Ένα μικρό αφιέρωμα σε έναν μεγάλο συγγραφέα, τον Έριχ Μαρία Ρεμάρκ


της Μ. Θαλασσινού Καϋμενάκη

Φαίνεται περίεργο πως η χώρα που αιματοκύλισε δυο φορές την ανθρωπότητα με τους δυο παγκοσμίους πολέμους, που στιγμάτισε την ιστορία της με τις φάμπρικες του θανάτου, που μετέτρεψε τις δολοφονίες εκατομμυρίων αμάχων σε λογιστικές πράξεις, γέννησε και τους πιο, όχι απλώς ένθερμους, αλλά φανατικούς υποστηρικτές της ειρήνης, τον Έριχ Μαρία Ρεμάρκ και τον Μπέρτολτ Μπρεχτ.

 

Όλοι γνωρίζουν τον Ρεμάρκ από το αυτοβιογραφικό του έργο ΟΥΔΕΝ ΝΕΩΤΕΡΟΝ ΑΠΟ ΤΟ ΔΥΤΙΚΟ ΜΕΤΩΠΟ.

Ο Ρεμάρκ παιδί φτωχικής οικογένειας, επιστρατεύτηκε, πολέμησε και τραυματίστηκε στο γαλλικό μέτωπο κατά την διάρκεια του Α΄ παγκοσμίου πολέμου. Οι εμπειρίες του από το σφαγείο του πολέμου θα καθορίσουν και την μετέπειτα πορεία του στη ζωή και στη λογοτεχνία. Το 1929 δημοσιεύεται το ΟΥΔΕΝ ΝΕΩΤΕΡΟΝ και αμέσως γίνεται γνωστός σε όλο τον κόσμο ενώ το έργο μεταφράζεται σε πολλές γλώσσες. Συγχρόνως μπαίνει στις μαύρες λίστες των ναζί.

 

Πήρα ένα χαρτί από το μπλοκ κι άρχισα να λογαριάζω. Τα παιδικά χρόνια, το σχολείο…, ένα αόριστο σύμπλεγμα, μακρινό, χαμένο τώρα κι ολότελα άδειο στ’ αλήθεια.

Η πραγματική ζωή αρχίζει στα 1916. Ήμουνα τότε κληρωτός, δεκαοχτώ χρονών, ψηλός κι αδύνατος. Και με μάθαιναν, σε κάτι χωράφια πίσω απ’ τους στρατώνες, πώς να κοιμάμαι και να σηκώνομαι στις προσταγές ενός υπαξιωματικού με μεγάλα μουστάκια. Ένα από τα πρώτα βράδια ήρθε η μητέρα μου, αλλά έπρεπε να με περιμένει πάνω από μια ώρα. Δεν είχα γεμίσει ταχτικά τον γυλιό μου και γι’ αυτό έπρεπε να καθαρίσω όλα τα’ αποχωρητήρια του στρατώνα. Θέλησε να με βοηθήσει κι αυτή, μα δεν την άφησα. Έκλαιγε κι εγώ ήμουνα τόσο κουρασμένος που αποκοιμήθηκα ενώ ήταν ακόμα δίπλα μου.

1917. Φλάντρα. Ο Μίντερντορφ κι εγώ αγοράσαμε ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί για να γιορτάσουμε τα γενέθλιά μου. Μα δεν μπορέσαμε να γλεντήσουμε. Το βαρύ πυροβολικό των Εγγλέζων είχε αρχίσει να ρίχνει από νωρίς. Ο Καίστερ πληγώθηκε το μεσημέρι, ο Μέγιερ και ο Ντέτερς σκοτώθηκαν το απόγεμα. Και το βράδυ, όταν σκεφτόμαστε πια να ησυχάσουμε, ήρθανε τ’ αέρια και ξεχύθηκαν μέσ’ στα καταφύγια. Βάλαμε καλά τις μάσκες μας, την ώρα που έπρεπε, αλλά η μάσκα του Μίντερντορφ ήταν χαλασμένη. Το κατάλαβε πολύ αργά. Ώσπου να βγάλει τη μάσκα και να βρει μιαν άλλη είχε καταπιεί πολύ αέριο και ξερνούσε αίμα. Πέθανε την άλλη μέρα το πρωί με τα μούτρα πράσινα και μαυρισμένα. Ο λαιμός του ήταν ξεσκισμένος…, τόσο είχε προσπαθήσει με τα νύχια του ν’ αναπνεύσει.

