Η μορφή του ελληνικού αστικού κράτους και το πολιτικό πρόταγμα του λαϊκού κινήματος (Β' ΜΕΡΟΣ)

Συνέχεια από το πρώτο μέρος του άρθρου



 
Το κεϋνσιανό μοντέλο γνώρισε καθολική εφαρμογή μεταπολεμικά στην Ευρώπη και όχι μόνο. Οι λόγοι που το επέβαλλαν ήταν α) η προσπάθεια αποφυγής επανάληψης της μεγάλης καπιταλιστικής κρίσης του 1929, β) η επιχείρηση συγκέντρωσης κεφαλαίων που μετά τον πόλεμο μόνον ο συλλογικός καπιταλιστής, το κράτος, μπορούσε να υλοποιήσει, γ) η πίεση του εργατικού κινήματος και δ) η απάντηση στο παράδειγμα της Σοβιετικής Ένωσης και των υπόλοιπων σοσιαλιστικών χωρών. Ωστόσο, το εύρος των κοινωνικών παροχών που γνώρισαν οι πιο αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες σε καμία περίπτωση δεν υπήρξε στην Ελλάδα. Αυτό επιβεβαιώνεται πλήρως από το ύψος των μισθών και των συντάξεων, την ποιότητα παροχών σε υγεία, παιδεία, κοινωνική ασφάλιση κ.λπ. Προς το τέλος της δεκαετίας του 1980 σχετικές μελέτες διαπίστωναν πως η φορολογική επιβάρυνση στην Ελλάδα και την Πορτογαλία ήταν η υψηλότερη σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες της ΕΟΚ, οι εισφορές των εργοδοτών στην Ελλάδα βρισκόταν στα χαμηλότερα επίπεδα, οι εισφορές των εργαζομένων στο υψηλότερο, η Ελλάδα ήταν τελευταία και στο ποσοστό επί του ΑΕΠ των κοινωνικών παροχών, ενώ όσον αφορά τις χώρες του ΟΟΣΑ η Ελλάδα ήταν χαμηλά στο επίπεδο της κρατικής επιχειρηματικής δραστηριότητας[1]. Ακόμη και σήμερα υπολογίστηκε πως η Ελλάδα ήταν η μοναδική χώρα του ΟΟΣΑ που αύξησε τη φορολογική επιβάρυνση επιχειρήσεων και ιδιωτών τα τελευταία χρόνια και η μοναδική χώρα που αύξησε τον ΦΠΑ το 2016[2]

[xi]Όσον αφορά την παραοικονομία πρέπει να διευκρινιστεί το εξής: είναι διαφορετικό να μιλάμε για μικρεμπόρους μετανάστες, για εκπαιδευτικούς που κάνουν ιδιαίτερα και άλλες δραστηριότητες που έχουν ως σκοπό την επιβίωση ή τη συμπλήρωση του εισοδήματος και άλλο η δραστηριότητα σε τομείς όπως το εμπόριο ναρκωτικών, ζώων, λευκής σάρκας, το δουλεμπόριο, το παράνομο εμπόριο καυσίμων κ.λπ. Υπάρχει τεράστια διάσταση τόσο ηθική όσο και κερδών. Σε χώρες όπως η Ελλάδα η παραοικονομία άνθησε και ανθεί εξαιτίας της χαμηλής ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και των χαμηλών εισοδημάτων. Τουλάχιστον για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα οι σχετικές δραστηριότητες έγιναν ανεκτές από το αστικό κράτος γιατί με αυτό τον τρόπο αντιμετωπιζόταν το πρόβλημα της ανεργίας και οικοδομείτο μία ιδιαίτερη κοινωνική συμμαχία. Παρά το γεγονός ότι με την εφαρμογή των μνημονίων διερράγησαν ως ένα βαθμό οι δεσμοί ανάμεσα στο κράτος και μεσαία ή και κάποια υψηλά στρώματα που σχετίζονταν με την παραοικονομία, η Ελλάδα είναι πρωταθλήτρια σε αυτόν τομέα, τουλάχιστον με βάση κάποιες διεθνείς μελέτες. 




