Η παρακμή του αστικού πολιτικού συστήματος


του Βασίλη Λιόση



Οι εκλογές είναι ένα μικρό στιγμιότυπο στην πορεία ενός έργου που μας υπενθυμίζει πως διαβιούμε εντός ενός συστήματος που βρίσκεται σε προϊούσα σήψη. Το σχόλιο δεν αφορά αυτές καθαυτές τις εκλογές, αλλά ό,τι τις περιβάλλει. Οι ίδιοι οι εκπρόσωποι του αστικού πολιτικού συστήματος, αυτοί που σε κάθε ευκαιρία μιλάνε για τον «ναό της δημοκρατίας», για τον «λαϊκισμό», για «ηθικά προτάγματα», για το ότι «εργάζονται πάντα για το καλό του έθνους», είναι αυτοί που απαξιώνουν το σύστημα που υπερασπίζονται και δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Τα παρακμιακά φαινόμενα είναι σύμφυτα με το καπιταλιστικό σύστημα, είναι εγγενή χαρακτηριστικά του, όπως και νομοτελειακό είναι να παράγονται αυτού του είδους οι εκπρόσωποι. Οι αφορμές για τις παραπάνω διαπιστώσεις είναι πολλές.


Οι μετακινήσεις διάφορων πολιτικών λιμοκοντόρων έχουν γίνει πια καθημερινό φαινόμενο. Υπάρχουν επαγγελματίες γυρολόγοι πολιτικοί που στη διαδρομή τους έχουν περάσει μέχρι και από εννέα-δέκα κόμματα (ο Μπίστης είναι μία τέτοια χαρακτηριστική περίπτωση και τον ακολουθεί κατά πόδας ο Οικονόμου). Οι πολιτικές μεταγραφές αφορούν ακόμη και πολιτικάντηδες που ενώ στην προηγούμενη διαδρομή τους καθύβριζαν με πάθος τον (δήθεν) αντίπαλο σχηματισμό και αποκλείανε την περίπτωση να ενταχθούν σε αυτόν, στη συνέχεια με περίσσεια ευκολία όχι μόνο εντάχθηκαν αλλά και κάποιοι από αυτούς έγιναν πρωτοκλασάτα στελέχη του χθεσινού εχθρού (Γεωργιάδης από ΛΑΟΣ σε ΝΔ, Ψαριανός και Αμυράς από ΠΟΤΑΜΙ σε ΝΔ, Ραγκούσης από ΚΙΝΑΛ σε ΣΥΡΙΖΑ, Θεοχαρόπουλος από ΔΗΜΑΡ σε ΣΥΡΙΖΑ κ.ά.). Και όλα αυτά δίχως ίχνος ντροπής, αυτοκριτικής, πειστικής εξήγησης για τη «μεταμέλεια». Η μετακίνηση, σχεδόν πάντα, γίνεται αφού έχει προηγηθεί κατάρρευση του κόμματος στο οποίο συμμετείχαν. Επομένως, έχουμε κάθε δικαίωμα να συμπεράνουμε πως οι μεταπηδήσεις αυτές είναι προϊόν αμοραλισμού, αριβισμού, παραδοπιστίας αλλά και εξυπηρέτησης της κυρίαρχης πολιτικής, όταν αυτή βρίσκεται σε αδιέξοδο. Αυτοί οι πολιτικοί  ανήκουν σε εκείνη την κοινωνική κατηγορία που λαϊκά έχει ονομαστεί ΟΦΑ (= όπου φυσάει ο άνεμος). Από την άλλη πρέπει να υπογραμμίσουμε πως οι μεταπηδήσεις αυτές διευκολύνονται αφ΄ ης στιγμής οι διαφορές μεταξύ των κομμάτων του αστικού αστερισμού είναι δευτερεύουσας σημασίας. Ο πυρήνας της πολιτικής τους είναι κατά βάση ίδιος.


