Χυδαιότητα: η συνέχεια της πολιτικής με άλλα μέσα

                            

του Μιχάλη Χονδροκούκη

 

Mε αφορμή ορισμένες χυδαίες επιθέσεις σε βάρος του Συλλόγου και των μελών του στο διαδίκτυο: Το κείμενο αυτό αφορά σε έναν πολύ μικρό αριθμό «ανθρώπων», οι οποίοι έχουν γίνει διαδικτυακά γνωστοί για την αγένεια, τη χυδαιότητα και τη λασπολογία τους, και τους οποίους πολλοί στο χώρο της αριστεράς τους διαβάζουν είτε για να σπάνε πλάκα είτε για να δουν ποιο είναι το στίγμα που υπαγορεύεται στους λασπολόγους από τους κηδεμόνες τους. Όμως, όπως τα reality show αποβλέπουν στην αφομοίωση των αγοραίων συμπεριφορών και αξιών από το σύνολο των τηλεθεατών, οι οποίοι σιγά σιγά εξοικειώνονται με τα νέα ήθη, τα εμπεδώνουν συζητώντας περί αυτών και τελικά ασυνείδητα τα μιμούνται, έτσι λειτουργούν και οι διαδικτυακοί λασπολόγοι. Καλό θα ήταν, λοιπόν, όπως αποκαλύπτουμε την πλύση εγκεφάλου από τα κανάλια και καλούμε σε απόρριψή της, έτσι να κάνουμε και με τους λασπολόγους.

______________

 

Ο κατακλυσμός του δημόσιου βίου από τα κάθε είδους μέσα κοινωνικής δικτύωσης και ενημέρωσης που παρεισφρέουν θρασύτατα σε κάθε πτυχή της ζωής μας και μετατρέπουν εκβιαστικά σε δημόσια κάθε σκέψη, έχει μια σειρά από σοβαρότατες επιπτώσεις. Η έμμεση επιβολή της συνήθειας του να δίνει κανείς δημόσια αναφορά για κάθε σκέψη ή πράξη του αποτελεί μια μορφή προληπτικής καταστολής. Ιδιαίτερα για τα νέα παιδιά, το πρόβλημα είναι πολύ πιο κρίσιμο, διότι πριν ακόμη αποκτήσουν συνείδηση του τι σημαίνει ευθύνη λόγων και έργων, πριν ακόμη μάθουν να διακρίνουν το προσωπικό από το δημόσιο, πριν ακόμη μάθουν να ξεχωρίζουν τον έμπιστο φίλο από την κοινή παρέα, εμπεδώνουν έναν τρόπο επικοινωνίας με συγκεκριμένες προδιαγραφές, κατά τον οποίο καταργούνται σε πολύ μεγάλο βαθμό, έως και εντελώς, τα όρια μεταξύ προσωπικού και δημοσίου. Αυτά είναι γνωστά και χιλιοειπωμένα.

 

Επιπλέον, αυτή η κατάργηση της διάκρισης μεταξύ προσωπικού και δημοσίου ακολουθείται κατά συνέπεια από την απώλεια της ικανότητας επιλογής και χρήσης του κατάλληλου ύφους. Έτσι, το πλαίσιο επικοινωνίας αποσυνδέεται από το περιεχόμενο και τη μορφή του λόγου και ο καθένας μιλά στον οποιονδήποτε με όποιον τρόπο του έρθει, άσχετα από τη σχέση που έχει ή δεν έχει μαζί του, αφού ούτως ή άλλως η ανευθυνότητα υποστηρίζεται δομικά από το μέσο της επικοινωνίας. Γράφει κάποιος κάτι για κάποιον που δεν τον έχει μπροστά του και έτσι, ειδικά για την περίπτωση των προσβλητικών χυδαιολόγων, δεν βοηθιέται να αναπτύξει αντανακλαστικά ευγένειας ή αυτοσεβασμού. Είναι άλλο πράγμα να προσβάλλεις κάποιον κατά πρόσωπο και να είσαι υποχρεωμένος να δεις και τον αντίκτυπο της αγένειάς σου στην έκφρασή του και την έκφραση όσων σε παρακολουθούν, να χρειαστεί να υποστηρίξεις άμεσα αυτήν σου τη συμπεριφορά και, τέλος πάντων, να αναλάβεις δια ζώσης την ευθύνη των λόγων σου… και εντελώς άλλο πράγμα ο μόνος αντίκτυπος των λόγων σου να είναι ο ήχος από τα κουμπάκια που πατάς στο ταλαιπωρημένο πληκτρολόγιό σου. Και τότε, από την ακαταλληλότητα του ύφους περνάμε στον πλήρη ξεπεσμό του ήθους και την αθλιότητα.