[
xii]Μεγάλη συζήτηση έχει γίνει για την υποτιθέμενη διόγκωση του δημόσιου τομέα και που μάλιστα υποτίθεται ότι ερμηνεύει την ελληνική κρίση. Ίσως η μοναδική περίοδος όπου σημειώνεται ένας υδροκεφαλισμός του δημόσιου τομέα είναι τα τέλη του 19ου αιώνα [3]. Όσον αφορά την εποχή λίγο πριν την κρίση τα στοιχεία δεν αφήνουν κανένα περιθώριο και κανένας δεν δικαιούται να μιλάει για υπερδιόγκωση του ελληνικού κράτους[4]. Ωστόσο, το ζήτημα των πελατειακών σχέσεων είναι ένα άλλο κεφάλαιο που δεν μπορεί να υποτιμηθεί. Οι ελληνικές ταινίες με τον Γκόρτζο, τον Μαντά και τον Λάμπρο Κωνσταντάρα στο ρόλο του βουλευτή Μαυρογυαλούρου με το «κομματόσκυλο» Γκρούεζα που αναλαμβάνει τη συγκρότηση των πελατειακών σχέσεων, φανερώνουν πλευρές της ελληνικής πραγματικότητας.

Στα τέλη του 19ου αιώνα το τοπικό σύστημα της προσωπικής εξουσίας του βουλευτή στοιχειοθετείται με βάση τους κομματάρχες: «[…] Κεντρικοί μοχλοί του οι εκπρόσωποι της κρατικής εξουσίας: ο ταμίας, μόνος κάτοχος ρευστού χρήματος, αρμόδιος για την πληρωμή των μισθών των υπαλλήλων, ο δικαστής, εκφραστής του μονοπωλίου της νομιμότητας και τα όργανα της τάξης εγγύηση της επιβολής της καταπίεσης. Ο δεσμός αυτός εξασφάλιζε τη μόνιμη δυνατότητα εκβίασης της συμμόρφωσης των πολιτών στις επιταγές των ισχυρών. […]

Έρμαιοι της οποιασδήποτε βουλευτικής δυσαρέσκειας, οι μισθωτοί υπάλληλοι εκβιάζονταν επιπλέον από τους ταμίες που, συχνά σε συνεννόηση ,με τους ληστές που “κατακρατούσαν” τις χρηματαποστολές, προφασίζονταν έλλειψη ρευστού […]». Το τέχνασμα αυτό εξανάγκαζε τους κρατικούς λειτουργούς να πέσουν στα χέρια τοκογλύφων και να εκβιάζονται σε μόνιμη βάση για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων των βουλευτών[5].

Από τη δεκαετία του 1920 κι έπειτα σημειώνεται μία σοβαρή βιομηχανική ανάπτυξη και ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής γίνεται κυρίαρχος. Αυτή η εξέλιξη φέρνει το κράτος να αναλαμβάνει με περισσότερο ριζικό και αποφασιστικό τρόπο σημαντικές οικονομικές λειτουργίες. Τούτη η ανάληψη από την πλευρά του κράτους αδυνατίζει στο χωριό τους παραδοσιακούς προύχοντες που μονοπωλούσαν κάθε μεσολάβηση ανάμεσα στο κέντρο και την περιφέρεια. Οι μεσάζοντες σταδιακά γίνονται τα πολιτικά κόμματα που αντικαθιστούν την προηγούμενη πατρωνία κι έτσι συγκροτείται μια νέα πελατειακή σχέση που αλλάζει μορφή και περιεχόμενο[6].

Η σύναψη πελατειακών σχέσεων γνώρισε άνθηση επί εποχής ΠΑΣΟΚ, αφού ο διορισμός στο δημόσιο συνδεόταν με την ένταξη στις κλαδικές του κόμματος. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να σημειωθεί πως οι όποιες πελατειακές σχέσεις εξέφραζαν την καθυστέρηση του ελληνικού καπιταλισμού και τουλάχιστον σε ορισμένες φάσεις εξηγούν τους μαζικούς διορισμούς. Από την άλλη μεγάλα τμήματα του πληθυσμού μπήκαν σε μία διαδικασία εκμαυλισμού των συνειδήσεων. 

