Η θύελλα, του Ιλία Έρενμπουργκ

 

Πολλά, πάρα πολλά, μπορεί να γράψει και πολύ περισσότερα να πει κανείς για το μυθιστόρημα του Ιλία Έρενμπουργκ[1], Η θύελλα. Γράφτηκε από τον σοβιετικό συγγραφέα και δημοσιογράφο στα 1946-1947. Το βιβλίο εκδόθηκε στα ελληνικά το 1953. Δυστυχώς σήμερα πια είναι δυσεύρετο.

Η θύελλα είναι ένα πανόραμα του άγριου πολέμου που εκτυλίσσεται ταυτόχρονα στη Γαλλία, στη Σοβιετική Ένωση και στη Γερμανία. Οι άνθρωποι, οι χαρακτήρες τους, τα συμφέροντά τους, η ταξική τους ένταξη, οι ιδέες τους, οι δυνατότητες και οι περιορισμοί που προκύπτουν από αυτά, παρελαύνουν μπροστά στον αναγνώστη σε ένα εκπληκτικό παλίμψηστο. Η δράση είναι καταιγιστική, οι ήρωες πειστικοί, αληθινοί, της διπλανής πόρτας, με τα θετικά και τα αρνητικά τους, με τις αποχρώσεις τους. Οι χαρακτήρες εξελίσσονται μέσα στη δίνη των γεγονότων, μέσα στη γιγάντια σύγκρουση που συγκλόνισε την ανθρωπότητα.

Επιπλέον, πολλοί πολιτικοί και ιδεολογικοί προβληματισμοί και συζητήσεις γεννιούνται από όλα αυτά. Στη Σοβιετική Ένωση, όπου το βιβλίο έγινε με ιδιαίτερη θέρμη δεκτό, προκλήθηκε σοβαρή λογοτεχνική και πολιτική συζήτηση.

Στο βιβλίο αναδεικνύεται ανάγλυφα, ανάμεσα σε άλλα,  η απανθρωπιά του φασισμού που συνιστά άρνηση της ανθρώπινης ουσίας, της ανθρώπινης λογικής. Φαίνεται ξεκάθαρα και συγκεκριμένα η σύνδεση του ναζισμού με τα κεφαλαιοκρατικά συμφέροντα αλλά και η καλλιέργεια από τους ναζί των πιο χαμερπών ενστίκτων. Με λίγα λόγια, η απειλή του ανθρώπινου πολιτισμού από το φασισμό και τον πόλεμο αναδύονται μέσα από την πλοκή του έργου. Κυρίως όμως αναδεικνύεται το μεγαλείο του ανθρώπου στον αγώνα του ενάντια στο φασισμό, στον πόλεμο.  Ξεχειλίζει ως αντίδοτο η ανθρώπινη αξιοπρέπεια.

Πέρα όμως από αυτά υπάρχουν, ανάμεσα στα άλλα, σε δεύτερο ή τρίτο πλάνο, αναφορές στην τέχνη. Αλιεύουμε από εκεί το ακόλουθο κομμάτι, παρότι δεν είναι αντιπροσωπευτικό της θεματικής του βιβλίου: “... ένας καλλιτέχνης πρέπει να ξέρει να παρατηρεί. Ύστερα κατάλαβε πως του χρειαζόταν ακόμη να καταλαβαίνει εκείνο που βλέπει. Τώρα ήξερε πως δεν είναι μόνο αυτό. Το κυριώτερο είναι να δοκιμάζεις τα πράγματα στον ίδιο τον εαυτό σου... Σκέπτονται, πως η τέχνη είναι το ευκολώτερο πράγμα στον κόσμο: έμαθες τη ζωγραφική, δεν έχεις, λοιπόν, παρά ν' αρχίσεις να ζωγραφίζεις. Έ λοιπόν, προκειμένου για την τέχνη, δεν είναι αρκετό νάχεις βαθιές σκέψεις, καλή θέληση, καπατσοσύνη. Δε φτάνει να βλέπεις και να καταλαβαίνεις. Δημιουργώντας, πρέπει ακόμη να κοπιάζεις, να λιώνεις. Η τέχνη δε βλέπει μόνο το παρελθόν, δεν έχει μόνο μια καλή μνήμη. Έχει και πρόγνωση ακόμη”.

 



[1]      Βλ. http://www.biblionet.gr/author/79748/%CE%97%CE%BB%CE%B3%CE%B9%CE%AC_%CE%95%CF%81%CE%B5%CE%BD%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B3%CE%BA