Ενότητα και ενοποίηση κομμουνιστικών δυνάμεων: άλλη μια προσπάθεια ή μια άλλη προσπάθεια;




 


Παρέμβαση Βασίλη Λιόση στην εκδήλωση Συντονισμού κομμουνιστικών δυνάμεων, 1/2/2019


1989 και ένα τεράστιο ηλεκτρικό σοκ διαπερνά το σώμα της κομμουνιστικής αριστεράς. Οι σπασμοί του σώματος παραμένουν μέχρι και σήμερα με τα αποτελέσματα να είναι δραματικά. Μόλις σε τέσσερις χώρες στην ευρωπαϊκή επικράτεια υπάρχουν διακριτές κομμουνιστικές δυνάμεις κουβαλώντας η καθεμία τις παθογένειές της και σημαντικά ιδεολογικά και πολιτικά προβλήματα: Ελλάδα, Πορτογαλία, Τσεχία και Ρωσία. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις το κομμουνιστικό κίνημα το έχει καταφάει το μικρόβιο του σεχταρισμού ή της σοσιαλδημοκρατικοποίησης και ουσιαστικά έχει καταστεί ανύπαρκτο.

            

Το εργατικό και κομμουνιστικό κίνημα σε όλες του τις εκδοχές, έχει υποστεί μία τεράστια και ιστορική ήττα. Μια ήττα που συμπυκνώθηκε στην καπιταλιστική παλινόρθωση, και σηματοδοτήθηκε από νίκες του κεφαλαίου επί της εργασίας με μεγάλη σημασία (όπως για παράδειγμα στην περίπτωση της απεργίας των ανθρακωρύχων στην Αγγλία επί Θάτσερ), από τη διασπορά ιδεολογημάτων (όπως αυτό του Φουκουγιάμα για το τέλος της ιστορίας και του Χάντιγκτον για τη σύγκρουση των πολιτισμών), από τη θεαματική αναδιανομή των εισοδημάτων εις βάρος του κόσμου της εργασίας. Όλα αυτά πλαισιώθηκαν από νέες συνθήκες: τη μαζική εισαγωγή των νέων τεχνολογιών στην παραγωγή, την πολυδιάσπαση της εργατικής τάξης και τον τογιοτισμό, την εφαρμογή των δογμάτων του νεοφιλελευθερισμού, την πλημμυρίδα νέων πολιτιστικών υποπροϊόντων του ιμπεριαλισμού.


Στην τέταρτη μεγάλη κρίση του καπιταλισμού, αυτή του 2008, γευτήκαμε νέες ήττες. Ειδικά στον ευρωπαϊκό νότο, οι χώρες υπέστησαν μία αποστράγγιση με νέες μεθόδους που προσομοιάζουν στις μεθόδους που εφαρμόζονται κατά καιρούς στις χώρες της Λατινικής Αμερικής από τον ιμπεριαλισμό, και παρόλα αυτά τα πολιτικά οφέλη για την κομμουνιστική αριστερά είναι είτε πενιχρά, είτε μηδαμινά και σε κάποιες περιπτώσεις μπορούμε να μιλάμε για οπισθοχωρήσεις. Η κρίση και η ήττα φέρανε στην επιφάνεια και κάτι ακόμη πιο ανησυχητικό: την επιστροφή του ναζιστικού τέρατος. Εν τέλει βιώνουμε ένα μακρύ αντεπαναστατικό κύμα, εδώ και σχεδόν 30 χρόνια.


Μπροστά σε αυτή τη ζοφερή πραγματικότητα υπάρχουν μετρημένες επιλογές: α) να μας παρασύρει ένα ακόμη κύμα αποστράτευσης, με άλλα λόγια να καταφύγουμε στη ζεστασιά του σπιτικού καναπέ ή ακόμη χειρότερα στο ανάκλιντρο του ψυχαναλυτή, β) να παραμείνουμε στην ασφάλεια των μικρόκοσμών μας, δηλαδή στις συλλογικότητές μας, γ) να ενσωματωθούμε στους υπάρχοντες σχηματισμούς (ΚΚΕ, ΛΑΕ, ΑΝΤΑΡΣΥΑ), δ) να δημιουργήσουμε κάτι εντελώς νέο· κάτι πραγματικά νέο.