 

[xiii] Δεν θα ήταν υπερβολή αν ισχυριζόμασταν πως η διαφθορά είναι συνυφασμένη με το ελληνικό δημόσιο. Είναι γεγονός ότι τα ζητήματα διαφθοράς χρησιμοποιούνται από τα αστικά κόμματα ως πεδίο αντιπαράθεσης για να μετατοπίσουν την αντιπαράθεση σε ένα ηθικολογικό επίπεδο κι έτσι να αποφύγουν να μιλήσουν για το σκληρό πυρήνα της ταξικής πολιτικής που εφαρμόζουν ή υποστηρίζουν. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει πως δεν πρόκειται για μία υπαρκτή πλευρά της πολιτικής. Μεταπολιτευτικά σημειώθηκε σειρά σκανδάλων (Κοσκωτάς, υπόθεση καλαμποκιών, μίζες για στρατιωτικές αγορές, Siemens κ.λπ.) που αποδεικνύουν πως τμήμα ανώτατων κρατικών λειτουργών λειτουργεί όχι μόνο ως εκπρόσωπος της ελληνικής αστικής τάξης αλλά και του ιμπεριαλισμού. Η νοοτροπία αυτή συχνά μεταφέρεται και σε κατώτερα υπαλληλικά στρώματα, απόρροια τόσο των χαμηλών αμοιβών τους όσο και της δυσλειτουργίας και των σοβαρών ελλείψεων σε τομείς όπως η υγεία (φακελάκια, εξαγορά διπλωμάτων οδήγησης, χρηματισμός εφοριακών κ.λπ.). Μάλιστα, τα χρόνια της κρίσης φαίνεται πως η διαφθορά γιγαντώθηκε αφού για το 2017 η Ελλάδα κατρακύλησε έντεκα θέσεις στη σχετική λίστα καταλαμβάνοντας την 69η θέση σε σύνολο 176 χωρών. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην πρώτη δεκάδα, δηλαδή σε εκείνη την ομάδα χωρών με τη μικρότερη έκταση του φαινομένου ανήκουν χώρες με υψηλό βιοτικό επίπεδο στην πλειονότητά τους και αναπτυγμένο καπιταλισμό (Ν. Ζηλανδία, Φινλανδία, Σουηδία, Ελβετία, Νορβηγία, Σιγκαπούρη, Ολλανδία, Καναδάς, ενώ στη 10η θέση «συγκατοικούν» η Γερμανία, το Λουξεμβούργο και το Ηνωμένο Βασίλειο)[7].

 

[xiv]Οι αλλεπάλληλες χρεοκοπίες του ελληνικού κράτους, επίσης συνιστούν μία ιδιαίτερη περίπτωση στην ελληνική επικράτεια. Οι πτωχεύσεις του 1827, του 1843, του 1893, του 1932, συνδέονται με τους επονείδιστους και αποικιοκρατικούς όρους δανεισμού, με την επιβολή επιτροπείας, με τη μεταφορά αξιών και υπεραξίας από τον δανειολήπτη (Ελλάδα) στον πιστωτή, με την ανισόμετρη καπιταλιστική ανάπτυξη και με τους όρους εξάρτησης που διαμορφώνονται εντός του ιμπεριαλιστικού συστήματος[8].

