρακτική του φραξιονισμού και του εισοδισμού. Η ειλικρίνεια και οι καθαρές κουβέντες πρέπει να είναι ίδιον των κομμουνιστών και της λειτουργίας των οργανώσεών τους. Επιπλέον, πρέπει να ξανααποκτήσουμε στενές σχέσεις με την εργατική τάξη και τη νεολαία. Μεγάλο κενό παρουσιάζεται σήμερα και στη θεωρία. Ο καπιταλισμός αλλάζει. Έτσι, καλούμαστε α) να εντοπίσουμε τις αλλαγές στην παραγωγή, β) να δούμε τη σχέση βιομηχανικού και χρηματιστηριακού κεφαλαίου, γ) να κατανοήσουμε τις διαφοροποιήσεις στην ταξική διάρθρωση, δ) να καταγράψουμε τις ροές των κεφαλαίων σε παγκόσμιο επίπεδο, ε) να μελετήσουμε την παραγωγή των νέων αστικών ιδεολογημάτων, στ) να επανεκτιμήσουμε την ιστορία του επαναστατικού κινήματος , ζ) να συντάξουμε ένα επιστημονικό μεταβατικό πρόγραμμα και η) να αποφανθούμε για το χαρακτήρα του ελληνικού καπιταλισμού. Ταυτόχρονο μέλημα με τη επαναθεμελίωση κομμουνιστικής οργάνωσης, πρέπει να είναι και η δημιουργία ενός αντιιμπεριαλιστικού, αντιμονοπωλιακού μετώπου. Όχι μόνο ο ένας στόχος δεν αναιρεί τον άλλο, αλλά αντιθέτως λειτουργεί ο ένας συμπληρωματικά για τον άλλο.

Τέλος, όσον αφορά τις πρώην σοσιαλιστικές χώρες εκτιμάμε ότι τα αίτια της παλινόρθωσης εντοπίζονται α) σε οικονομικές επιλογές που επέτρεψαν τη γέννηση κεφαλαιοκρατικών σχέσεων παραγωγής χωρίς τις απαραίτητες ασφαλιστικές δικλείδες, β) το αδυνάτισμα της σοσιαλιστικής δημοκρατίας με τα σοβιέτ να μετατρέπονται σε σφραγίδες, γ) την εδραίωση ενός γραφειοκρατικού στρώματος που έδειχνε σιγά-σιγά να αυτονομείται από την εργατική τάξη, δ) την πίεση του ταξικού αντίπαλου που συχνά υποτιμάται. Τα παραπάνω δεν αναιρούν τις μεγάλες κατακτήσεις του σοσιαλιστικού στρατοπέδου, πρωτόφαντες για την ανθρωπότητα που επηρέασαν αναμφίβολα και το καπιταλιστικό στρατόπεδο, ούτε δικαιώνουν απόψεις ότι οι κοινωνίες αυτές ήταν μια μορφή «κρατικού καπιταλισμού».

 

*Συνέντευξη στο περιοδικό Μαρξιστική Σκέψη