1918. Στο στρατιωτικό νοσοκομείο. Λίγες μέρες πιο πριν έγινε μια νέα κηδεία. Χάρτινοι επίδεσμοι, μεγάλες πληγές, ρόγχοι. Όλη τη μέρα, τα φορεία του χειρουργείου πηγαινοέρχονταν και μερικές φορές ξαναγύριζαν άδεια…

1919. Επιστροφή στο σπίτι. Επανάσταση. Πείνα. Έξω τα πολυβόλα σκούζανε χωρίς σταματημό. Στρατιώτες σκοτώνανε στρατιώτες.

1920. Πουτς. Ο Καρλ Μπρέγκερ εκτελέστηκε. Ο Καίστερ και ο Λεντς πιάστηκαν. Η μητέρα μου στο νοσοκομείο. Καρκίνος σε προχωρημένο στάδιο…

 

Στην μεταπολεμική Γερμανία, εποχή του πληθωρισμού και της οικονομικής κρίσης για να επιβιώσει δουλεύει παντού (μποξέρ, οδηγός, μηχανικός, πιανίστας κλπ). Είναι η εποχή της εξαθλίωσης εκατομμυρίων ανθρώπων λόγω του πληθωρισμού και της ανεργίας. Εκατομμύρια άνθρωποι ψάχνουν απεγνωσμένα για δουλειά, αυτοί που εργάζονται, εργάζονται για ένα ξεροκόμματο τρέμοντας με την ιδέα πως μπορεί να χάσουν και αυτή την μίζερη δουλειά, τα κοράκια μέσω των πλειστηριασμών αρπάζουν ότι απέμεινε από το μόχθο μιας ζωής. Οι αυτοκτονίες είναι ένα συχνό γεγονός, οι φασίστες κοιτάζουν πως θα καρπωθούν όλη αυτή την απελπισία για να αναρριχηθούν στην εξουσία.

Ο Ρεμάρκ ζει όλη αυτή την εποχή στα «γεμάτα». Τα έργα του είναι ένα ζωντανός καθρέφτης της πραγματικότητας. Οι ιστορίες των ηρώων του συνθέτουν ένα τεράστιο παζλ που μας δείχνει την Γερμανία του Α΄ παγκοσμίου πολέμου, την Γερμανία του μεσοπολέμου, της οικονομικής κρίσης, την άνοδο των ναζί, την Γερμανία του Β΄ παγκοσμίου, και την μεταπολεμική Γερμανία.

 

Αναγνώστη, άσε με λοιπόν να σου μιλήσω για κείνα τα παραμυθένια χρόνια που έζησα κάποτε ο ίδιος. Εκείνο τον καιρό, η ελπίδα οδηγούσε ακόμα κάτω απ’ τη σημαία της τον κόσμο, οι άνθρωποι δεν ντρέπονταν να πιστεύουνε σε κείνα τα ιερά ψέματα που τα λένε ανθρωπότητα, δικαιοσύνη, καλοσύνη, κι όσοι είχαν γλυτώσει από την τελευταία ανθρωποσφαγή πιστεύανε μ’ όλη τους την αφέλεια πως ένας μονάχα παγκόσμιος πόλεμος ήτανε αρκετός για να διδάξει μια γενιά.

 

Οι δυνατές αντρικές φιλίες (φιλίες που γεννήθηκαν μέσα στα χαρακώματα, ανάμεσα στη ζωή και στο θάνατο), η συντροφικότητα, ο έρωτας, ο αγώνας για την επιβίωση στα χρόνια του πληθωρισμού και της οικονομικής κρίσης, η απώλεια, η νοσταλγία και η τρυφερότητα είναι αυτά που χαρακτηρίζουν τα έργα του. Ο Ρεμάρκ αγωνίζεται ενάντια στη λήθη με μοναδικό του όπλο τη λογοτεχνία. Καταγγέλλει τη φρίκη του πολέμου, την υποκρισία του γερμανικού ιμπεριαλισμού που πίσω από πατριωτικές φανφάρες και ιδεολογικές κορώνες προσπάθησε να κρύψει την ακόρεστη δίψα του για ζωτικό χώρο και για νέες αγορές προωθώντας τους ναζί στην εξουσία και οδηγώντας την χώρα και την ανθρωπότητα σε ένα νέο σφαγείο.