 

[xv]Η επιβολή των μνημονίων αρχής γενομένης το 2010, αποτελεί άλλη μία οικονομική χρεοκοπία του ελληνικού κράτους, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες να μην χρησιμοποιηθεί αυτός ο χαρακτηρισμός. Σχεδόν όλοι παραδέχονται πως το χρέος είναι μη εξυπηρετήσιμο, αφού φτάνει το 180% του ΑΕΠ. Τα ελληνικά υπουργεία καθοδηγούνται από τους δανειστές και τους ιμπεριαλιστικούς μηχανισμούς, ο προϋπολογισμός ελέγχεται-καθορίζεται από έξωθεν κέντρα, οι πολιτικές εξελίξεις βρίσκονται υπό την επίβλεψη του ξένου παράγοντα (βλέπε χαρακτηριστικά σχέδιο Πυθία και «μαγείρεμα» των στοιχειών της ΕΛΣΤΑΤκαθώς και την προστασία του Γεωργίου από τον γερμανικό παράγοντα), το κοινοβούλιο παίζει σε μεγάλο βαθμό τον ρόλο διαμεσολαβητή των επιταγών της ΕΕ και του ΔΝΤ[9].

Άλλωστε η συμφωνία ανάμεσα στο ελληνικό κράτος και τους δανειστές προβλέπει με τον πιο κυνικό τρόπο τις σχέσεις εξάρτησης και υποταγής: «Με την παρούσα ο Δανειολήπτης αμετάκλητα και άνευ όρων παραιτείται από κάθε ασυλία που έχει ή πρόκειται να αποκτήσει, όσον αφορά τον ίδιο ή τα περιουσιακά του στοιχεία, από νομικές διαδικασίες σε σχέση με την παρούσα Σύμβαση, περιλαμβανομένων, χωρίς περιορισμούς, της ασυλίας όσον αφορά την άσκηση αγωγής, δικαστική απόφαση ή άλλη διαταγή, κατάσχεση, αναστολή εκτέλεσης δικαστικής απόφασης ή προσωρινή διαταγή, και όσον αφορά την εκτέλεση και επιβολή κατά των περιουσιακών στοιχείων του στο βαθμό που δεν το απαγορεύει αναγκαστικός νόμος»[10].

 

                Πριν εξαχθούν οποιαδήποτε πολιτικά συμπεράσματα που αφορούν τα ιστορικά γεγονότα τα οποία συνδέονται με την εξέλιξη και λειτουργία του ελληνικού κράτους, αξίζει να επιχειρηθεί ένας ορισμός του αστικού εκσυγχρονισμού. Κατά τη γνώμη μου συνίσταται σε τέσσερις άξονες: α) στην εξαφάνιση ή συρρίκνωση των φεουδαρχικών και ημιφεουδαρχικών σχέσεων παραγωγής, β) στην εγκαθίδρυση τυπικών αστικών κοινοβουλευτικών θεσμών που εξασφαλίζουν τις εκλογικές διαδικασίες, την ανεξιθρησκία, την ελεύθερη λειτουργία συλλογικών υποκειμένων κ.λπ., γ) στη συγκρότηση κρατικών μηχανισμών που εξασφαλίζουν τόσο την κοινωνική συναίνεση όσο και τη διευρυμένη αναπαραγωγή του κεφαλαίου, δ) την κατάργηση αποικιοκρατικών δεσμών με χώρες της «μητρόπολης».

Ο αστικός εκσυγχρονισμός εφαρμόζεται με άλλους ρυθμούς και βάθος στο καπιταλιστικό στερέωμα, αλλά ανεξάρτητα από αυτό είναι μία συνεχής διαδικασία, τρόπον τινά, χωρίς όριο. Μπορούμε βεβαίως να ισχυριστούμε πως υπάρχουν χώρες που πληρούνται σε ένα βαθμό ή σε μεγάλο βαθμό οι τέσσερις προαναφερόμενες προϋποθέσεις. Εντούτοις δεν θα πρέπει να παραβλέψουμε πως σε κάποιες περιπτώσεις, έχουμε πισωγύρισμα και αντίστροφη πορεία και ότι σημειώνεται μία  άρση των πλευρών του αστικού εκσυγχρονισμού. Η σημερινή Τουρκία αποτελεί ένα τέτοιο παράδειγμα, όπως επίσης με διαφορετικό τρόπο το Ιράκ, το Αφγανιστάν, η Ισπανία αλλά και πολλές κλασικές δυτικές χώρες όπου σημειώνεται αυστηροποίηση των λειτουργιών του κράτους και άνοδος της ακροδεξιάς.