Ένα άλλο στοιχείο του εκφυλισμού είναι οι ψεύτικες υποσχέσεις. Ας θυμηθούμε πως «τα μνημόνια θα καταργούνταν με ένα νόμο και ένα άρθρο», πως «ο ΕΝΦΙΑ ήταν ο πιο άδικος φόρος», πως «η Μέρκελ θα δεχτεί συμβιβασμό και θα είναι μέρα μεσημέρι», πως το ΟΧΙ έγινε ΝΑΙ κ.ά. Στη συνέχεια όταν αλλά αυτά αναιρέθηκαν στην πράξη, δικαιολογήθηκαν με απίθανους ακροβατισμούς και με περίσσιο θράσος. Το θράσος όμως δεν περίσσεψε ούτε στην άλλη πλευρά. Αυτοί που μας έφεραν το ΔΝΤ, αυτοί που εφάρμοσαν τα μνημόνια, αυτοί που κατάφεραν τη μεγαλύτερη αναδιανομή του εισοδήματος μεταπολιτευτικά, αυτοί που έδιωξαν μισό εκατομμύριο νέους από τον τόπο τους, αυτοί που ευθύνονται για τις αυτοκτονίες ανθρώπων που απελπισμένοι αδυνατούσαν να αντιμετωπίσουν την κρίση, αυτοί βγαίνουν τώρα ως τιμητές της δημοκρατίας, της εξυγίανσης, της ανάπτυξης.


Ο εγκλωβισμός της συζήτησης σε δευτερεύουσες πλευρές της πολιτικής δεν αποτελεί θεωρητική  αδυναμία των «ταγών του έθνους». Είναι απολύτως συνειδητή τακτική. Βεβαίως έχει αξία η συζήτηση για τις «διακοπές με τα κότερα», για τη «συμμετοχή στα σκάνδαλα», για δηλώσεις με ρατσιστικό περιεχόμενο, για το ύφος δηλώσεων και για την εκφορά του πολιτικού λόγου, ωστόσο ας συνειδητοποιήσουμε τούτο: Σε αυτές τις εκλογές σχεδόν κανείς δεν επανέφερε τη συζήτηση για το χρέος της Ελλάδας. Για το ότι έχει υποθηκευτεί η δημόσια περιουσία για δεκαετίες, για το ότι ξεζουμίστηκε ο ελληνικός λαός και το χρέος μεγάλωσε, για το ότι η Ελλάδα είναι επί της ουσίας χρεοκοπημένη. Ο ένας πανηγυρίζει γιατί υποτίθεται πως βγήκαμε από τα μνημόνια (τίποτα πιο ψευδές από αυτό), ο άλλος θα μας εξασφαλίσει μια νέα ελπιδοφόρα πορεία (ομοίως ψευδές). Κι επειδή η σκανδαλολογία είναι στην ημερήσια διάταξη ας μην ξεχνάμε τούτο: το μεγαλύτερο σκάνδαλο είναι η εκμετάλλευση της εργατικής τάξης και το γεγονός ότι αυτό παρουσιάζεται ως μία φυσική αναγκαιότητα και ως μία αιώνια και αμετάβλητη κατάσταση.


Σοβαρό στοιχείο σήψης αποτελεί και η επιλογή υποψηφίων που απολαμβάνουν τηλεοπτικής προβολής και που όχι μόνο δεν έχουν να επιδείξουν κάποια κοινωνική δράση, αλλά αδυνατούν να έχουν ένα στοιχειώδη πολιτικό λόγο. Έτσι, τα φαινόμενα μπερλουσκονισμού καλά κρατούν. Διεισδύουν στους πόρους της ελληνικής κοινωνίας και συγκροτούν νέες επικίνδυνες απόψεις, απολιτικές στάσεις που στο βάθος είναι βαθιά πολιτικές. Ψινάκης, Γεωργούλης, Ζαγοράκης, Κουντουρά, Χρηστίδου, Μπέος, Μώραλης και άλλοι μας δείχνουν πως δεν έχει σημασία τι λες, αλλά πόσο έχεις μπει στα σπίτια του κόσμου μέσω των τηλεοπτικών δεκτών. Οι δέκτες που γίνονται πομποί, διαμορφώνοντας συνειδήσεις, νοοτροπίες, στάση ζωής. Να σημειώσουμε ακόμη πως οι δηλώσεις κυνικότητας τείνουν να θεωρούνται κανονικότητα. Όπως χαρακτηριστικά δήλωσε ο Γεωργούλης «συζήτησα και με τα δύο μεγάλα κόμματα αλλά επέλεξα τον ΣΥΡΙΖΑ για να συνεργαστώ».


