The Voice: Μία Φωνή Αθλιότητας

 

του Βασίλη Λιόση



Αυτές τις ημέρες των γιορτών δημιουργείται μια επίπλαστη εικόνα ευμάρειας και χαράς. Χαράς δίχως κάποιον ιδιαίτερο λόγο. Απλώς πρέπει να χαμογελάμε, να γελάμε, ακόμη κι αν το μυαλό μας το ταλανίζουν δεκάδες προβλήματα άλυτα ή δυσεπίλυτα. Επομένως, «όποιος γκρινιάζει είναι κατσούφης και γρουσούζης», κάτι σαν τον κακότροπο γέρο Σκρουτζ στο παραμύθι του Κάρολου Ντίκενς. Γιατί όλη αυτή η εισαγωγή; Απλώς για να επισημάνουμε ότι το κείμενό μας δεν θα είναι πολύ ευχάριστο, πηγαίνοντας κόντρα στο τεχνητό κλίμα των σελέμπριτις.

 

Εδώ και χρόνια οι τηλεοπτικοί μας δέκτες έχουν πλημυρίσει από εκπομπές ανάδειξης ταλέντων.  Μία εξ αυτών είναι το The Voice. Πρόκειται για μία μπίζνα παγκόσμιας εμβέλειας –υποθέτουμε ότι η έδρα της επιχείρησης βρίσκεται στις ΗΠΑ– με τεράστια κέρδη. Αυτό είναι το πρώτο στοιχείο επισήμανσης σχετικά με αυτές τις εκπομπές που αν και φανερό, δύσκολα, ίσως, γίνεται αντιληπτό: τέτοιες εκπομπές δεν σχετίζονται με την τέχνη παρά μόνο με τη θεότητα του κέρδους και τίποτα άλλο.

 

Το δεύτερο στοιχείο είναι πως οι διαγωνιζόμενοι στην πλειονότητά τους τραγουδάνε ξένα τραγούδια. «Τι το κακό έχει αυτό;», θα μπορούσε κάποιος να αναρωτηθεί; Τίποτα απολύτως είναι η απάντησή μας, στο βαθμό που δεν πρόκειται για κατασκευασμένα υποπροϊόντα του συστήματος. Την ίδια παρατήρηση θα είχαμε αν οι διαγωνιζόμενοι τραγουδούσαν σκυλάδικα.

 

Τρίτο και πολύ σοβαρό στοιχείο αφορά στη λέξη «ευκαιρία». Δεν υπάρχει δικαίωμα στην εργασία, αλλά μόνο ευκαιρίες. Αρκεί κάποιος να τις αρπάξει από τα μαλλιά. Για όσους δεν τα καταφέρουν, κρίμα για αυτούς…

 

Οι περισσότεροι διαγωνιζόμενοι και πολύ περισσότερο οι κριτές συναγωνίζονται στη διατύπωση αφόρητων κοινοτοπιών (κλισεδιές τις λέει η νεολαία). «Το κυριότερο είναι ότι πέρασα καλά», λένε συχνά οι διαγωνιζόμενοι. Και γιατί δε βγαίνεις με την παρέα σου να περάσεις καλά, αναρωτιόμαστε.

 

«Τη γνώμη των coaches θα την πάρω πολύ σοβαρά υπόψη», συνεχίζουν οι διαγωνιζόμενοι. Αλήθεια τι συνήθεια είναι αυτή να χρησιμοποιούνται οι αγγλικές λέξεις στην πληθυντικό; Λέει κανείς από εμάς «έφαγα δύο sandwiches», ή «βαρέθηκα τα toasts» ή «η ομάδα μου έβαλε τρία goals»;

 

Από την άλλη οι κριτές βομβαρδίζουν το κοινό με τόνους σαχλαμάρας. Ως ειδικοί καθηγητές μουσικής αποφαίνονται «δεν ήσουν πολύ καλός στις ψηλές», «το κουπλέ σου ήταν προβληματικό», «τραγούδησες καλά αλλά μας έλειψε το συναίσθημα», «είσαι καλλιτεχνάρα», «μου αρέσει που δεν φοβήθηκες και τσαλακώθηκες στη σκηνή» κ.λπ. Κάνουν καραγκιοζιλίκια για να πείσουν τους διαγωνιζόμενους να μπουν στην ομάδα τους, ενώ τα αστεία τους είναι απολύτως αποτυχημένα και οι παραγωγοί βάζουν γέλια «κονσέρβα» για να μας πείσουν ότι το κοινό ξεκαρδίζεται, λες και παρακολουθούμε κακόγουστο αμερικανικό σήριαλ.

  

Σχεδόν όλα τα κανάλια έχουν κατακλειστεί από αυτό το είδος εκπομπών. Μάλιστα στο ΣΚΑΪ εκτός από το The Voice, υπάρχει και αντίστοιχη εκπομπή για παιδιά. Αλίμονο! Να μην αφήσουμε έξω από την αποβλάκωση τα μικρά παιδιά. Πρέπει να τα διδάξουμε από τώρα τον κόσμο των σελέμπριτις, την έννοια της καριέρας και της ευκαιρίας, να τραγουδάνε με άψογο τρόπο αμερικανιές με τα αγγλικά των 100 λέξεων. Αλλιώς δεν ξέρεις προς τα πού μπορεί να τραβήξει αυτή η νεολαία. Μια νεολαία που για πρώτη φορά μεταπολιτευτικά θα έχει χειρότερη ζωή από αυτή των γονιών της.

 

Ευτυχώς, όμως, το The Voice όπως μας πληροφορούν δεν ενδιαφέρεται για την εμφάνιση, τα ψηλά πόδια, τους καλοσχηματισμένους κοιλιακούς, τα λευκά δόντια που λαμπιρίζουν στα φώτα, τη "hipster" εμφάνιση. «Εδώ αναζητάμε τις φωνάρες». Κι έτσι κατασκευάζεται το άλλοθι. «Ας έρθουν κι ευτραφείς τραγουδιστές, μεγάλοι σε ηλικία ακόμη και άστεγοι». Μήπως, όμως, αυτό είναι μία σημαντική διαφοροποίηση; Επ’ ουδενί, απαντάμε. Και είμαστε τόσο κατηγορηματικοί, γιατί τα πάντα ακόμη κι ο ανθρώπινος πόνος στις ημέρες μας γίνονται εμπορεύσιμα είδη.