Εν τέλει, τα βασικά χαρακτηριστικά του ελληνικού κράτους είναι η υστέρησή του στην εφαρμογή του αστικού εκσυγχρονισμού σε σχέση με τις ιμπεριαλιστικές χώρες και τις άλλες πιο αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, η σύμπλεξή του-υποταγή με το εγχώριο και ξένο κεφάλαιο, τα πισωγυρίσματά του στις απόπειρες εκσυγχρονισμού.

Όσον αφορά τον ελληνικό καπιταλισμό θα ήταν λάθος με βάση τα όσα περιγράψαμε να τον χαρακτηρίσουμε ως στρεβλό ή δύσμορφο. Τέτοιοι χαρακτηρισμοί θα υπονοούσαν την ύπαρξη ενός υγιούς καπιταλισμού. Από άποψη επιστημονική ο ελληνικός καπιταλισμός είναι εξαρτημένος και βρίσκεται σε ένα μέσο επίπεδο ανάπτυξης, όπως επίσης θα μπορούσαμε να τον χαρακτηρίσουμε ως καπιταλισμό δεύτερης εσοδείας[11].

Συνακόλουθα η ελληνική αστική τάξη δεν μπορεί να κριθεί από τις επενδύσεις της στα Βαλκάνια, από τη συμμετοχή σε εκστρατευτικά σώματα και από την ισχύ του εφοπλιστικού της κεφαλαίου[12]. Πρόκειται για ψηφίδες που εμποδίζουν να διακρίνει κανείς όλο το «ψηφιδωτό». Και όλο το «ψηφιδωτό» μάς φανερώνει: την αδυναμία της ελληνικής αστικής τάξης να παράγει μέσα παραγωγής και να αποκτήσει μια βαριά βιομηχανία ανταγωνιστική προς τις πιο ισχυρές ευρωπαϊκές,την καταβαράθρωση της ελληνικής οικονομίας στην κρίση που όμοιά της δεν γνώρισε άλλη χώρα και εντάθηκε στο έπακρο με την παρέμβαση των διεθνών ιμπεριαλιστικών οργανισμών, την υποχωρητικότητα έναντι των αξιώσεων της τουρκικής αστικής τάξης (γκρίζες ζώνες, Ίμια, Θράκη κ.λπ.). Στην ελληνική αστική τάξη υπήρχε πάντα ένα τμήμα που προβληματιζόταν σχετικά με τη δυνατότητα απόκτησης αυτοτέλειας και αποδέσμευσης από τον ιμπεριαλισμό. Για παράδειγμα υπήρξαν προβληματισμοί σχετικά με την ένταξη στην ΕΟΚ (τη δεκαετία του 1960 εκφράζονται τέτοιοι προβληματισμοί από τον υποδιοικητή της Τράπεζας Ελλάδας)[13]ή αργότερα διατυπώθηκαν ενστάσεις σχετικά με την ένταξη στην ευρωζώνη (Βγενόπουλος). Πάντα, όμως, επρόκειτο όχι απλά για μειοψηφικό αλλά ισχνό τμήμα της ελληνικής αστικής τάξης.

Αν, λοιπόν, συμφωνήσουμε πως έχει νόημα να μιλάμε για ιδιαιτερότητες του ελληνικού κράτους καθώς και του ελληνικού καπιταλισμού, με ποιο τρόπο τίθεται το πολιτικό επίδικο; Πώς επηρεάζεται η χάραξη της τακτικής και της στρατηγικής του επαναστατικού φορέα;

Σε επίπεδο τακτικής τα αιτήματα με δημοκρατικό, αντιιμπεριαλιστικό και αντιμονοπωλιακό (λόγω των ευρέων μεσαίων στρωμάτων που κι αυτά είναι μία ελληνική ιδιομορφία) περιεχόμενο πρέπει να βρίσκονται στην ημερήσια διάταξη των κοινωνικών αγώνων. Αυτό δεν σημαίνει υποβάθμιση των «καθαρών» ταξικών προταγμάτων, αλλά διαλεκτικό συνδυασμό τους με τα πρώτα.