Μπορεί, όσοι βρισκόμαστε εδώ να θεωρούμε αυτονόητη την απόρριψη της πρώτης εκδοχής, δεν συμβαίνει το ίδιο και για όσους δεν βρίσκονται σήμερα εδώ. Στη δεύτερη εκδοχή η αυτάρεσκη παραμονή στον οίκο μας και η αέναη αυτοδικαίωσή μας, είναι ο σίγουρος δρόμος για τον αφανισμό μας. Η τρίτη επιλογή στερείται νοήματος. Οι κυρίαρχες συλλογικότητες σήμερα δεν έχουν καμία ελπίδα ανασύστασης και αυτό γιατί:      

    

Πρώτο, γιατί οι παθογένειές τους δεν είναι μία στιγμή απόκλισης από την κανονικότητα, αλλά είναι πλέον δομικό στοιχείο των υπαρχόντων κομμουνιστικών σχηματισμών.


Δεύτερο, γιατί αρκετοί από τους σχηματισμούς δεν αναγνωρίζουν καν την ύπαρξη παθογενειών. Συνήθως, ως εξήγηση «της κακής μας της μοίρας», δίνεται «η λειψή κατανόηση της γραμμής από τον κόσμο» ή «η μη συνεπής εφαρμογή της».


Τρίτο, γιατί υπάρχουν υιοθετημένα αναπόδεικτα θεωρητικά και ιδεολογικά σχήματα που στο όνομα μιας συνεπούς επαναστατικότητας, μετατρέπουν την πολιτική σε άχρηστο βερμπαλισμό ή από την άλλη υποτάσσονται καιροσκοπικά στο ρεύμα της εποχής.


Σήμερα με κλεισμένους τους ιστορικούς κύκλους των κομμάτων της Αριστεράς, έχουμε ένα ΚΚΕ με αριστερίστικη θεωρία και δεξιά πρακτική, μία ΛΑΕ που είναι επιρρεπής σε εθνικιστικές φωνές και με θολό το σοσιαλιστικό όραμα και μία εξωκοινοβουλευτική αριστερά που αδυνατεί ή δεν θέλει να βγάλει συμπεράσματα από την περιθωριοποίησή της. Συγχρόνως, ο ΣΥΡΙΖΑ στο όνομα της Αριστεράς, στην οποία ουδέποτε άνηκε, ασκεί αντιλαϊκή πολιτική. Επομένως, το κενό είναι υπαρκτό και καλούμαστε να το καλύψουμε. 


Μας απομένει, λοιπόν, μία εναλλακτική. Όσοι σήμερα επιμένουμε σε πείσμα των καιρών, κάνοντας ένα ταξίδι σαν την πέστροφα που πάει αντίθετα στη ροή του ποταμού, πρέπει να πάρουμε αποφάσεις που να υπερβαίνουν τα τετριμμένα. Απαιτούνται νέες πρωτότυπες εμπειρίες και νέες δομές. Με ποιες προϋποθέσεις, όμως, πρέπει να υλοποιηθεί ένα νέο εγχείρημα;  


Με την αποφασιστική απόρριψη της πρακτικής του φραξιονισμού, του εισοδισμού, του εμπειρισμού, του καρκινώματος της γραφειοκρατίας, του παραγοντισμού.


Στο δημιουργικό κομμάτι καλούμαστε να αποκτήσουμε ουσιαστική επαφή με το εργατικό κίνημα και με τη νεολαία. Να συγκροτήσουμε μελετητικές ομάδες για την εμβριθή μελέτη του καπιταλισμού. Να αποκαταστήσουμε τη διαλεκτική σχέση τακτικής-στρατηγικής. Να μιλάμε ανοικτά και με ειλικρίνεια.