 

Ο Βερνίκε με πήρε μαζί του και κάναμε μια επίσκεψη στο τμήμα των αναπήρων του πολέμου. Είναι εκείνοι που τραυματίστηκαν στο κεφάλι και πήρανε την πιο αθεράπευτη τρέλα. Θαμμένοι ζωντανοί. Μέσα στη γλυκιά καλοκαιριάτικη βραδιά, το χτίριο υψωνόταν σαν κανένα σκοτεινό αμπρί ανάμεσα στο τραγούδι των αηδονιών. Ο πόλεμος, που ξεχάστηκε σχεδόν παντού, έχει καταφύγει σ’ αυτές τις αίθουσες. Οι εκρήξεις των οβίδων εξακολουθούνε πάντα να βουίζουνε σε κείνα τα φτωχά αυτιά. Στα μάτια καθρεφτίζεται ακόμα, όπως καθρεφτιζότανε εδώ και πέντε χρόνια, ο ανείπωτος τρόμος. Οι ξιφολόγχες τρυπάνε αδιάκοπα τις μαλακές κοιλιές, τα τανκς περνάνε όλη την ώρα απάνω από πληγωμένους που ουρλιάζουνε και τους κάνουνε λιώμα. Ο πάταγος της μάχης, ο κρότος των χειροβομβίδων, τα κρανία που ανοίγουνε, τα πρόσωπα που γίνονται κομματάκια – κομματάκια, τα σπιτάκια που ξεθεμελιώνονται και πνίγουνε στα ερείπιά τους όσους έτυχε να βρεθούνε από κάτω… τα ασφυξιογόνα απλώνονται σιγά σιγά από τη μια αίθουσα στην άλλη κι η αγωνία κι ο τρόμος τους κάνουνε όλους να ουρλιάζουν, να κυλιούνται, να βογκάνε, να βγάζουνε άγριους ρόγχους και να κλαίνε, να κλαίνε, μαζωμένοι τις πιο πολλές φορές σε μια γωνιά, κουβαριασμένοι, μικρούτσικοι, με το πρόσωπο κολλημένο στον τοίχο.

 

Ο Ρεμάρκ μισεί τον πόλεμο. Ο πόλεμος γι’ αυτόν είναι βαρβαρότητα. Στα σφαγεία των μαχών δεν εκτυλίσσεται τίποτα το ηρωικό. Ξεκοίλιασμα, ασφυξία, θάνατος, σακατιλίκι, τρέλα, αυτό είναι ο πόλεμος. Ο μόνος ηρωισμός είναι να γλυτώσεις τη ζωή των συντρόφων σου, να γλυτώσεις και να βοηθήσεις όποιον μπορείς μέσα σε αυτήν την παρανοϊκή ατμόσφαιρα που ο χρόνος, ο πόνος και ο τρόμος διαστέλλονται μέχρι το άπειρο.

Σε καμιά περίπτωση βέβαια o πόλεμος από την πλευρά του αμυνόμενου δεν ανήκει στην ίδια κατηγορία. Στο ΩΡΕΣ ΑΓΑΠΗΣ ΚΑΙ ΩΡΕΣ ΘΑΝΑΤΟΥ ο Ρεμάρκ υποστηρίζει το δίκαιο του σοβιετικού λαού, καταγγέλλει τα εγκλήματα του φασισμού σε βάρος του, καταγγέλλει και τη σιωπή των γερμανών μπροστά στις θηριωδίες των ναζί, γιατί και η σιωπή είναι συνενοχή.

 

Και ενώ ο πληθωρισμός και αργότερα η τρομακτική οικονομική κρίση που εξαθλίωσε οικονομικά τα λαϊκά στρώματα θεριεύουν, ένα νέος σωτήρας εμφανίζεται.

