H αφύπνιση

του Δημήτρη Καλτσώνη 

Αυτή είναι μια ιστορία που μου διηγήθηκε ο φίλος μου ο Δημήτρης. Συνονόματος. Πάντα έχει να μας πει μικρές ιστορίες, αστείες, τραγικές, παράξενες, καθημερινές, κάποιες εξωπραγματικές. Κι εμείς όλοι οι φίλοι τον ακούμε προσεκτικά. Σας την αντιγράφω λοιπόν, και μάλιστα στο χέρι μια και υπολογιστή εδώ που είμαι δεν έχω.

Έφτασα στην ώρα μου στο σταθμό των υπεραστικών λεωφορείων. Πήγα αμέσως να βγάλω εισιτήρια, να ησυχάσω και να διαβάσω το βιβλιαράκι μου στο διάστημα της αναμονής. Μπροστά στο γκισέ υπήρχε ένας μικρός συνωστισμός αλλά δεν ήταν σαφές ότι περιμένουν όλοι εκεί στη συγκεκριμένη θυρίδα. Δεν μου αρέσουν οι εξυπνάκηδες που παίρνουν τη θέση των άλλων. Έτσι λοιπόν ρώτησα μια γυναίκα που στεκόταν κάπως παράμερα: “περιμένετε εδώ;” “Ναι”, μου απάντησε απότομα λες και πήγα να της φάω τη σειρά.  Ευγενής όντας, κατάπια την ενόχλησή μου και παραμέρισα λίγο. Να όμως που έρχεται ένας νεαρός και μπαίνει μπροστά απ' τη γυναίκα στο γκισέ. Και σε λίγο ένας δεύτερος. Κι αυτή δεν βγάζει άχνα. Αποφάσισα λοιπόν να περάσω μπροστά, να βγάλω το εισιτήριό μου.

Η γυναίκα θα περίμενε μάλλον κάτι άλλο. Παρεξήγηση. Την περιεργάστηκα λίγο με την άκρη του ματιού μου. Δύσκολο να πεις πόσο χρονών ήταν. Τριάντα; σαράντα; πενήντα; όψη και ντύσιμο θεούσας. Ξινό πρόσωπο, άχρωμο, άοσμο. Τα χείλη σφιγμένα. Απέπνεαν εκνευρισμό, μάλλον μόνιμο. Τα μαλλιά της τραβηγμένα πίσω σε κότσο. Μαύρα; καστανά; χωρίς χρώμα; Κρατούσε από το χέρι ένα κοριτσάκι. Άχρωμο κι αυτό δυστυχώς, ανύπαρκτο δίπλα στη μάνα της.

Τέλος πάντως, μπήκα στο λεωφορείο. Είχα και καλή θέση. Διάδρομος, για να μπορώ να απλώνω τα πόδια μου. Και λίγο μπροστά, κοντά στον οδηγό για να βλέπω το δρόμο. Ποιά ήρθε και κάθισε δίπλα μου, στην άλλη πλευρά του διαδρόμου; Η γυναίκα του γκισέ, με το παιδάκι της. Από τη στιγμή που κάθισε, δεν σταμάτησε να μιλά στο τηλέφωνο και μάλιστα δυνατά, μέσα στο αυτί μου αλλά μάλλον και μέσα στο αυτί όλων. Στον πρώτο που μιλούσε έλεγε: “δεν ξέρω ούτε τι ώρα θα φύγω, ούτε που θα πάω. Θα το αποφασίσω επιτόπου”. Και μετά κλείνοντας το τηλέφωνο μονολογούσε “σιγά που θα σου έλεγα”. Στη συνέχεια τιτίβισε διαδοχικά με δυο τρεις φίλες της χαϊδεύοντας, όση ώρα μιλούσε, το άσπρο καλώδιο των ακουστικών. Κάποια στιγμή, στο διάλειμμα ανάμεσα σε δυο τηλεφωνήματα, το κοριτσάκι κάτι είπε. Δεν άκουσα. “Σκάσε εσύ” του απάντησε κι αυτό έσκασε.

Μετά άρχισε να μιλάει για τα επαγγελματικά της. Σας να έδινε οδηγίες στους συνεργάτες της. Πολιτικός μηχανικός; Ή μήπως απλά έδινε εντολές στο οικογενειακό της περιβάλλον για κάποια εκκρεμότητα; Κάποιο αυθαίρετο ίσως; Είχα αρχίσει να εκνευρίζομαι γιατί η πολυλογία της δεν με άφηνε να συγκεντρωθώ να διαβάσω. Άσε που το ελαφρό λίκνισμα του λεωφορείου μου είχε φέρει νύστα. Έκλεισα τα μάτια και σε λίγο η φωνή της μετατράπηκε, όσο και να φαίνεται περίεργο, σε ένα απόμακρο βουητό που με νανούρισε. Σιγά σιγά έπαψα να την ακούω, όπως αργά αποσύρεται το φως τα καλοκαιρινά δειλινά.

Δεν ξέρω πόση ώρα μετά -ή ώρες;- πρέπει να χτύπησε το τηλέφωνο. Το δικό μου τηλέφωνο. Ήταν η Ιωάννα. “Που βρίσκεσαι αγάπη μου;” Ανυπομονούσε, όπως κι εγώ άλλωστε, πότε θα φτάσω. Δεν είχα ιδέα που ήμουν. Και στις γυναίκες, ειδικά στις πληγωμένες γυναίκες, δεν αρέσουν οι ασαφείς απαντήσεις. Κοίταξα τη γυναίκα στην άλλη πλευρά του διαδρόμου μήπως μου διευκρινίσει που βρισκόμαστε.

Ήταν μια άλλη. Τα ρούχα της παπαδιάς είχαν εξαφανιστεί. Στη θέση τους μια μίνι φούστα κι από πάνω ένα μάλλον κοντό μπλουζάκι με τιραντάκι. Πρέπει να φορούσε μαγιό από μέσα. Το πρόσωπο ήταν το ίδιο στεγνό, άσχημο αλλά η μεταμόρφωση είχε αρχίσει. Με το κινητό της καθρεφτάκι και με μια επιμέλεια πρωτάρας έβαφε τα χείλη, τα μάτια. Τα μάγουλά της από ισχνά και κίτρινα άρχισαν να κοκκινίζουν. Ξέπλεξε τα μαλλιά της κι άρχισε να τα χτενίζει, να τα κατσαρώνει με τα χέρια της, να τους δίνει όγκο.

Αφού τέλειωσε με όλα αυτά, ξανάβαλε τα άσπρα ακουστικά στα αυτιά της, όπου τώρα είχε και σκουλαρίκια. Όχι πολύ του γούστου μου αλλά πάντως σκουλαρίκια. Σχημάτισε έναν αριθμό στο τηλέφωνο και αυτή τη φορά χαμηλόφωνα και γλυκά είπε: “είμαστε στον Κάλαμο. Όπου να 'ναι φτάνω”. Το κοριτσάκι δίπλα της είχε ακουμπήσει το κεφάλι του στα πόδια της. Κοιμόταν. Έσκυψε και το φίλησε στο μέτωπο.