Δεν ήμουν πάντα έτσι, φίλε


του Δημήτρη Καλτσώνη

 

Ήταν γεμάτος πενηντάρης, κρεμανταλάς. Χοντρό δεν τον έλεγες αλλά τα κιλά του τα είχε. Πιο πολύ έκανε εντύπωση η πλαδαρότητά του. Η κοιλιά του δίπλωνε διπλή και τρίδιπλη κάτω από το καλοκαιρινό παλαιομοδίτικο μπλουζάκι του. Τα χέρια του ήταν κι αυτά πλαδαρά αλλά όχι σαν των γέρων. Έτρωγε σε διπλανό τραπέζι. Μαζί του κάθονταν μια γυναίκα της οποίας έβλεπα μόνο την πλάτη και ένας έφηβος με το μουστάκι του ακόμη αξύριστο, άβολος και αβέβαιος για τον κόσμο τούτο.

Τα μάτια του ήταν καρφωμένα στο πουθενά. Πίσω από τα γυαλιά του διέκρινες ένα βλέμμα που έμοιαζε αλλήθωρο αλλά δεν ήταν. Ήταν σκυμμένος βαθιά μέσα στο πιάτο του, αμίλητος. Δεν υπήρχε δίπλα του κανείς. Μασουλούσε μεθοδικά, με στόμα μισάνοιχτο, τη μια μπουκιά πίσω από την άλλη, ούτε γρήγορα ούτε αργά.

Δεν ξέρω αν τα καταφέρνω, αλλά προσπαθώ να είμαι διακριτικός άνθρωπος. Δεν μου αρέσει να χώνομαι με το έτσι θέλω στη ζωή των άλλων. Απέφευγα λοιπόν να εκτεθώ κοιτάζοντας το γειτονικό τραπέζι. Ωστόσο, όλο και λοξοκοίταζα προς τα κει. Επεξεργαζόμουν τα μακριά του δάχτυλα. Κρατούσαν σαν αρπάγη με το αριστερό χέρι ένα κομμάτι ψωμί και με το δεξί το πιρούνι. Η ώρα περνούσε και συνέχιζε το έργο του. Κάποια στιγμή κοντοστάθηκε, μόνο για να συνεχίσει με τον ίδιο ρυθμό.

Αποφάσισα να σταματήσω να τον παρατηρώ. Ο χώρος ήταν ειδυλλιακός: βρισκόμουν κάτω από μια κληματαριά, ολογύρω γεράνια, κοράλλια και βοκαμβίλιες. Το κρασί ήταν δροσερό και η παρέα μου ευχάριστη. Δεν υπήρχε επομένως κανένας λόγος να ασχολούμαι με τον γείτονά μου. Ήταν από τις στιγμές που αισθάνεσαι ότι ο κόσμος είναι καλοφτιαγμένος, όμορφος, δίκαιος, κι ας μην είναι. Οι άνθρωποι είναι κι αυτοί καλοί και μπορούν να γίνουν καλύτεροι. Καμιά φορά όμως χειρότεροι. Εξαρτάται.

Κι όμως, δεν μπορούσα να ξεκολλήσω. Έριχνα συνέχεια κλεφτές ματιές στον άγνωστο συνδαιτυμόνα μου. Πιο πολύ με εντυπωσίαζε η σιωπή στο διπλανό τραπέζι. Δεν είχε ανταλλάξει λέξη με τους γύρω του. Επίμονα, πεισματικά θα έλεγες, κρατούσε το στόμα του κλειστό. Αναρωτήθηκα μάλιστα αν είχε παραγγείλει ο ίδιος τα φαγητά. Είχε φωνή; Δεν ήταν η σιωπή του πεινασμένου που χορταίνει την πείνα του, ούτε του κουρασμένου που δεν αντέχει να σταυρώσει κουβέντα. Ούτε του θυμωμένου. Ποιος συμβιβασμός, ποια υποτέλεια, ποια υποταγή τον είχαν φέρει ως εδώ;

Καθώς η ώρα περνούσε ξεθάρρεψα. Χωρίς προσχήματα τον κοιτούσα  για αρκετή ώρα όταν ξαφνικά γύρισε προς το μέρος μου. Με κοίταξε με ύφος απλανές, απολογητικό, παρακλητικό, όπως τα παιδικά μάτια που ζητούν βουβά βοήθεια, και μου είπε: Δεν ήμουν πάντα έτσι, φίλε.