 

Βγαίνω στη μεγάλη οδό. μια μακριά διαδήλωση μου κόβει το δρόμο… είναι οι ανάπηροι του πολέμου που διαμαρτύρονται για τις χαμηλές συντάξεις τους και ζητάνε αύξηση… προχωράνε όλοι κατά τριάδες. Μπροστά εκείνοι που δεν έχουνε ποδάρια, κυλώντας με τα χέρια τα καροτσάκια τους με τις χοντρές καουτσουκένιες ρόδες… ύστερα έρχονται οι ανάπηροι με τα δεκανίκια τους,… έπειτα οι τυφλοί και οι μονόφθαλμοι. Ανάμεσα σε δυο άλλα αμαξάκια απλώνεται ένα άσπρο πανό που λέει: τα παιδιά μας δεν έχουνε ούτε γάλα, ούτε κρέας, ούτε βούτυρο. Γι’ αυτό πολεμήσαμε λοιπόν;

Πίσω απ’ αυτή την ατέλειωτη φάλαγγα περιμένουνε τα αυτοκίνητα. Είναι μια αντίθεση τρομερή: η γκρίζα, η σχεδόν ανώνυμη, φάλαγγα των θυμάτων που σέρνεται σιωπηλά και τα αυτοκίνητα αυτών που βγάνουνε απ’ αυτή την κατάσταση του κόσμου τα λεφτά και που στέκονται τώρα αγριεμένοι, έτοιμοι για καυγά γιατί τους κόψανε το δρόμο, που βιάζονται πολύ να περάσουν και σχεδόν έχουνε κολλήσει απάνω στις χήρες που κλείνουνε τη φάλαγγα, κρατώντας από το χέρι τα παιδιά τους, κάτι παιδάκια αδύνατα, χλωμά, σακάτικα και τρομαγμένα. Μέσα στ’ αυτοκίνητα, όλες οι ομορφιές του καλοκαιριού: αραχνοΰφαντες φούστες, μεταξένιες μπλούζες, φουσκωμένα μάγουλα, μπράτσα παχουλά. Στα πρόσωπά τους ζωγραφίζεται η ανυπομονησία… ακολουθώ τη φάλαγγα μέχρι την εκκλησιά της Κοιμήσεως. Στα σκαλιά στέκουνε δυο εθνικοσοσιαλιστές με στολή, κρατώντας ένα μεγάλο πλακάτ: «Ελάτε σε μας, σύντροφοι, ο Αδόλφος Χίτλερ θα σας βοηθήσει».

 

Ο νέος «σωτήρας» ποντάρει με θράσος στη κρίση και στην απελπισία, στην αδυναμία και στην απογοήτευση.

 

Ο πόλεμος που τόσο τον μισούσανε οι φαντάροι το 1918 έγινε σιγά-σιγά, γι’ αυτούς που γλύτωσαν, η μεγάλη υπόθεση της ζωής τους. Είχανε ξαναπέσει στην καθημερινή ρουτίνα που ύστερα από τα χαρακώματα τους φαινότανε παράδεισος, ο πόλεμος λίγο – λίγο μεγάλωνε στον ορίζοντα, κι αυτοί που είχανε επιζήσει, χωρίς να το καταλαβαίνουν, τον μεταμόρφωσαν, τον ωραιοποίησαν, τον κάνανε στα μάτια τους αλλοιότικον από ότι ήταν στην πραγματικότητα. Η ανθρωποσφαγή δεν είναι τώρα πια παρά μονάχα μια περιπέτεια απ’ όπου γυρίζει κανείς σώος και αβλαβής. Η απελπισία ξεχάστηκε, η μιζέρια κι ο θάνατος που αστόχησε και τους άφησε να ζήσουν, έγιναν αυτό που είναι σχεδόν πάντοτε στη ζωή: κάτι τι αφηρημένο…

 

Πως θα τον σαρώνανε τον Βολκενστάιν από το βήμα, όπου ρητορεύει τούτη τη στιγμή, αν είτανε ακόμα σε θέση να το κάνουν. Μα δεν είχανε πια τη δύναμη ν’ αμυνθούν. Εκατομμύρια γύπες της εθνικοφροσύνης έχουνε ριχτεί στα κουφάρια τους. Οι διάφοροι Βολκενστάιν χάσανε τον πόλεμο: βάλανε χέρι όμως στους νεκρούς. Εμπρός για την πατρίδα! Αυτό για τον Βολκενστάιν σημαίνει να ξαναφορέσει τη στολή του, να γίνει κολονέλος και να στείλει ακόμα μια φορά τους ανθρώπους στο σφαγείο.