Όσον αφορά την εσωκομματική λειτουργία ένα καταστατικό δεν είναι προϊόν νομοτεχνικών κανόνων, αλλά αποτελεί οργανικό κομμάτι της πολιτικής και ιδεολογίας ενός κόμματος. Ο Δημοκρατικός Συγκεντρωτισμός είναι αδιαπραγμάτευτος. Το ερώτημα είναι τι περιεχόμενο του δίνουμε. Θα πρέπει οι αρχές της Κομμούνας, δηλαδή η αιρετότητα, η ανακλητότητα, η απουσία προνομίων, η εναλλαγή, να συνδυάζονται με τη συνειδητή και συνεπή πειθαρχία των κομμουνιστών. Η ελεύθερη συζήτηση εσωκομματικά και η συμβολή όσο το δυνατό περισσότερων στις αποφάσεις, πρέπει να συνυπάρχουν με την ενιαία δράση. Πάντως, η δημιουργία ενός νέου υποκειμένου που θα απαρτίζεται από ανθρώπους με διαφορετικές διαδρομές και παραδόσεις, απαιτεί τόλμη. Προϋποθέτει τη συμφωνία σε ένα προγραμματικό κείμενο και σε ένα καταστατικό, αλλά όχι τη συνολική συμφωνία για ευρύτερα ιστορικά ζητήματα. Θα μείνουν ζητήματα ανοικτά προς αναζήτηση και συζήτηση, πάντα συντεταγμένα. Δεν χάθηκε δα και ο κόσμος αν δεν έχουμε συναντίληψη για τον Ζαχαριάδη, τον Στάλιν, τον Μάο, τη φύση των καθεστώτων του υπαρκτού, τον Αλτουσέρ και τον Γκράμσι. Οι σχεδόν σίγουρες διαφωνίες μας σε σειρά θεμάτων, δεν πρέπει και δεν μπορούν να εμποδίσουν τη συσσωμάτωσή μας.


Εισερχόμαστε στον 9ο χρόνο συζητήσεων κι έχουμε καθυστερήσει πολύ. Οι διαδικασίες που αφορούν την ενότητα την κομμουνιστικών δυνάμεων πρέπει να επισπευτούν. Από εδώ κι έπειτα, λιγότερα λόγια και πιο πολλές πράξεις. Συγκεκριμένα: να συγκροτηθούν δύο ομάδες που να εργαστούν για τη συγγραφή ενός προγραμματικού κειμένου κι ενός σχεδίου καταστατικού, πάντα με την προϋπόθεση ότι θα ξεκινήσουν και οι απαραίτητες κινήσεις απογαλακτισμού. Στο μεταξύ ο συντονισμός στο εργατικό και νεολαιίστικο κίνημα, οι κοινές πρωτοβουλίες, η συμπόρευση στους αγώνες, είναι εκ των ων ουκ άνευ.


Κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί την επιτυχή έκβαση ενός νέου εγχειρήματος, ούτε όμως και την αποτυχία του. Είμαστε υποχρεωμένοι να διατηρήσουμε εντός μας αναμμένη τη φλόγα του κομμουνιστή και να μην αφήσουμε το μακρύ αντεπαναστατικό κύμα να μας τη σβήσει. Δύσκολοι καιροί; Ναι. Πολλές απογοητεύσεις; Ναι. Κινηματική φτώχια; Ναι. Τα οράματά μας σε διαρκή υποχώρηση; Ναι. Παντού νηνεμία. Αλλά όπως λέγανε οι Λατίνοι:

 

Destitutus ventis, remos adhibe, δηλαδή

Αν ο άνεμος δεν βοηθάει, πιάσε τα κουπιά.