Αυτά τα παρακμιακά φαινόμενα είναι που έχουν ευνοήσει και την ενίσχυση υπερσυντηρητικών και ακροδεξιών φαινομένων. Έτσι, οι κηραλοιφές, οι επιστολές του Χριστού, το φάρμακο για τη φαλάκρα που διαφημίζονται από φαλακρό ακροδεξιό πολιτικάντη ο οποίος διαπιστώνει πως αν δεν είχε γίνει η Άλωση της Κωνσταντινούπολης, η τεχνολογία των Ελλήνων θα μας είχε πάει στον Σείριο, δεν προκαλούν την αποδοκιμασία και τον χλευασμό. Αντιθέτως, επιβραβεύτηκαν με την εκλογή ευρωβουλευτή και δείχνουν πως το βαρέλι δεν έχει πάτο.


                  Και ποιος είναι ο κύριος υπεύθυνος για αυτή την κατάπτωση; Μήπως εν τέλει φταίχτης είναι ο ίδιος ο λαός που έχει κοντή μνήμη και συμβάλει στο διαρκές έγκλημα; Η καταφατική απάντηση στο παραπάνω ερώτημα, είναι η εύκολη λύση. Και είναι η εύκολη λύση γιατί δεν αναζητά τα πραγματικά αίτια αυτής της κατάστασης. Γιατί αδυνατεί να ερμηνεύσει τους όρους μέσω των οποίων διαμορφώνονται αυτά τα φαινόμενα. Δεν βλέπει ή δεν θέλει να δει τους μηχανισμούς κοινωνικής χειραγώγησης και δεν κατανοεί πως οι επικλήσεις για την ανάγκη χειραφέτησης δεν λειτουργούν, επειδή ακριβώς είναι μόνο δηλώσεις και τίποτα άλλο, δηλώσεις που δεν μπορούν να συγκινήσουν παρά μόνο τους πεισμένους. Και αν η διαπίστωση για τον «κόσμο που φταίει» γίνει από ένα μεμονωμένο πρόσωπο, μικρό το κακό. Όταν, όμως, γίνεται από έναν συλλογικό φορέα, η βαρύτητα και η ευθύνη πολλαπλασιάζεται. Ας θυμηθούμε πως το ΚΚΕ στο πρόσφατο παρελθόν κούναγε το δάχτυλο προς τον λαό με την επίκληση «Διορθώστε την ψήφο σας», ενώ στις τελευταίες αναλύσεις σε τηλεοπτική συζήτηση διαπιστώθηκε πως «οι μετακινήσεις των ψηφοφόρων ανάμεσα στα δύο μεγάλα κόμματα δείχνουν υποταγή και φόβο από την πλευρά του κόσμου» (Κουμπούρης). Ας αναρωτηθούμε, λοιπόν: η διαπίστωση ότι ο άλλος είναι συμβιβασμένος και φοβισμένος τον βοηθά να απεγκλωβιστεί από τον εγκιβωτισμό του ή τον απομακρύνει και άλλο από μία ριζοσπαστική θεώρηση των πραγμάτων; Από την άλλη, αυτός που έχει τη δυνατότητα να κρίνει την συνειδησιακή κατάσταση του κόσμου, γιατί έχει αυτή τη δυνατότητα; Είναι ζήτημα ευφυΐας; Οι καλές προθέσεις δεν αποκλείουν τη γειτνίαση με τον ελιτισμό.


Η κατάσταση στην Ελλάδα και σε όλη την Ευρώπη είναι δύσκολη και μπορεί να γίνει δυσκολότερη. Η μία λύση είναι η απογοήτευση, το ανάθεμα και η αποστράτευση από τους κοινωνικούς αγώνες. Η άλλη είναι το πείσμα για νέους αγώνες και η ανασυγκρότηση όλων εκείνων που αγωνιούν για μια ριζικά διαφορετική κατάσταση. Αυτοί που επιλέγουν τον δεύτερο δρόμο είναι οι λίγοι. Επομένως το κορυφαίο πρόβλημα ήταν, είναι και θα είναι με ποιο τρόπο οι λίγοι θα πείσουν τους πολλούς. Όχι βέβαια αυτάρεσκα να ισχυριζόμαστε πως την ιστορία τη γράφουν μειοψηφίες. Αυτή είναι η μισή αλήθεια. Στις μεγάλες ιστορικές τομές οι πρωτοπορίες είναι αυτό ακριβώς που λέει η λέξη, αλλά ποτέ δεν πέτυχαν κάτι χωρίς τη συμμετοχή ευρύτατων λαϊκών στρωμάτων.