Από το ύψος του βήματος ξεσπαθώνει τώρα και τα σούρνει στους εγκληματίες, θυμάται το πισώπλατο χτύπημα, τον ανίκητο γερμανικό στρατό και ύστερα από ένα ολόκληρο κομπολόι λέξεις, τελειώνει με τη φράση: «Τιμή και δόξα στους νεκρούς ήρωές μας, εκδίκηση, ζήτω ο μελλοντικός στρατός της Γερμανίας.

 


Λίγο πριν την άνοδο των ναζί στην εξουσία ο Ρεμάρκ φεύγει για την Ελβετία. Μετά την φυγή του στο εξωτερικό οι ναζί για να τον εκδικηθούν συλλαμβάνουν την αδελφή του και την δολοφονούν σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Αρχίζει να βιώνει την ζωή χιλιάδων συμπατριωτών του που αναγκάζονται να φύγουν για να γλυτώσουν τη ζωή τους. Πολιτικοί αντίπαλοι του φασιστικού καθεστώτος, κομμουνιστές που απέδρασαν από τα χιτλερικά στρατόπεδα συγκέντρωσης, γερμανοί που δεν ήταν καθαρόαιμοι (είχαν κάποιο γονέα Εβραίο ή κάποιο πρόγονο Εβραίο) ζουν μια εφιαλτική οδύσσεια ταξιδεύοντας παράνομα από τη μια χώρα στην άλλη. Οι ατέλειωτες διαδικασίες για προσωρινές άδειες παραμονής, η αγωνία, η απέλαση, ξανά η παράνομη επιστροφή, οι συλλήψεις, οι φυλακίσεις, οι εξευτελισμοί και οι προσβολές, η αγωνιώδης προσπάθεια για επιβίωση, ένα ατέλειωτο πήγαινε έλα χιλιάδων ανθρώπων που δεν χωρούν πουθενά και παντού περισσεύουν περιγράφονται στο συγκλονιστικό του έργο Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ (υπάρχει και έκδοση του ίδιου έργου με διαφορετικό τίτλο ΟΙ ΕΞΟΡΙΣΤΟΙ) και στο έργο ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΣΤΗ ΛΙΣΑΒΩΝΑ). Στα χρόνια της απόγνωσης, στα χρόνια του φασισμού, της προσφυγιάς και του πολέμου τα μόνα όπλα που διαθέτουν οι ήρωές του είναι το πείσμα, η αγάπη για την ζωή, η αλληλεγγύη, η συντροφικότητα και ο έρωτας.

 

Η ακτή της Πορτογαλίας απόμεινε το μοναδικό καταφύγιο των προσφύγων, που έβλεπαν τη δικαιοσύνη, την ελευθερία και την ανοχή, σαν δώρα πολυτιμότερα από την πατρική γη και τον επιούσιο. Αυτός που δεν μπορούσε να φύγει για να φθάσει στη Γη της Επαγγελίας, την Αμερική, ήταν χαμένος. Πέθαινε από αργή αιμορραγία στους αγκαθωτούς Δαιδάλους, που σχημάτιζαν οι θεωρήσεις εισόδου και εξόδου, οι άδειες παραμονής και εργασίας, τα στρατόπεδα συγκεντρώσεως, η γραφειοκρατία, η μοναξιά, η εξορία, η τρομακτική γενική αδιαφορία. Αδιαφορία για την τύχη του άλλου. Και το αίσθημα αυτό πήγαζε από τον πόλεμο, την αθλιότητα και το φόβο. Ο άνθρωπος, σαν άνθρωπος δεν άξιζε τίποτε. Τον παν ήταν το διαβατήριο.

 

Δυστυχώς τα θέματα των έργων του Ρεμάρκ είναι και σήμερα τόσο επίκαιρα.

 

Η αρρώστια.

Είναι η δεύτερη πληγή μετά τον πόλεμο. Είναι ως ένα σημείο επακόλουθο του πολέμου. Σχεδόν σε όλα τα έργα του Ρεμάρκ η αρρώστια είναι ο αόρατος εχθρός που παραμονεύει στις εποχές της ειρήνης, η μάλλον στις εποχές ανάμεσα στους πολέμους.