Σε επίπεδο στρατηγικής επιβάλλεται η κατάθεση ενός μεταβατικού προγράμματος και ο στόχος για την εκλογή μιας κυβέρνησης ριζοσπαστικών δυνάμεων. Αυτό, όμως, το τελευταίο μπορεί να εγείρει ενστάσεις και να δημιουργήσει παρεξηγήσεις. Προς άρση, λοιπόν, τυχόν παρεξηγήσεων διευκρινίζω: α) ο στόχος μιας τέτοιας κυβέρνησης δεν υπονοεί καμία συμμαχία με τμήματα της αστικής τάξης, β) δεν αποτελεί νομοτελειακή διαδικασία αφού η ίδια η πορεία της ταξικής πάλης μπορεί να καταστήσει το αίτημα παλιωμένο, γ) δεν διανοίγεται κανένας ευρωκομμουνιστικός δρόμος ειρηνικής μετεξέλιξης μέσω της κρατικής παρέμβασης. Το πείραμα της από τα μέσα άλωσης δεν εφαρμόστηκε πουθενά και ούτε και πρόκειται. Η διαπίστωση του Πουλαντζά βάσει της οποίας το κράτος νοείται ως συμπύκνωση συσχετισμού δυνάμεων, είναι τουλάχιστον άστοχη, ανοίγει τον δρόμο για κυβερνητισμούς, ειρηνικούς δρόμους και κοινοβουλευτικές αυταπάτες[14]. Ούτε η εν λόγω πολιτική πρόταση ακροβατεί στις γκραμσιανές αντινομίες[15].

Το λαϊκό κίνημα πρέπει να διεκδικήσει αιτήματα που θα αποτελέσουν και οδηγό για μία κυβέρνηση ριζοσπαστικών δυνάμεων ή μία επαναστατική κυβέρνηση που θα πρέπει να επιφέρει βαθιές δομικές αλλαγές στο κράτος: α) με την κατοχύρωση της εθνικής ανεξαρτησίας, β) με το βάθεμα της δημοκρατίας(θέσπιση της απλής αναλογικής, δυνατότητα ανάκλησης των εκλεγμένων αντιπροσώπων και κατάργηση των υλικών προνομίων τους), γ) με τη θέσπιση θεσμών άμεσης δημοκρατίας, δ) με την κατοχύρωση των συνδικαλιστικών ελευθεριών, ε) με την απαγόρευση ναζιστικών δραστηριοτήτων, στ) με τη διαχείριση των ΜΜΕ από το δημόσιο με δημοκρατικό τρόπο, ζ) με τον εκδημοκρατισμό του κρατικού μηχανισμού και τη δημιουργία νέων δημοκρατικών δομών που θα βρίσκονται σε επαφή με τον λαό, η) με τον εκδημοκρατισμό της Δικαιοσύνηςκαι του στρατού[16].

Μιακυβέρνηση ριζοσπαστικών δυνάμεων ή θα συμβιβαστεί με ολέθρια αποτελέσματα ή θα έρθει σε σύγκρουση, οπότε θα τεθεί αναγκαστικά το ερώτημα του ποιος ποιον. Είναι το σημείο όπου πρέπει να γίνει η ρήξη, όπου πρέπει να ληφθούν οι σωστές αποφάσεις χωρίς αυταπάτες, όπου ο εξοπλισμός του λαού θα είναι όρος επιβίωσης και που το θέλουμε ή όχι θα πάμε σε εργατικό κράτος. Το κράτος αυτό, κράτος της δικτατορίας του προλεταριάτου, θα αναλάβει να λύσει και τα τυχόν άλυτα αστικοδημοκρατικά ζητήματα αλλά κυρίως να τσακίσει τον παλιό κρατικό μηχανισμό καινα αντικαταστήσει τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής με τις σοσιαλιστικές. Επομένως η ιδιοτυπία του ελληνικού κράτους και του ελληνικού καπιταλισμού επιτάσσει να δούμε την τακτική στις λεπτές της αποχρώσεις, όμως δεν αναιρεί τον τελικό στρατηγικό στόχο της ανατροπής. 