 

Ας δούμε, λοιπόν, ειδικότερα την πρακτική της χυδαιολογίας-λασπολογίας. Τα νέα διαδικτυακά μέσα ενημέρωσης και κοινωνικής δικτύωσης, με την άνευ προηγουμένου διεισδυτικότητά τους σε κάθε σπίτι και την εκπόρθηση κάθε προσωπικού χώρου, εξαναγκάζουν και επιβάλλουν τη γνωστοποίηση σκέψεων και λόγων, τα οποία, εάν έμεναν στους κύκλους όπου αναπτύσσονται, η προσβλητική τους εμβέλεια θα περιορίζονταν σε όσους κακοήθεις τα μεταχειρίζονται. Αντιθέτως, τώρα διαπιστώνει κανείς ότι τον προσβάλλουν δημοσίως άνθρωποι με τους οποίους δεν συναναστρέφεται, δεν έχει κανένα λόγο να συζητά μαζί τους και όμως, του επιβάλλεται η γνωστοποίηση των χυδαιολογιών τους. Για παράδειγμα, ένας κακοήθης, ο οποίος δεν έμαθε ούτε από τους γονείς του να έχει τρόπους, ούτε ποτέ η παιδεία του του το καλλιέργησε… ένας αδαής αγενής που προκαλεί… ένας θρασύδειλος που κρύβεται πίσω από οθόνες και μιλά πατώντας κουμπάκια… ένας τέτοιος ενοχλητικός ανθρωπάκος δεν είναι ανάγκη να δημοσιοποιεί τη χυδαιότητά του. Γιατί πρέπει να την υποστούμε; Είναι ζήτημα ελευθερίας του λόγου ή έχει να κάνει με την ανικανότητα αυτού του ανθρώπου να ασκήσει κριτική; Και είναι πράγματι ανικανότητα ή η χυδαιότητα είναι συνειδητή επιλογή; Και τότε ποιος θα μπορούσε να ξεχωρίσει τον απλό κακοήθη, τον αγενή και αμόρφωτο κοινωνικά από τον θλιβερό έμμισθο λασπολόγο; Και το κυριότερο, γιατί να μπούμε στη διαδικασία της διακρίβωσης του είδους της χυδαιότητάς του, ενώ έχουμε πραγματικά σοβαρότερα πράγματα να κάνουμε;

 

Εν τέλει, για να μην προβληματιζόμαστε, δεν υπάρχει πραγματική ανάγκη διάκρισής τους. Αυτός ο κακοήθης και η χυδαιότητά του μπορεί να αξίζει να πληρώνεται από τον πασιφανή επωφελούμενο, του οποίου είναι αυλικός, ωστόσο δεν μας ενδιαφέρει η μισθωτή σχέση του. Όμως, σε περίπτωση που χυδαιολογεί αμισθί, είναι ταξικό μας καθήκον είναι να του επισημάνουμε ότι είναι μεγάλο κορόιδο (μετά συγχωρήσεως) και σε περίπτωση που τα παίρνει κανονικά, να μας πει τις τιμές, μήπως κάποια στιγμή αλλάξουμε ήθος και πρακτικές… και του δώσουμε κανένα ξεροκόμματο, για να βρίζει άλλους.