 

Έτρεξα στο αμμουδερό μονοπάτι, μέσα απ’ το δάσος για το σπίτι. Η ξύλινη πόρτα του κήπου είχε σφηνώσει. Πήδησα από πάνω κι όρμησα στο δωμάτιο. Η Πατ ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι με το στήθος γεμάτο αίματα. Τα χέρια της είχαν κοκαλώσει σε μια σύσπαση κι απ’ το στόμα της έτρεχε συνέχεια αίμα. Η δεσποινίς Μύλλερ ήταν κοντά της και κρατούσε ένα δοχείο με νερό και πανιά.

-       Τι συμβαίνει; φώναξα σπρώχνοντας της.

Αυτή είπε κάτι.

-       Φέρτε μου έναν επίδεσμο! Φώναξα. Πού είναι το τραύμα;

Με κοίταξε και τα χείλια της τρέμανε.

-       Δεν υπάρχει τραύμα.

Σηκώθηκα.

-       Μια αιμορραγία, είπε.

Μου φάνηκε πως με χτύπησαν δυνατά με ρόπαλο.

 

Και πιο κάτω,

 

Μου εξήγησε την πιθανή αιτία της αρρώστιας. Έχει δει, λέει πολλούς αρρώστους σ’ αυτή την ηλικία. Σκέπτεται πως είναι συνέπεια του πολέμου. Υποσιτισμός απάνω στην ανάπτυξη… τι ενδιαφέρουν όμως όλ’ αυτά. Πρέπει να γίνει καλά.

 

Η αρρώστια είναι ο αόρατος εχθρός που εμφανίζεται ξαφνικά και αιφνιδιάζει. Ο Ρεμάρκ ξέρει πόσο τρομακτικό είναι να είσαι φτωχός, να είσαι καταδιωκόμενος και να έχεις να αντιμετωπίσει και τη φριχτή απειλή της φυματίωσης και του καρκίνου.

 

Το καταλαβαίνετε κι εσείς, πρόσθεσε ο Σβάρτς, σε μια ζωή σαν τη δική μας, η αρρώστια παίρνει μια εντελώς ξεχωριστή σημασία. Είμαι άρρωστος, σημαίνει δεν μπορώ πια να περπατήσω.

 

Και αλλού,

 

…μισούσε την αρρώστια. Ήθελε να την αγνοεί. Είχε την εντύπωση ότι η αρρώστια την μείωνε… Έβλεπε αυτό τον καρκίνο σαν ένα ζώο που είχε χωθεί μέσα της, μεγάλωνε και την κατέτρωγε. Φοβόταν μήπως μου προκαλέσει αηδία και νόμιζε ότι περιφρονώντας κι αγνοώντας την αρρώστια της, στο τέλος θα τη νικούσε.

 

Οι ήρωές του θα αντιμετωπίσουν και αυτό τον εχθρό με το ίδιο πείσμα, με το ίδιο απελπισμένο πάθος που αντιμετώπιζαν τον χάρο στα μέτωπα.

Αν και στα περισσότερα έργα του το τέλος είναι θλιβερό ο Ρεμάρκ σαν δημιουργός δεν είναι απαισιόδοξος. Αντιθέτως τα έργα του είναι ένας ύμνος στη Ζωή, στον Έρωτα, στη Φιλία και στην Ομορφιά. Οι ήρωές του αγωνίζονται στην κυριολεξία με νύχια και με δόντια για όλα αυτά και παλεύουν μέχρι την τελευταία τους στιγμή.

- Πρέπει να ξεπεράσω αυτή την ώρα Ρόμπυ, λαχάνιαζε. Μόνο αυτή την ώρα! 

Φοβόταν την τελευταία ώρα, ανάμεσα στη νύχτα και στο πρωί. Πίστευε πως το γεμάτο μυστήριο ρεύμα της ζωής, αδυνάτιζε κι έσβηνε σχεδόν στο τέλος της νύχτας. Αυτή την ώρα φοβόταν και δεν ήθελε να μένει μόνη. Αλλιώς είχε θάρρος που, καμιά φορά, αναγκαζόμουν να σφίγγω τα δόντια.