[1]. Βλέπε αναλυτικότερα Μαγκλιβέρας Σπύρος, Ο ΚΡΑΤΙΚΟΣ ΤΟΜΕΑΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ Η ΚΡΙΣΗ, σελ. 111-210, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1987.

[2]. http://www.kathimerini.gr/926520/article/oikonomia/ellhnikh-oikonomia/h-ellada-einai-h-monh-xwra-toy-oosa-poy-ay3hse-toys-foroys

[3]. Τσουκαλάς Κωνσταντίνος, Το πρόβλημα της πολιτικής πελατείας στην Ελλάδα του 19ου αιώνα, στο: ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ, σελ.92-93, εκδ. εξάντας, 1977.

[4]. Βλέπε Λάσκος Χρήστος-ΤσακαλώτοςΕυκλέιδης, 22 Πράγματα που μας λένε για την ελληνική κρίση και δεν είναι έτσι, σελ.108-114, εκδ. ΚΨΜ, 2012.

[5]. Τσουκαλάς Κωνσταντίνος,…,σελ.99.

[6]. Βλέπε αναλυτικότερα Μουζέλης Νίκος, Ταξική δομή και σύστημα πολιτικής πελατείας: η περίπτωση της Ελλάδας, στο: ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ, σελ.113-150, εκδ. εξάντας, 1977.

[7]. http://www.huffingtonpost.gr/2017/01/25/poltiiki-ellada-diafthora_n_14382974.html

[8]. Βλέπε αναλυτικότερα α) Σκληράκη Εύη, Τα Δάνεια της Εξάρτησης και της Χρεοκοπίας, 1824-1940, εκδ. Σμίλη, 2015 και β) Ηλιαδάκης Τάσος, Ο εξωτερικός δανεισμός στη γένεση και εξέλιξη του Νέου Ελληνικού Κράτους 1824-2009, εκδ. Μπατσιούλας, 2011.

[9]. Βλέπε αναλυτικότερα ΤΟΥΣΕΝ ΕΡΙΚ, ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΧΡΕΟΣ, Η ιστορία του και η σημασία του στη σημερινή κρίση, εκδ. redmarks, 2017.

[10]. Άρθρο 14, παράγραφος 5.

[11]. Μαυρουδέας Σταύρος, Ανάπτυξη και κρίσεις: Η ταραγμένη διαδρομή του ελληνικού καπιταλισμού, στο: Ο χάρτης της κρίσης. Το τέλος της αυταπάτης, σελ.81, εκδ. Τόπος, 2010.

[12]. Για μία ενδελεχή κριτική στις απόψεις που διατείνονται πως υφίσταται ελληνικός ιμπεριαλισμός βλέπε αναλυτικότερα Λιόσης Βασίλης, Ιμπεριαλισμός και εξάρτηση, Η προσέγγιση του Λένιν, η περίπτωση της Ελλάδας και κριτική του σχήματος της αλληλεξάρτησης, έκδοση Γ΄, σελ.319-382, εκδ. ΚΨΜ, 2012.

[13]. Η ΘΥΕΛΛΑ ΤΗΣ ΚΟΙΝΗΣ ΑΓΟΡΑΣ, επιμέλεια Νίκου Κιτσίκη, σελ.17-20, εκδ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ-ΠΟΛΙΤΙΚΗ, 1962.

[14]. Βλέπε αναλυτικότερα Πουλαντζάς Νίκος, ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ, Η ΕΞΟΥΣΙΑ, Ο ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ, σελ.182-236, εκδ. Θεμέλιο, 2001.

[15]. Βλέπε αναλυτικότερα, ΆντερσονΠέρι, Οι Αντινομίες του Αντόνιο Γκράμσι, εκδ. Μαρξιστική Συσπείρωση, 1985.

[16]. Βλέπε αναλυτικότερα Καλτσώνης Δημήτρης, Τι είναι το κράτος;, σελ.119-128, εκδ. Τόπος, 2016.