Σε λίγες μέρες εγκατέστησα το κρεβάτι μου στο δωμάτιο της Πατ και βρισκόμουνα δίπλα της κάθε φορά που ξυπνούσε και τα μάτια της είχανε μια απελπισμένη ικεσία…

Το φως της μέρας έμπαινε σιγά-σιγά διστακτικό απ’ το παράθυρο και γινόταν έντονο το περίγραμμα των βουνών που ξεχώριζαν σα σκούρες σιλουέτες. Πίσω τους άρχισε να ξεμακραίνει ο ωχρός και κρύος ουρανός. Το νυχτερινό καντήλι γινόταν ασπρουλιάρικα κίτρινο κι η Πατ ακουμπούσε το υγρό της πρόσωπο πάνω στα χέρια μου.

 - Πέρασε για σήμερα, Ρόμπυ. Τ¨ωρα έχω ακόμα μια μέρα.



Έχουν περάσει πάνω από 73 χρόνια από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου και το έργο του Έριχ Μαρία Ρεμάρκ είναι επίκαιρο όσο ποτέ. Φαίνεται πως οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι του 20ου αιώνα δεν ήταν αρκετοί για να διδαχθεί η ανθρωπότητα. Αρχές του 21ου αιώνα και ξένοι στρατοί σε ακήρυχτους πολέμους διαμελίζουν ολόκληρες χώρες, εμπάργκο του «ελεύθερου κόσμου» δολοφονούν χιλιάδες παιδιά, πρόσφυγες περνούν φουρτουνιασμένες θάλασσες για να γλυτώσουν, στρατόπεδα συγκέντρωσης και παρελάσεις ναζιστών, φτώχεια και απογοήτευση κυριαρχούν στην εποχή μας. Ο 20ός αιώνας όμως δεν έδωσε μόνο συμφορές στην ανθρωπότητα. Έδωσε μεγάλες νικηφόρες επαναστάσεις, έδωσε κατακτήσεις και δικαιώματα, έσπασε τις αλυσίδες των προκαταλήψεων και του ρατσισμού. Ας μην ξεχνάμε λοιπόν εκείνη την έφοδο του ρώσικου προλεταριάτου στα τσαρικά ανάκτορα, εκείνον τον απλό φαντάρο να σηκώνει τη σημαία της ελπίδας πάνω στα ερείπια του φασισμού, εκείνα τα γελαστά αξύριστα πρόσωπα των ελευθερωτών που μπαίνουν στη λεωφόρο του μέλλοντος μιας λατινοαμερικάνικης πρωτεύουσας, ας μην ξεχνάμε το ευτυχισμένο χαμόγελο μιας εργάτριας, της Βαλεντίνα Τερέσκοβα καθώς μας χαιρετά μέσα από την διαστημική στολή της. Μην τα ξεχνάμε και ας βαδίσουμε μπροστά τώρα που έχουμε ακόμα μέρες μπροστά μας γιατί ποτέ η ανθρωπότητα (όσο υπάρχει), δεν θα πάψει να πιστεύει σε κείνα τα ιερά ψέματα που τα λένε ανθρωπότητα, δικαιοσύνη, καλοσύνη.

 

Βιβλιογραφία:

1.   Ο ΜΑΥΡΟΣ ΟΒΕΛΙΣΚΟΣ, εκδόσεις Δρούγκα. Μετάφραση και εισαγωγή του μακρονησιώτη αγωνιστή και ποιητή Μέμου Παναγιωτόπουλου.

2.   ΟΙ ΣΥΝΤΡΟΦΟΙ, εκδόσεις Δαρέμα. Μετάφραση Ανδρέου Φραγκιά. Είναι έκδοση του 1963 αλλά υπάρχει και νεότερη έκδοση.

3.   ΟΙ ΕΞΟΡΙΣΤΟΙ, εκδόσεις Δωρικός. Μετάφραση Καλλιόπη Σφαέλου. Το ίδιο βιβλίο κυκλοφορεί και με τον τίτλο Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ.

4.   Ο ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΕΥΝΟΟΥΜΕΝΟΥΣ, εκδόσεις Κύκνος. Μετάφραση Δ. Διαμαντίδου.

5.   ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΣΤΗ ΛΙΣΑΒΩΝΑ, Εκδόσεις Μίνωας. Μετάφραση Ελ. Γονατοπούλου.